Νίκος Μιχαηλίδης: Οι δύο πόλεμοι του Ερντογάν… Πληροφοριακά Στοιχεία

Του Νίκου Μιχαηλίδη*

Οι εξελίξεις στην Τουρκία δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τον χαρακτήρα του καθεστώτος και τις πραγματικές επιδιώξεις του στη Μέση Ανατολή, στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Ερντογάν δημιουργεί ένα πολιτικό σύστημα, στο οποίο θα ηγεμονεύουν εσαεί οι τουρκοσουνιτικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.

Στόχος του είναι να περιθωριοποιήσει περαιτέρω τους αντισυστημικούς Κούρδους και τους Αλεβίτες, καθώς και όλες τις άλλες μειονοτικές ομάδες και φιλελεύθερες φωνές. Το νέο Σύνταγμα που εγκρίθηκε οριακά πριν ένα χρόνο στο δημοψήφισμα είναι πολύ χειρότερο και από αυτό του δικτάτορα Κενάν Εβρέν των αρχών της δεκαετίας του 1980.

Το τουρκικό «βαθύ κράτος» και οι πολιτικές του βιτρίνες, ισλαμικά και κεμαλικά κόμματα, εφαρμόζουν μια σειρά από αλληλοσυμπληρούμενες πολιτικές,  που στοχεύουν στην αποδυνάμωση «απειλών» στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Όμως, είναι αμφίβολο αν θα επιτύχουν αυτά τα οποία επιδιώκουν.

Η Άγκυρα προσπαθεί να αποτρέψει την δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στη Βόρεια Συρία και στο Βόρειο Ιράκ. Γι’ αυτό και υποστηρίζει στα λόγια τη διατήρηση της ενότητας αυτών των δύο χωρών. Διαφορετικά, η μεγαλοϊδεατική τουρκική ηγεσία θεωρεί πως αυτά τα εδάφη πρέπει να περάσουν στη δικαιοδοσία της, ως πρώην «οθωμανική επικράτεια»!

Αυτό αποδεικνύεται και τον τρόπο που συμπεριφέρεται στη Συρία. Η πρώτη εισβολή (επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη») έγινε για να εμποδίσει την επέκταση της κουρδικής ζώνης προς δυσμάς και να απομονώσει το καντόνι Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία. Το προηγούμενο διάστημα είχαμε τη δεύτερη εισβολή (επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας»!) που είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη του προαναφερθέντος καντονιού.

Προς το παρόν τουλάχιστον, η στρατιωτική εμπλοκή των Τούρκων στη Συρία τους έχει προσκομίσει κέρδη, γεγονός που έχει ανεβάσει τον εθνικιστικό πυρετό στην τουρκική κοινωνία. Ταυτοχρόνως, όμως, ενισχύει και τον διχασμό. Οι τρεις προηγούμενες δεκαετίες δείχνουν πως οι Κούρδοι δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν την τουρκική πολιτική και θα συνεχίσουν να αγωνίζονται μέχρι τελικής εθνικής δικαίωσης και στη Συρία και στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Διεθνές κέντρο μεταφοράς ενέργειας

Στρατηγική επιλογή του Ερντογάν είναι να καταστήσει τη χώρα του διεθνές κέντρο μεταφοράς ενέργειας προς την Ευρώπη. Εκτιμά πως μια τέτοια εξέλιξη θα διευκολύνει τη μετατροπή της Τουρκίας σε μεγάλη δύναμη και ισότιμο παίκτη με τα άλλα μεγάλα κράτη του διεθνούς συστήματος. Ελέγχοντας τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή προς τη Δύση, το τουρκικό καθεστώς θα μπορεί να κλιμακώνει τις διεκδικήσεις του.

Στη Δύση, όμως, επικρατούν δεύτερες σκέψεις. Και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη όχι μόνο δεν εμπιστεύονται τον Ερντογάν, αλλά και τον θεωρούν μεγάλο πρόβλημα. Από την άλλη δεν θέλουν να χάσουν την Τουρκία και γι’ αυτό προσπαθούν ακόμα να βρουν έναν τρόπο συνεννόησης μαζί του. Δεν είναι μόνο η ρητορική του που εμποδίζει. Είναι κυρίως ο εναγκαλισμός με τον Πούτιν.

