του Κωστα Πυρζα μνημες απο τα χρονια της χουντας

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μνήμης  μονοπάτια

            (Κώστα  Πύρζα)

Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου

                                                                                          εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.

Γ. Σεφέρης,  ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑΒ’, ΜΥΚΗΝΕΣ

 

Η πρώτη ανάμειξή μου στα δρώμενα της πόλης έγινε λίγους μήνες πριν από την επιβολή της δικτατορίας. Το φθινόπωρο του 1966 ο Γιώργος Σιπητάνος μου πρότεινε να γίνω μέλος των “Δημοκρατικών Συνδέσμων”, μιας νεοπαγούς  οργάνωσης / ομίλου που είχε συσταθεί στην Αθήνα πριν από λίγους μήνες και πρόσφατα είχε διοριστεί εννεαμελές συμβούλιο για την ίδρυσή του στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος  ήταν κιόλας ένα από τα μέλη του. Την ιδέα για τη δημιουργία των Δημοκρατικών Συνδέσμων την είχε υλοποιήσει ο Ανδρέας Παπανδρέου – παρόμοια οργάνωση λειτουργούσε στη Σουηδία. Στην Αθήνα τα μέλη της είχαν εξαπλωθεί και είχαν ήδη πραγματοποιήσει την πρώτη τους δημόσια εκδήλωση. Στη Θεσσαλονίκη βρισκόταν ακόμα στη φάση της εγγραφήςμελών όταν επιβλήθηκε η δικτατορία. Η διάλυσήτης στις  δυο πόλεις ήταν άμεση.

Όταν το φθινόπωρο του 1967 έφτασε στη Θεσσαλονίκη παράνομα από το εξωτερικό πολύγραφος για τις ανάγκες της Δημοκρατικής Άμυνας, προτάθηκε στον ΚώσταΠύρζα να τον έχει στο διαμέρισμά του και να τυπώνει τα διάφορα δελτία, επιστολές κτλ., τα οποία θα έπαιρνε κατόπιν άλλο μέλος της ΔΑ για τα περαιτέρω. Αυτός δέχτηκε και κάποιο βράδυ ήρθε στο σπίτι του ο Γιώργος Σιπητάνος που τον είχε μυήσει στην Οργάνωση, μαζί με κάποιον άλλο ο οποίος συστήθηκε με ψευδώνυμο. (Το όνομά του το έμαθε μετά τις πρώτες συλλήψεις – ήταν ο Στέλιος Νέστωρ.) Είχαν φέρει μαζί τους, μέσα σε χαρτοκιβώτιο, τον πολύγραφο. Ο τελευταίος έδειξε στον Πύρζα το χειρισμό του πολυγράφου (ήταν ηλεκτροκίνητος και χειροκίνητος), τη διαδικασία εκτύπωσης και στη συνέχεια οι δυο επισκέπτες έφυγαν. Από εκεί και πέρα ο Πύρζας είχε να κάνει μόνο με τον Σιπητάνο που του έφερνε τα προς εκτύπωση κείμενα, χαρτί και μελάνι κι έπαιρνε όσα είχαν εκτυπωθεί. Έλαβε επίσης μέρος, αυτοβούλως, και σε κάποιες άλλες δραστηριότητες της ΔΑ. ήρθε όμως εντολή να ασχολείται μόνο με το κύριο έργο που είχε αναλάβει – “έκαστος εφ’ ω ετάχθη”.

Στις 24 Μαΐου η Ασφάλεια συλλαμβάνει τα τρία πρώτα μέλη – στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας: Στέλιο Νέστορα, Γιώργο Σιπητάνο και Ιωάννη Μέλφο. Έντεκα μέρες αργότερα , στις τέσσερις Ιουνίου,  συλλαμβάνονται οι Κώστας Πύρζας, Φιλήμων Χατζής και Αλέκος Τζώρτζης και στις οκτώ Ιουλίου οι Παύλος Ζάννας, Σωτήρης Δέδες και Αργύρης (Άκης)Μαλτσίδης.

 

Εκείνη τη νύχτα – 3 προς 4 Ιουνίου

Μία παρά είκοσι, εισβολή έξι ασφαλιτών στο σπίτι σου. Επικεφαλής, όπως έμαθες αργότερα, ήταν ο ταγματάρχης Παπακωνσταντίνου. Έρευνα για τον πολύγραφο, αυτός όμως έχει ήδη απομακρυνθεί. Βρισιές, φωνές, απειλές. Σε παίρνουν μαζί τους. Μένει στο σπίτι  ένας για να συνεχίσει την έρευνα. Κατόπιν στο φροντιστήριο όπου εργάζεσαι – κι εκεί τα ίδια. Από εκείστο Γ΄ Σώμα Στρατού, στα γραφεία της ΚΥΠ (όπου υπάρχουν και κάποια κελιά). Ένας από αυτούς πηγαίνει προς το βάθος αριστερά, γυρνάει σε λίγο και κουνάει καταφατικά το κεφάλι. Αναχώρηση, κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Βγαίνοντας από την πόλη σου ρίχνουν μια κουβέρτα, προφανώς για να μη βλέπεις τη διαδρομή. Νοερά την ακολουθείς – είναι για μερικά χιλιόμετρα ευθεία. Δεν μιλάει κανένας.

     Προσπαθείς να μη σκέφτεσαι. Κάτι άσχημο θα πρέπει να  ακολουθήσει.  Οι περισσότερες συλλήψεις γίνονται τις μικρές ώρες για να μη βλέπει ο κόσμος, για να μην υπάρχουν μάρτυρες. Σε κάποιο στραβοχτύπημα, σε δυσθεράπευτη βλάβη, σε κάτι αναπάντεχο να δηλώνεται πλήρης άγνοιαως προς  το άτομο, το γεγονός. Το αυτοκίνητο στρίβει αριστερά προς τα Βασιλικά. “Κατέβα”. Γύρω ερημιά. Πολύ αργότερα θα μάθεις ότι ήταν το 561 Τάγμα Πεζικού στη περιοχή Σέδες.

     Μπροστά ένα κτίσμα, κάτι σαν δωμάτιο, και δίπλα ο σκοπός με το όπλο. Σε σπρώχνουν μέσα. Το πανηγύρι αρχίζει.

     Πόση ώρα πέρασε;  Πόσο ακόμα; Μετριέται ο χρόνος μέσα στο χάος;

     Το ασύρματο τηλέφωνο του επικεφαλής χτυπάει. Σταματάνε, ακούνε. “Φέρτε τον έξω. Φεύγουμε”.

Θολώνει, σβήνει η εικόνα – με την κάννη απέναντι, με τις φωνές. Μένει το κουδούνισμα. Η ανεξάλειπτη μνήμη όμως;  Πώς;

Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.

Χαγάνοιορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.

.                                                                    Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς

κοπροκρατούν το μέλλον.

                                                                                                        Οδυσσέας  Ελύτης

“Το Άξιον Εστί”,   ΙΑ

 

Ακολουθεί η συνηθισμένη διαδικασία από την ΚΥΠ- Ασφάλεια: ανακρίσεις επί ανακρίσεων, απειλές, ψυχολογικοί εκβιασμοί, βασανιστήρια. Απειλές και σε μέλη των οικογενειών. Έχουν ήδη βασανίσει τρεις, στον ένα έχουν κάνει και εικονική εκτέλεση. Στο μεσοδιάστημα, μέχρι να κλείσει η υπόθεση, γίνονται και άλλες συλλήψεις (όπως των δικηγόρων ΓιώργουΣωσίδη και Κρατερού  Ιωάννου), ενώ κάποια μέλη της ΔΑ δε θα αποκαλυφθούν ποτέ.

 

Γ΄ Αστυνομικό Τμήμα – Απομόνωση

Μετά τη σύλληψη των τριών στις 4 Ιουνίου και τα συμπαρομαρτούντα, μας μεταφέρουν στην Ασφάλεια. Εμφανίζεται ο Διοικητής, κουνάει το κεφάλι οικτίροντάς μας (Εσύ είσαι ο καθηγητής; Συγχαρητήρια!)και διατάζει να μεταφερθούμε σε διαφορετικά αστυνομικά  τμήματα. Με πάνε στο Θ΄ Α.Τ., όπου κρατούνται 4 – 5 παιδιά. Ανάμεσά τους και ο Θωμάς Βασιλειάδης. Εκεί θα μείνω μια περίπου εβδομάδα και στη συνέχεια στο Γ΄ Α.Τ. στην Πρίγκηπος Νικολάου. Εδώ για πενήντα τρεις  μέρες, τον ένα περίπου μήνα σε απομόνωση.

Στην αρχή μένω με τρεις άλλους. Σύντομα παίρνουν τον ένα, σε λίγες μέρες τον  δεύτερο και σε δυο περίπου εβδομάδες  και τον τρίτο. Απομόνωση λοιπόν. Σκόπιμα ή τυχαία; Δεν ξέρω. Αρχίζουν τα δύσκολα.

Δεν υπάρχουν επισκεπτήρια, απαγορεύονται. Φαγητό από το απέναντι εστιατόριο. Πληρώνεις, σου το φέρνουν σε πλαστικά.

Τέλεια συσκότιση για το τι γίνεται στον έξω κόσμο.

 

 [Εντός των τοίχων]

     Μέρες αργόσυρτες, ομόκεντροι κύκλοι της σιωπής – τι να γίνηκαν οι άλλοι, πόσους πιάσανε, πού να βρίσκονται, είναι καλά; Η απραξία πάει να σε πλακώσει, κοιτάς να την ταρακουνήσεις. Δεκατέσσερις επί έξι πατούσες τα βυσσινόασπρα πλακάκια, εταιρία Φέδη, το έμαθες απέξω, είναι εύκολο.

      Από το μικρό τετράγωνο παράθυρο, ψηλά στοδυτικό τοίχο, φαίνονται οι μακρινές ταράτσες των απέναντι πολυκατοικιών. Θα πρέπει να είναι της Δημητρίου Γούναρη.

     Χτυπάς να σου ανοίξουν για να πάς στην τουαλέτα δίπλα, μια το πρωί και μια το βραδάκι. Χτυπάς πάλι και πάλι. Σου ανοίγουν όποτε θέλουν. Βάζεις κρυφά στο σλιπ πριν γυρίσεις  μερικά κομμάτια από εφημερίδες, απ’ αυτά που “τα όργανα της τάξεως” σκουπίζονται. Μετά, με την ησυχία σου, σε μια γωνιά που να μη φαίνεται από τον “ιούδα”, τα  διαβάζεις, τα ξαναδιαβάζεις – ό,τι και να ‘ναι. Τα μαθαίνεις απέξω.

     Κάποια μέρα επίσκεψη, μοίραρχος Τετραδάκος. “Εσύ είσαι ο καθηγητής; Εσύ ζήτησες βιβλία; Τι είναι εδώ, αναγνωστήριο; Αυτά να τα είχες σκεφτεί από πριν.”

     Μια αχτίδα ανθρωπιάς κάποια μέρα. Βραδάκι. Χτυπάς την πόρτα για τουαλέτα, σου ανοίγει αμέσως. Ξανθός, συμπαθητικός. Καινούριος; “Όταν έχω βάρδια απόγευμα και χτυπάς θα έρχομαι αμέσως ή σε λίγα λεπτά αν έχω δουλειά.”  Τον κοιτάς παράξενα. Απορεί. “Τι με κοιτάς έτσι;”  Μετά από λίγες μέρες σου βάζει κρυφά από τον “ιούδα” ένα πορτοκάλι. “Φά ‘το. Και τα φλούδια και τα κουκούτσια.” Φαίνεται πως η ανθρωπιά βρήκε κάποιο άνοιγμα και τρύπωσε εδώ.

     Στο βρώμικο τοίχο – απ’ την άλλη μεριά είναι η τουαλέτα – βλέπεις γραμμές,  κάποιοι χάραξαν τις μέρες. Βλέπεις μια φράση “Περιμένοντας τον Γκοντό”. Ποιος να το ΄γραψε; Θυμάσαι το έργο. Ο Γκοντό όμως δε θα ‘ρθει, φίλε. Είναι χίμαιρα.