Οι δε απειλές του ότι θα ανοίξει τις πύλες και θα πλημμυρίσει την Ευρώπη με πρόσφυγες είναι ένδειξη του μαφιόζικου, τυχοδιωκτικού τρόπου σκέψης και δράσης τμημάτων της τουρκικής πολιτικής ελίτ. Είναι σαφές ότι η ανάδειξη της Τουρκίας σε ρυθμιστή της ροής ενέργειας προς τον δυτικό κόσμο θα συνιστούσε αυτοκτονική επιλογή για τις ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον, θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Επίδοξος ηγέτης του μουσουλμανικού κόσμου

Η ισλαμική κυβέρνηση αυτοπροβάλλεται ως προστάτης και ηγέτης των απανταχού μουσουλμάνων, αναπτύσσοντας έντονα αντιδυτική ρητορική και αντίστοιχες πρακτικές. Με αυτό τον τρόπο πιστεύει πως θα ενισχύσει τον διεθνή ρόλο της και θα διευρύνει τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών της. Απευθυνόμενη σε ισλαμικά ακροατήρια κυρίως της Μέσης Ανατολής, μονίμως κατηγορεί τη Δύση για την υστέρηση των μουσουλμανικών κρατών και κοινωνιών. Καλλιεργεί την ταξική – θρησκευτική συνείδηση του «φτωχού και καταπιεσμένου μουσουλμάνου».

Ο αραβικός κόσμος, όμως, δεν βλέπει την Τουρκία με αυτό το μάτι. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά επιφυλακτικός απέναντί της και δεν πρόκειται να της επιτρέψει να ηγεμονεύσει στο σουνιτικό στοιχείο. Άλλωστε, το Κοράνι γράφτηκε στα αραβικά και όχι στα τουρκικά…

Το «βαθύ κράτος» έχει συμπεριλάβει στο κύμα διώξεων και τις φιλελεύθερες φωνές. Κύρια επιδίωξή του, ωστόσο, είναι η καταστροφή αφενός του δικτύου Γκιουλέν, αφετέρου όλων των μη ελεγχόμενων από το ίδιο κουρδικών πολιτικών δυνάμεων. Χιλιάδες στελέχη του κουρδικού κόμματος HDP βρίσκονται στη φυλακή μαζί με βουλευτές και τους δύο συμπροέδρους. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σχεδόν αδύνατο το εν λόγω κόμμα να αναπτύξει επιτυχώς οποιαδήποτε αποτελεσματική πολιτική δραστηριότητα.

Παράλληλα, το τουρκικό «βαθύ κράτος» προωθεί την ανάδειξη νέων, ισλαμικών κουρδικών οργανώσεων, φίλα προσκείμενων στον Ερντογάν και στο κόμμα του ΑΚΡ. Στόχος είναι η πλήρης πολιτική περιθωριοποίηση του HDP, το οποίο κατηγορείται ως προέκταση του ΡΚΚ και η αντικατάστασή του με τις ισλαμικές κουρδικές οργανώσεις.

Μυωπική πολιτική

Αυτή η μυωπική πολιτική της τουρκικής ηγεσίας στενεύει τα περιθώρια διαλόγου και πολιτικής επίλυσης του Κουρδικού ζητήματος, γεγονός που οδηγεί περισσότερους νέους Κούρδους στη ριζοσπαστικοποίηση και στη χρήση βίας για την επίτευξη των πολιτικών τους στόχων. Έτσι, το ΡΚΚ βγαίνει ακόμα πιο ενισχυμένο σε ανθρώπινο δυναμικό και σε πολιτική νομιμοποίηση εντός της κουρδικής εθνότητας.

Τους τελευταίους μήνες τα δυτικά ΜΜΕ, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έχουν πάψει να χαρακτηρίζουν το ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση. Το αναφέρουν είτε ως «Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν» ή ως «Κούρδοι ριζοσπάστες». Πρόκειται για σαφέστατη ένδειξη αυξάνουσας διεθνούς νομιμοποίησης της ένοπλης αυτής παράταξης. Επιπλέον, ο αγώνας του ΡΚΚ εναντίον του Ισλαμικού Κράτους του παρείχε μεγαλύτερη νομιμοποίηση. Αντιθέτως, η ταύτιση της Τουρκίας –στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης– με την ισλαμική τρομοκρατία την κατέστησαν στόχο δριμείας κριτικής.

Αντί το τουρκικό κράτος να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την κουρδική ηγεσία, επέλεξε τον δρόμο του πολέμου και της καταστροφής. Αυτός, όμως, είναι ένας αδιέξοδος δρόμος. Η δημογραφική, κοινωνική και πολιτική δυναμική του κουρδικού στοιχείου, αλλά και η διεθνής συγκυρία, δεν ευνοούν στρατιωτικές «λύσεις» παρόμοιες με αυτές που επιβλήθηκαν στους Αρμένιους και στους Έλληνες της Μικράς Ασίας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ρεύμα υπέρ της φιλελευθεροποίησης

Το τουρκικό κράτος επιδιώκει τον έλεγχο και την αντιστροφή του κοινωνικού ρεύματος που ζητά εκδημοκρατισμό και φιλελευθεροποίηση. Πρόκειται για ρεύμα που εμπνέει εκατομμύρια νέους, κυρίως Αλεβίτες και Κούρδους, αλλά και πάρα πολλούς εκκοσμικευμένους Τούρκους των δυτικών και νότιων παράλιων περιφερειών.