  Πώς να ροκανίσεις το χρόνο;

[Από το “Μνημολόγιο θερινού τινός αοράτου μηνός”]

 

25 Ιουλίου. Ανοίγει η πόρτα. “Ντύσου. Και τα πράγματά σου”. Σε λίγα λεπτά με κατεβάζουν, έξω από το Τμήμα περιμένει ένα στρατιωτικό τριών τετάρτων. Ήλιος λαμπρός. Κλείνω τα μάτια (πενήντα τρεις μέρες είναι αυτές!). “Τι έπαθες: Πρώτη φορά βλέπεις ήλιο;” Με ανεβάζουν στο αυτοκίνητο που ξεκινάει προς την Αγία Σοφία. Φτάνοντας στην εκκλησία στρίβει δεξιά για Εγνατία. (Παρακολουθώ – τώρα αριστερά,πάμε για Ασφάλεια στο Βαρδάρη, σκέφτομαι.) Στη διασταύρωση όμως το αυτοκίνητο συνεχίζει την Αγίας Σοφίαςπρος τα πάνω, μετά στρίβει δεξιά, σταματάει κάπου. “Κατέβα”. Ανοίγει η εξώπορτα. Μπροστά μια μικρή στενόμακρη αυλή. Βρίσκομαι στο Τμήμα Μεταγωγών.

 

Τμήμα Μεταγωγών  

Δεξιά διάδρομος, πρώτη πόρτα δεξιά, μάλλον είναι η γραμματεία. Στο γραφείο κάποιος παίρνει τα στοιχεία μου και μετά μου δείχνουν  μια πόρτα αριστερά. Μπαίνω και βλέπω πέντε άτομα. Αναγνωρίζω μόνο τον Γιώργο Σιπητάνο. (Τον Στέλιο Νέστορα θα τον θυμηθώ σε λίγο – ήταν αυτός που μου είχε φέρει τον πολύγραφο.). Τον Ζάννα τον θυμάμαι από την Κινηματογραφική Λέσχη. Τους άλλους δύο (Δέδε και Μαλτσίδη) τους βλέπω για πρώτη φορά.

Έντονη συγκίνηση. Η ατμόσφαιρα φορτίζεται αμέσως. Σε λίγο μου λένε: “Φέρε τα πράγματά σου”. Τους δείχνωτην κουβέρτα.

Καθώς φαίνεται,  οι διωκτικές αρχές θα τερμάτισαν  πριν από λίγες μέρες το στάδιο των ερευνών και του ανακριτικού έργου και  κατέληξαν στους έξι για παραπομπή σε δίκη στο Έκτακτο Στρατοδικείο. Έτσι, τους μεν πέντε τους έφεραν εδώ από την Ασφάλεια (όπου ήταν συγκεντρωμένοι)τον δε έκτο από το Γ’ Αστυνομικό Τμήμα.

Ο θάλαμος όπου θα μείνουμε είναι ημιυπόγειος. Χωράει μετά βίας έξι στρώματα θαλάσσης (τα φουσκωτά). Στο διάδρομο υπάρχουν άλλοι δυο θάλαμοι και η γραμματεία, ενώ στη μικρή αυλή, όπου θα βγαίνουμε κάθε μέρα για καθορισμένο χρόνο,είναι άλλοι τρεις με φοιτητές ή σπουδαστές, κυρίως του Ρήγα Φεραίου. Αν και απαγορεύεται οποιαδήποτε επαφή με τα παιδιά, βρίσκουμε τρόπους να μαθαίνουμε ποιοι είναι, πότε τους πιάσανε κτλ.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες (ζέστη, στενότητα χώρου, περιορισμένες κινήσεις) θα περάσουν πάνω από εκατό μέρες  μέχρι να γίνει η δίκη μας. Διαβάζουμε πολύ, συζητάμε, όαση τα επισκεπτήρια. Στις 6 Αυγούστου μας πληροφορούν ότι δύο στελέχη της ΔΑ,  οι καθηγητές του ΑΠΘ ΑριστόβουλοςΜάνεσης και Δημήτρης Ευρυγένης συνελήφθηκαν κι εκτοπίστηκαν, ο πρώτος στο Λιδωρίκι και ο δεύτερος στο Καρπενήσι.

 

     Η δίκη των 6 της ΔΑ

Στις 6 Νοεμβρίου αρχίζει η δίκη στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Σχετικά με αυτήν, την απήχηση μέσα κι έξω από την Ελλάδα, τον τρόπο διεξαγωγής της, την προφορική και γραπτή (Τύπος) λογοκρισία, το ήθος και τη στάση των κατηγορουμένων και των μαρτύρων υπεράσπισης, έχουν ήδη γραφεί πάρα πολλά. Σε δικηγόρο μας κάποιος από τους αρχιπραξικοπηματίες είχε πει: “Γνωρίζουμε ποιοίείναι  και τι είναι. Αν δείξουμε επιείκεια σε αυτή τη δίκη, θα γεμίσει η Θεσσαλονίκη από αυτούς.” Το μόνο ίσως που αξίζει να μνημονευθεί είναιο Ιωάννης Μέλφος, ιδρυτικό μέλος της ΔΑ, που εξελίχθηκε σε βασικό μάρτυρα κατηγορίας. Τα μεσάνυχτα της 12ης του μηνός βγαίνει η απόφαση: Στέλιος Νέστωρ 16 ½ χρόνια κάθειρξη, Παύλος Ζάννας 10 ½ χρόνια κάθειρξη και  Γιώργος Σιπητάνος 7 ½ χρόνια κάθειρξη. Οι  Σωτήρης Δέδες, ΑργύρηςΜαλτσίδης και Κώστας Πύρζας σε 5 ½ χρόνια κάθειρξη.Στους έξι επιβλήθηκε επίσης και η ποινή της δεκαετούς στέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων.

Μετά την απόφαση επιστροφή στο Μεταγωγών και Επταπύργιο (Γεντί Κουλέ).

 

Φυλακές Επταπυργίου

Πριν μπούμε στο θάλαμο που μας έχουν καθορίσει, ο Διευθυντής ζητάει να μας δει και βγάζει ένα δεκάρικο λογίδριο, κατάλληλο για παιδιά δέκα χρονών.

Το κτίριο αριστερά ενός διαδρόμου, εμείς στον πρώτο όροφο. Ο θάλαμος μεγάλος, ποινικοί και πολιτικοί κρατούμενοι μαζί  (για να τηρηθεί το ρηθέν υπό των δικτατόρων λεγόντων: Εις την Ελλάδα δεν υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι). Τα κρεβάτια διώροφα  – πάνω και κάτω. Σκορπίζουμε όπου βρίσκουμε ελεύθερη θέση. Βγαίνοντας στο προαύλιο διαπιστώνουμε ότι στο διπλανό κτίριο μένουν κρατούμενοι φοιτητές του Ρήγα Φεραίου. Μερικοί έχουν βγει στο πλατύσκαλο και μας καλωσορίζουν κουνώντας τα χέρια. Η απόσταση ανάμεσα στα δυο κτίρια είναι γύρω στα δέκα μέτρα – παρεμβάλλεται και ο διάδρομος. Η μεταξύ μας επικοινωνία απαγορεύεται, έτσι από εδώ και πέρα θα προσπαθούμε να βρούμε άλλους τρόπους.

Από τις πρώτες γνωριμίες μες στο θάλαμο είναι ένας νεαρός, γύρω στα 22. Μαθαίνοντας ποιοι και τι είμαστε, τη δεύτερη ή τρίτη μέρα ζητάει να τον βοηθήσουμε “στα γράμματα, ελληνικά και μαθηματικά”, όπως είπε. Έχει τελειώσει μόνο το δημοτικό. Δεχόμαστε. Ζητάμε από τους οικείους να φέρουν σε κάποιο επισκεπτήριο 3 – 4 σχετικά βιβλία και ο Άκης Μαλτσίδης κι εγώ του κάνουμε μερικά  μαθήματα στη γλώσσα και στην αριθμητική.  Κάποια στιγμή μου λέει πως έχει κι ένα βιβλίο που τους είχαν δώσει όταν ήταν κρατούμενος στις στρατιωτικές φυλακές. Μου το δείχνει. Είναι ένα από τη σειρά “Το πιστεύω μας” του Παπαδόπουλου με ομιλίες του. “Από αυτό δεν πρόκειται να μάθεις Ελληνικά”, του λέω, “καλύτερα να το πετάξεις”.

Εκτιμώντας τη βοήθεια και την κατανόηση που του δείξαμε, αρχίζει σιγά σιγά να ξετυλίγει το κουβάρι, ιδίως στο πρωινό τρέξιμο στο προαύλιο, όπου μου κάνει παρέα. Πριν από δυο περίπου χρόνια, υπηρετώντας τη θητεία του, έμπλεξε με μια παλιοπαρέα νεαρών που έκαναν μικροδιαρρήξεις (περίπτερα, ψιλικατζίδικα). Τους πιάσανε, αυτός πέρασε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε, μπήκε στις στρατιωτικές φυλακές και μετά τη λήξη της θητείας του μεταφέρθηκε εδώ για το υπόλοιπο της ποινής του.

Κάποιο βράδυ επισκέφθηκε τους φυλακισμένους στρατιώτες ένας αξιωματικός της  στρατιωτικής δικαιοσύνης και τους υποσχέθηκε ότι θα ελάττωναν τις ποινές σε όσους συμφωνούσαν να συνεργαστούν με αυτά που θα τους έλεγε. Όταν χρειαζόταν, βραδινές ώρες, θα τους έβαζαν σε ένα θάλαμο και,  μόλις άνοιγε μια πόρτα και σπρωχνόταν μέσα κάποιος, αυτοί θα τον “περιποιούνταν”  με βρισιές, κλωτσιές, γροθιές. Μερικοί, ανάμεσά τους και αυτός, συμφώνησαν και ανέλαβαν “υπηρεσία”. Μάλιστα, όταν τους επισκεπτόταν ο αξιωματικός,τους μοίραζε και πακέτα με τσιγάρα. Φυσικά οι υποσχέσεις που τους είχε δώσει πήγαν περίπατο.

Οργή και τύψεις μετά από αυτά, όπως μου είπε. Ιδίως  όταν αναγνώρισε ανάμεσα στους φοιτητές του διπλανού κτιρίου έναν συγχωριανό του που τον είχε “περάσει” από τα χέρια του. “Πώς θα πάω τώρα στο χωριό;”, έλεγε. Έτσι εξηγήθηκαν προφανώς κάποια νοήματα που μου έκαναν  παιδιά από απέναντι καθώς τρέχαμε το πρωί στον αυλόγυρο και δεν καταλάβαινα τι θέλανε να πούνε.

Στις 7 Δεκεμβρίου, εντελώς ξαφνικά, μας ειδοποιούν ότι μεταγόμαστε, χωρίς να μας πουν για πού. Το μεσημέρι μας πάνε με στρατιωτικό αυτοκίνητο στο σταθμό και όταν μας βάζουν σε κάποιο βαγόνι ο επικεφαλής μας λέει ότι πάμε στην Αθήνακαι από κει στον Πειραιά.

 

Φυλακές  Αίγινας

Τελικά κατεβαίνουμε στον Πειραιά, μεταφερόμαστε στο Τμήμα Μεταγωγών, όπου και διανυκτερεύουμε. Την επομένη, επιβίβαση σε καράβι της γραμμής Πειραιάς – Αίγινα με χειροπέδες ανά δύο! (Αν το καράβι μπατάρει θα βουλιάξουμε ανά δύο!) Στις 9 Δεκεμβρίου φτάνουμε στις Φυλακές Αίγινας, όπου θα είναι το “σπίτι” μαςγια τα επόμενα δυόμισι χρόνια.

Υπάρχουν πέντε ακτίνες. Οι Β’, Γ’, και Δ’ ποινικών κρατουμένων. Η Α’  των πολιτικών από διάφορες οργανώσεις που δεν ανήκουν στο Πατριωτικό Μέτωπο ή είναι ανεξάρτητες (κυρίως φοιτητικές). Στην Ε’ είναι οι κρατούμενοι του Πατριωτικού Μετώπου και μερικοί (τέσσερις, αν θυμάμαι καλά) της Εργατικής Πάλης – τροτσκιστές.

Η Α’ ακτίνα των Φυλακών Αίγινας πήρε να γεμίζει μετά το φθινόπωρο του 1968. Μέχρι τότε οι πολιτικοί κρατούμενοιήταν σχετικά λίγοι. Ύστερα απότον καινούριο χρόνο άρχισαν να μας έρχονται και άλλοι από διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις. Από τη Θεσσαλονίκη, από το “Κίνημα της 29ης Μαΐου”,ο Αντώνης Γούλας, ο Νώντας Όχονος, ο Τάσος Τάντσης και λίγο αργότερα ο Νίκος Χλωρός. Επίσης, από την υπόθεση Παναγούλη, από την κηδεία του Γ. Παπανδρέου, από δίκες της ΔΑ στην Αθήνα, από μεταγωγές κ.ά. Τέλη Μαΐου μας έρχεται και ο Σπύρος Πλασκοβίτης,  Πάρεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας και συγγραφέας.