Αυτός είναι ο λόγος που το καθεστώς Ερντογάν συνεχίζει τις εκκαθαρίσεις στον ακαδημαϊκό χώρο. Ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες, στις τέχνες, στη δημοσιογραφία, στους χώρους του κοινωνικοπολιτικού ακτιβισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου καλλιεργούνται δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες που εμπνέουν ευρύτατα στρώματα της νεολαίας. Δεν είναι τυχαίο ότι εντός του κυβερνητικού ΑΚΡ υπάρχει η εκτίμηση, μετά και το δημοψήφισμα, ότι το ισλαμικό κόμμα έχει χάσει σημαντικό μέρος της υποστήριξής του από πολίτες νεαρής ηλικίας. Οι μαζικές πολιτικές διώξεις δημιουργούν χιλιάδες νέους αντικαθεστωτικούς εντός και εκτός Τουρκίας. Ένα ποσοστό από αυτούς ενδεχομένως να ριζοσπαστικοποιηθούν και να στραφούν δυναμικά εναντίον του καθεστώτος.

Σε εξέλιξη βρίσκεται και η εκκαθάριση του κρατικού και κομματικού μηχανισμού από στελέχη της επιρροής του δικτύου Γκιουλέν. Τα μέλη και οι υποστηρικτές του δικτύου αντικαθίστανται συστηματικά με εθνικιστές και ισλαμιστές προσκείμενους στο κόμμα του Ερντογάν. Επίσης, το καθεστώς διαλύει όλα τα μη ελεγχόμενα κοινωνικά δίκτυα δραστηριότητας και επαφής με τον Δυτικό Κόσμο.

Έτσι περιορίζει τις δυνατότητες ξένων κρατών να ασκούν επιρροή στην τουρκική επικράτεια. Η Τουρκία γίνεται περισσότερο κλειστή ιδεολογικά, γίνεται ισλαμοεθνικιστική και διεκδικητική. Παρόλα αυτά, το δίκτυο Γκιουλέν είναι ακμαίο και δυναμικό στο εξωτερικό, όπου ασκεί αντι-Ερντογάν πολιτική. Δεν είναι ακόμα βέβαιο πώς θα αντιδράσει και τι ρόλο θα διαδραματίσει το επόμενο διάστημα, σε περίπτωση που η Τουρκία αποσταθεροποιηθεί.

Αλλοίωση δημογραφικών ισορροπιών

Τέλος, το τουρκικό κράτος επιδιώκει την περαιτέρω αλλοίωση των δημογραφικών ισορροπιών της χώρας υπέρ των συντηρητικών σουνιτών μουσουλμάνων. Γι’ αυτό επιθυμεί και επιδιώκει διακαώς την κατάργηση της βίζας για τους Τούρκους που ταξιδεύουν στην Ευρώπη. Πιστεύει πως θα μεταναστεύσουν μαζικά στην Ευρώπη τα πιο δυναμικά άτομα που επιδιώκουν φιλελευθεροποίηση και ουσιαστικό εκδημοκρατισμό.

Παράλληλα, σχεδιάζει την πολιτογράφηση εκατοντάδων χιλιάδων σουνιτών Σύριων προσφύγων, καθώς και προσφύγων από το Αφγανιστάν, οι οποίοι σήμερα είναι εγκλωβισμένοι στο Ιράν. Σχεδιάζει να τους εγκαταστήσει σε περιοχές όπου πλειοψηφούν αντισυστημικοί Κούρδοι και Αλεβίτες, προκειμένου να αλλοιώσει τις δημογραφικές ισορροπίες. Για τον ίδιο σκοπό προτίθεται να αναδιαμορφώσει τις εκλογικές περιφέρειες, ώστε να έχει ευνοϊκότερα εκλογικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια το καθεστώς επιδιώκει τη δημιουργία μιας περισσότερο σουνιτικής και τουρκικής Ανατολίας. Αυτή η πολιτική, όμως, αναπόφευκτα θα ενεργοποιήσει τα εσωτερικά κοινωνικά, εθνοτικά και θρησκευτικά ρήγματα, καθώς και τις πρακτικές βίαιης εσωτερικής αντιπαράθεσης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των αποσχιστικών τάσεων.

*Ο Νίκος Μιχαηλίδης, είναι διδάκτορας του πανεπιστημίου Princeton 

Πηγή: https://slpress.gr/diethni/oi-dyo-polemoi-tou-edoga

WordPress theme: Kippis 1.15