Τρεις από εμάς (ο Άκης Μαλτσίδης, ο Γιώργος Σιπητάνος κι εγώ) βολευόμαστε στο Α’ θάλαμο, όπου σιγά σιγά θα γίνουμε επτά. Η τσιμεντένια αυλή είναι στενόμακρη με τους δέκα θαλάμους ολόγυρα, τις τουαλέτες και τους νιπτήρες. Μια σιδερένια πόρτα απομονώνει την ακτίνα από τις άλλες. Εκεί κι ένας φύλακας. Γνωριζόμαστε αμέσως με όσους έχουμε βρει, η ζωή στη νέα κατοικία μας αρχίζει.

Η ακτίνα γέμισε. Άμεση προτεραιότητά μας πλέον η οργάνωσή της με αξιοποίηση του υψηλού μορφωτικού δυναμικού. Μερικοί έχουν γυμνασιακή μόρφωση ή είναι επαγγελματίες, αρκετοί σπουδαστές, φοιτητές, επιστήμονες (δικηγόροι, ένας γιατρός, οικονομολόγοι, πολιτειολόγοι, μηχανικοί, ένας εκδότης, ένας καθηγητής κ.ά.).

Σε λίγες εβδομάδες μας έρχεται, κρυφά φυσικά, ένα τρανζιστοράκι. Το έχουμε στο θάλαμο. Ο Νώντας Όχονος, ο “ψηλός”,βρίσκει μια κρύπτημέσα στο τενεκεδένιο – άδειο – ντεπόζιτο της τουαλέτας του θαλάμου και εκεί βάζει με τα μακριά χέρια του το τρανζιστοράκι. Το βράδυ ο Γιώργος, σκεπασμένος με κουβέρτα, ακούει τις ελληνικές εκπομπές του BBC, της DeutscheWelle και της Μόσχας. Το πρωί, όταν ανοίγουν οι θάλαμοι, ενημερώνει σχετικά τους υπευθύνους των θαλάμων.

 

     Ο υπουργός Δικαιοσύνης – της δικτατορίας

Έχουμε πληροφορίες ότι στις αρχές Απριλίου θα επισκεφθεί τις φυλακές ο καθηγητής Νομικής του ΑΠΘ και υπουργός   Δικαιοσύνης της χούντας Ηλίας Κυριακόπουλος. Πράγματι, μετά 5-6 μέρες η φυλακή είναι έτοιμη για την υποδοχή του κι εμείς για την “υποδοχή” τη δική μας. Μπαίνει στην ακτίνα και έρχεται  κατευθείαν απέναντι στο θάλαμό μας, τον Α΄, με κουστωδία από τον διευθυντή, γραμματείς, ασφαλίτες, δεσμοφύλακες. Εκεί είμαστε 3-4 ψιλοσυζητώνταςκαι … περιμένοντας. Λέει “καλημέρα”,δεν του απαντάει κανείς. Βλέπει τον Σωτήρη Δέδε (που μαζί με τον Νέστορα ήταν βοηθοί στην έδρα του Αστικού Δικαίου στο ΑΠΘ) και, σχεδόν … εμβρόντητος, λέει:“Τι μου επεφύλασσε η σημερινή μέρα!”Ο Σωτήρης του απαντάει κοφτά: “Και σε μένα, κύριε καθηγητά!”, δεν τον κοιτάζει σχεδόν καθόλου καισυνεχίζει με το γνωστό του στυλ ένα σφοδρό κατηγορητήριο για το χουντικό  καθεστώς και για όσους το υπηρετούν,αρνούμενος κάθε συζήτηση (δε θυμάμαι ακριβώς τη σύντομη επίθεση εναντίον του χουντικού υπουργού). Ο Κυριακόπουλος, βλέποντας ότι το κλίμα δεν τον σηκώνει,και για να αποφύγει ό,τι ήθελε προκύψει, γυρίζει και βγαίνει από το θάλαμο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κάποια γραμματέας λέει:“Πολύ στενοχωρέθηκε ο κύριος υπουργός!”για να της απαντήσει ένα  απ’ τα παιδιά του θαλάμου: “Να δείτε τι θα γίνει πιο πέρα”.

Φρονίμως ποιών, δε μπαίνει στον επόμενο θάλαμο, στον μεθεπόμενο αλλά συνεχίζει προς το βάθος της αυλής. Ακολουθούμε κι εμείς. Δεν πρέπει να χάσουμε τα όσα θα  συμβούν λίγο  πιο εκεί. Έξω από το θάλαμο 5 κάθονται στις πάνινες πολυθρόνες μερικοί από τους φίλους (Ζάννας Π., Νοταράς Γ., Σοφούλης Κ., Ιωαννίδης Φ., Νέστωρ Σ., Ξυριτάκης Δ. και 2-3 άλλοι συζητώντας). Πλησιάζει. Κανείς δεν του δίνει σημασία. Βλέπει τον Νέστορα και επαναλαμβάνει τα ίδια: “Τι μου επεφύλασσε ησημερινή μέρα! Ελάτε, κύριε Νέστορα, να τα πούμε κατόπιν στο γραφείο τουδιευθυντή.”Ο Στέλιος σηκώνεται, η επίθεση κατά πρόσωπο ξεκινάει, γίνεται ολομέτωπη (“αρνούμαι να μιλήσω με τον εκπρόσωπο  της χούντας που κατέλυσε τηδημοκρατία, φυλακίζει και  βασανίζει πολίτες” κτλ.- δεν είναι δυνατό να θυμάμαι τον φιλιππικό που εξαπολύειγια αρκετά λεπτά). Σκηνή χάρμα ακοής και οφθαλμών. Ο κύκλος γύρω έχει μεγαλώσει, με όλη την ακτίνα παρούσα, η ατμόσφαιρα ζεσταίνεται αρκούντως, οι διαμαρτυρίες πληθαίνουν και δυναμώνουν (έξω, έξω από εδώ -όχι στους υπηρέτες της δικτατορίας – κάτω η χούντα). Ο διευθυντής, κατάχλωμος,  δεν ξέρει τι να κάνει, τι να πει, δεν περίμενε να συμβεί κάτι τέτοιο, οι ακόλουθοι του υπουργού και οι δεσμοφύλακες δεν μπορούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο γιατρός Αντρέας Αρχοντάκης εντοπίζει δυο ασφαλίτες,  τους πλησιάζει και φωνάζει: “Έξω από δω! Εδώ χτυπάει η καρδιά της ελεύθερης Ελλάδας.”

 

[Ο μπάρμπα Γιάννης  –  του φυρού μυαλού

Να ‘τοςκι ο μπάρμπα Γιάννης. Δεν μπορούσε δα να λείψει – κάτι φωνάζουν οι φίλοι του.

Κοντούλης και λίγο κυρτός, συχνά με ένα χαμόγελο σχεδόν παιδικό (λες και βγήκε από την κομέντια ντελ άρτε), ο συμπαθητικός αυτός γεράκος, πριν από τη δικτατορία, αλλά και μετά, γυρνούσε στην Τρούμπα και πουλούσε στα “κορίτσια” ψιλοπράματα – χτένες, σοκολάτες, προφυλακτικά, καθρεφτάκια, ψαλιδάκια, τέτοια – και πολλοί φαντάροι ή ναυτικοί τον πλήρωναν με χαρτονομίσματα, οι ξένοι της χώρας τους. Δεν τα χαλούσε, τα φύλαγε για να τα έχει για αργότερα. Κάποιος τον κάρφωσε, πέρασε από στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε μερικά χρόνια. (Μου είχε δείξει ένα απόκομμα εφημερίδας από τη δίκη του. Τον περιγράφανε ως  μεγάλο λαθρέμπορο συναλλάγματος!) Τον φέρανε στην Αίγινα. Από την περιπέτεια αυτή τα λογικά του μισοσάλεψαν. Οι άλλοι ποινικοί της ακτίνας του τον παίρνανε στο ψιλό και τον αποτρελάνανε. Βρήκε λοιπόν καταφύγιο στην ακτίνα μας, όπου περνούσε τη μέρα του και το βράδυ πήγαινε να κοιμηθεί στη δική του. Πόσο ευχαριστιόμουν να τον ακούω σε μια γωνιά της αυλής να διηγείται παλιές ναυτικές ιστορίες για ταξίδια του με καράβια σε μακρινά λιμάνια! Πόσο ευχαριστιόταν που είχε ακροατήριο!Όταν ήρθε ο Κυριακόπουλος και άρχισε ο σαματάς, ο μπάρμπα Γιάννης , με το σαλεμένο του μυαλό, ένιωσε ότι κάτι γίνεται, κάτι δεν πάει καλά, ότι οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν φωνάζανε σε κάποιους άλλους. Για να δείξει λοιπόν συμπαράσταση στους φίλους του είχε σηκώσει και κουνούσε το δεξί του χέριπάνω κάτω φωνάζοντας: “Πέντε η σαρδέλα, πέντε η σαρδέλα …”

Καημένε μπάρμπα Γιάννη, πώς σου ρήμαξαν τη ζωή σου. Όταν μετά από λίγους μήνες σε ειδοποίησαν για μεταγωγή και σε ρώτησα για πού, είπες “Βουλωμένο γράμμα, βουλωμένο γράμμα” και γέλασες, κατά πώς συνήθιζες. Ευχή μου να σε αποφυλάκισαν ώστε να πας να ησυχάσεις λίγο, να μαζέψεις ό,τι σου είχε απομείνει εντός κι εκτός, να ξαναπάς στα παλιά σου λημέρια, στα σοκάκια της Τρούμπας, μήπως και θυμηθείς κάτι από τη ζωή που σου έκλεψαν, μήπως και κάποιοι σε θυμηθούν.]

 

Όπως μάθαμε την άλλη μέρα, όταν ο υπουργός και ο διευθυντής επέστρεψαν στο γραφείο του, ο δεύτερος προσπάθησε να βρει κάποια λόγια για να απαλύνει τις εντυπώσεις από την εκρηκτική ατμόσφαιρα της επίσκεψης, προσθέτοντας ότι σκόπευε να πάρει κάποια πειθαρχικά μέτρα. Ο υπουργός ήταν αρνητικός θέλοντας προφανώς να υποβαθμίσει το γεγονός ώστε να ξεχαστεί.

Ο διάδοχός του στο υπουργείο Άγγελος Τσουκαλάς δεν ήλθε στην Α΄ ακτίνα όταν επισκέφθηκε τις Φυλακές Αίγινας.

 

Γραφείο  λογοκρισίας.Υπηρεσία που λειτουργεί αποτελεσματικώς, ευστόχως, εθνοφελώς. Αντικείμενο: επιστολές, βιβλία, χειρόγραφα, ευχετήριες κάρτες, φάκελοι επιστολών, γενικώς πως οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κίνδυνος για τη λαοπρόβλητη κυβέρνηση. Επικεφαλής υπάλληλος εγκυκλίου αμαθείας, ακαλλιέργητος περί την πνευματικήνκαλλιέργειαν

     Δύο οι κανόνες λειτουργίας του γραφείου: α’  αποφασίζομε κι εκτελούμε, β’ δεν υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι στην Ελλάδα. Όπου υπάρχει τέτοια λέξη υπάρχει και μαρκαδόρος.

     Κάποια παραδείγματα (από τα πολλά):

     Α’ Ο Αναστάσιος Πεπονής εκδίδει την “Προσωπική μαρτυρία” (Εκδόσεις Κέδρος) σχετικά με τη συμμετοχή του στην αντίσταση κατά τη γερμανική κατοχή. Στέλνει το βιβλίο στον Π. Ζάννα. Ο λογοκριτής του λέει: “Αυτό δε θα το πάρεις”. “Γιατί;”  “Γιατί πίσω γράφει ότι τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα για λογαριασμό του συγγραφέα. Δεν είναι δικό σου.”

     Β’  ‘Ερχεται στον Κ. Πύρζα το βιβλίο “MacedonianFolklore” του G. F. Abbott (Cambridge, 1903) μαζί με τα χειρόγραφα της μετάφρασης που έχει κάνει.  “Δε θα τα πάρεις”.  “Γιατί;”.  “Μέσα είδα πολλές φορές το Βουλγαρία και Βούλγαροι” (στο τμήμα της συγκριτικής λαογραφίας). Ύστερα από αυτό στάλθηκε στο υπουργείο από συγγενή των παιδιών. Εγκρίθηκε.Γ’Στέλνουν στον Τάσο Τάντση, φοιτητή της Νομικής στο ΑΠΘ, το βιβλίο “Whatiscommunism?” (Εκδόσεις PelicanBooks), στο εξώφυλλο του οποίου υπάρχει ένα σφυροδρέπανο, κριτική στον κομμουνισμό. “Αυτό δε θα το πάρεις”.  “Μα είναι επικριτικό στον κομμουνισμό”. “Αυτό θα βάλεις μέσα;”, και του δείχνει το σφυροδρέπανο. “Δηλαδή, αν σχίσω το εξώφυλλο θα μου το δώσετε;”“Βεβαίως”.  Σχίζει το εξώφυλλο, το δίνει στον υπάλληλο και παίρνει το βιβλίο.

 

Και μπήκε η Μεγάλη Εβδομάδα, Απρίλιος 1969. Γνωρίζαμε ότι κάθε Μεγάλη Πέμπτη πρωί ο μητροπολίτης της Αίγινας,συνοδευόμενος από κληρικούς, επισκεπτόταν τις φυλακές και περνούσε από τις ακτίνες, ραντίζοντάς τες με την αγιαστούρα και ψάλλοντας ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής. Μια εβδομάδα πριν σκεφτήκαμε να σχηματίσουμε ολιγομελή χορωδία και να συνοδεύσουμε τον μητροπολίτη και την ακολουθία του στις ακτίνες.Θα μας δινόταν ίσως η ευκαιρία να μπούμε στην Ε΄ ακτίνα , την αυστηρά απαγορευμένη σε μας, και να δούμε ποιοι ήταν εκεί, έστω για μια σύντομη οπτική επαφή. Είπαμε την ιδέα μας στον διευθυντή (το θρησκευτικό μέρος φυσικά), τη δέχτηκε και  μας προμήθευσε τα βιβλιαράκια με τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής. Μαέστρος της χορωδίας ήταν ο Στέλιος, οι χορωδοί, γύρω στους δέκα, κάναμε και μια … πρόβα. Ήρθε ο μητροπολίτης, περάσαμε από τις υπόλοιπες τρεις  ακτίνες ψάλλοντας. Κάθε τόσο επαναλαμβάναμε το τρίστιχο: “Ω της παραφροσύνης / και της χριστοκτονίας / της των προφητοκτόνων.”  Οι νοούντες εννόησαν.

Όταν φτάσαμε στη σιδερένια πόρτα της Ε΄ακτίνας , μπροστά της έστεκε ο αρχιφύλακας που είπε: “Ο σεβασμιότατος και η ακολουθία του θα μπουν, εσείς όχι,” Διαμαρτυρηθήκαμε, επικαλεστήκαμε την ιερότητα της ημέρας, αυτός απλά άκουγε.“Είπαμε, εδώ μέσα δεν μπαίνετε. Γυρίστε πίσω στην ακτίνα σας.” Στάθηκε λοιπόν αδύνατη η επίσκεψή μας στην ακτίνα Ε΄.

 

Αγνή Ρουσοπούλου  (inmemoriam)   –  Ζωή Μελά –Ιωαννίδη

     Κάποιο μεσημέρι ακούς από το μεγάφωνο: “Ο Κωνσταντίνος Πύρζας να ετοιμαστεί για τον δικηγόρο του”. Τι ήταν αυτό; Ποιον δικηγόρο; Στη δίκη μόνο είχες ένα συνήγορο, μετά τέρμα. Δεν έχεις δικηγόρο για υποθέσεις σου επειδή δεν υπάρχουν.

     Στην αίθουσα λοιπόν όπου δικηγόροι δέχονται πελάτες τους έρχεται κάποια κυρία και σε χαιρετάει. Δεν την ξέρεις, δεν την έχεις δει ποτέ. Είναι η Αγνή Ρουσοπούλου από την Αθήνα κι  έχει έρθει να δει τον Παύλο Ζάννα, τον Μπάμπη Πρωτόπαπα και σένα.  Αρχίζει αμέσως  να σε ενημερώνει για την άλφα – φανταστική – υπόθεσή σου, για το βήτα – φανταστικό – πρόβλημα. Ο φύλακας δίπλα ακούει στην αρχή, μετά βαριέται, πάει παραπέρα, δε δίνει σημασία. Τότε η “δικηγόρος”σου, ανάμεσα στα όσα λέει περί ανέμων και υδάτων, πετάει κάποια φράση στα αγγλικά – ειδήσεις, σχόλια για την κατάσταση, πληροφορίες από το εξωτερικό, επαφές της με ξένους.

Αποκάλυψη η Αγνή στο επισκεπτήριο. Έγινε παράθυρο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο,  με υπεύθυνη πληροφόρησηκάθε δυο ή τρεις μήνες, μερικές φορές και συχνότερα. Και πάντοτε έχοντας κάτι στα χέρια της. Παρά τα προβλήματα υγείας, παρά την απόσταση, θα έρθει και στην Κέρκυρα να παραστεί ως συνήγορος για να υποστηρίξει την αίτηση που είχες υποβάλει για αναστολή του 1/3 της ποινής σου.

     Η εξαιρετική αυτή συνάντηση, οι δεσμοί που αναπτύχθηκαν με την ίδια και τον κύκλο των γνωριμιών της θα συνεχιστούν και μετά τη φυλακή. μετά την πτώση της χούντας.

Και τι δεν έμαθες κατόπιν για την Αγνή! Όχι από την ίδια – σπάνια μιλούσε για τον εαυτό της. Από τους γύρω. Επτά χρόνια δε σταμάτησε να δουλεύει αθόρυβα, εύστοχα, με συνέπεια. Αξιοποιώντας στο έπακρο τις γνωριμίες της στο εξωτερικό. Ενημερώνοντας, στέλνοντας αναλύσεις, άρθρα. Με επισκέψεις στις φυλακές.

Κάπου εκεί στο ’76 ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη και πήγατε μαζί στο Βογατσικό, τον τόπο καταγωγής της. Ήτανε φορτωμένη βιβλία για τη βιβλιοθήκη του χωριού – υπήρχαν ήδη και άλλα από προηγούμενες δωρεές. Μια αίθουσα είχε το όνομά της.

     Η Αγνή του ήθους, της απλόχερης προσφοράς, της λεβεντιάς.

    Δεύτερη έκπληξη του επισκεπτηρίου η Ζωή Μελά – Ιωαννίδη, κόρη του Παύλου Μελά.

Στενή και παλιά φίλη της Αγνής. Είχε πληροφορηθεί ότι ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους της Αίγινας υπήρχε και κάποιος Κ. Πύρζας. Ζήτησε από τη φίλη της να την ενημερώνει σχετικά. Η ίδια σου έστελνε και κάποιες κάρτες, βιβλία. Η επικοινωνία συνεχίστηκε και μετά την αποφυλάκισή σου. Στην κάρτα της 21/9/73  έγραφε: “Σήμερα χαράς ευαγγέλια, αδειάζουν Κορυδαλλός και ΕΣΑ”.

 

Επισκέψεις επίσης θα έχω,τόσο στην Αίγινα όσο και στην Κέρκυρα, από τον Θόδωρο Ιωαννίδη, από τη Θεσσαλονίκη. Φίλο και συνεργάτη στο φροντιστήριο στη Τσιμισκή, πριν από τη σύλληψη. Είναι ο επίτροπός μου (καθώς οι δικοί μου είναι στο εξωτερικό) για διάφορα θέματα που προκύπτουν  (επισκεπτήρια, επιστολές, βιβλία,μεταφράσεις μου, αποστολή εντύπων κ.ά.). Είναι μια ακόμα πηγή πληροφοριών για προσωπικά μου θέματα, για τη Θεσσαλονίκη.

 

Διδασκαλία ξένων γλωσσών

Ένα από τα πρώτα αιτήματά μας ήταν η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Ο διευθυντής ήταν θετικός εφόσον τα μαθήματα – και όποιες άλλες δραστηριότητες ή εκδηλώσεις –θα γινόταν για όλους τους κρατουμένους, εκτός της Ε’ ακτίνας. Δεχτήκαμε.

Αποφασίσαμε να διδάσκονται τέσσερις γλώσσες: αγγλικά,γαλλικά. γερμανικά και ιταλικά. Συντονιστής του όλου προγράμματος  ορίστηκε ο Κ. Πύρζας, καθότι ήταν καθηγητής αγγλικών. Ο ίδιος ανέλαβε και τα ιταλικά, ο Γ. Νοταράς τα γαλλικά και ο Σ. Δέδες τα γερμανικά. Για κάποιο διάστημα δίδαξαναγγλικά ο Π. Ζάννας και ο Κ. Σοφούλης, με ειδίκευση στην οικονομία.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε γύρω στις αρχές φθινοπώρου του 1969. Τα μαθήματα άρχιζαν από τις εννιά το πρωί και τελείωναν στις ένδεκα. Χώρος ήταν διάφοροι θάλαμοι, όπου οι μαθητές προσπαθούσαν να βολευτούν εξαιτίας της στενότητας που υπήρχε (ράντσα, ντουλαπάκια). Τα διδακτικά βιβλία, που ήταν τα ίδια με αυτά που διδάσκονταν στα διάφορα φροντιστήρια, μας τα είχαν στείλει συγγενείς, φίλοι. Κάθε τάξη διαρκούσε περί τους τέσσερις μήνες. (‘Εχωδιασώσει μερικά γραπτά από διαγωνίσματα εκείνης της περιόδου.) Η τελευταία τάξη, στα αγγλικά,  ήταν η του LowerCertificate.

Παράλληλα με τη διδασκαλία ξένων γλωσσών γίνονταν εκλαϊκευμένοι κύκλοι μαθημάτων πάνω σε θέματα καθολικού ενδιαφέροντος από το υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό της ακτίνας.  Ο Π. Ζάννας μιλούσε για τον κινηματογράφο, ο Κ. Σοφούλης για την οικονομία, ο Σ. Νέστωρ για νομικά θέματα, ο Φ. Ιωαννίδης για την πολιτική ιστορία του τόπου.

Συνεχίζω τη μισοτελειωμένη μετάφραση του βιβλίου του G.F.Abbott  “MacedonianFolklore”. Θα πρέπει να τελειώσει σύντομα.Τη δούλευα και στο Μεταγωγών  Θεσσαλονίκης.

Κάποια μέρα με καλεί ο Διευθυντής: “Έχεις ένα γράμμα από τη Νορβηγία, ο αποστολέας όμως δεν έχει το ίδιο επώνυμο. Έχεις κανένα συγγενή εκεί;” Καθώς τα λέει αυτά, προσπαθώ να διαβάσω ανάποδα (απέναντί του καθώς στέκομαι) κάτι από το ανοιχτό επιστολόχαρτο εμπρός του, από τις πρώτες λέξεις, ενώ αυτός μιλάει. Το μόνο που προλαβαίνω είναι η επικεφαλίδα AMNESTYINTERNATIONAL. Του απαντώ πως έχω κάποιο συγγενή, δεν το χάφτει και μου λέει πως δε θα μου το δώσει αλλά θα το βάλει στο φάκελό μου. Δεν το είδα ποτέ.

Όπως έμαθα αργότερα, στην Ολλανδία κάποια παλιά μου φίλη Θεσσαλονικιά, η Ιωάννα Ι., δραστήριο στέλεχος  εκεί του αντιδικτατορικού αγώνα, είχε ενδιαφερθεί για την κράτησή μου, τη δίκη της ΔΑ, την υγεία μου, τις φυλακές  τους πολιτικούς κρατούμενους γενικότερα, κτλ. Απευθύνθηκε στη Διεθνή Αμνηστία στο Λονδίνο, μέσω της Ομάδας της Ουτρέχτης, ζητώντας σχετικές πληροφορίες. Στις 27 Ιανουαρίου 1972 το Λονδίνο απάντησε στην Ουτρέχτη και την ενημέρωνε πως γνώριζε καλά την περίπτωσή μου (παρέθετε στοιχεία για τη δίκη, την καταδίκη κ.ά., προσθέτοντας ότι ο Κ.Π. είχε ήδη υιοθετηθεί από το Νορβηγικό Τμήμα της ΔΑ). Όταν βγήκα από τη φυλακή έστειλα ευχαριστήριο γράμμα στο Νορβηγικό Τμήμα.

Η Διεθνής Αμνηστία, μέσω άλλων εθνικών τμημάτων της, είχε υιοθετήσει και τους άλλους πέντε φίλους μου από τη δίκη μας.

 

Τα κυριακάτικα μουσικά πρωινά

Την ίδια περίπου εποχή, μετά από επίμονες προσπάθειες, μας δόθηκε η άδεια για πραγματοποίηση κυριακάτικων μουσικών πρωινών (απαραίτητος όρος κι εδώ να γίνονται για κάθε κρατούμενο που θα επιθυμούσε να τα παρακολουθήσει, με εξαίρεση την Ε΄ακτίνα). Χώρος της εκδήλωσης, από τις 10.00 έως τις 11.30, θα ήταν μια αίθουσα όπου γίνονταν διάφορες εκδηλώσεις, κυρίως προβολή κινηματογραφικών ταινιών. Τους δίσκους (Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, νέο κύμα κ.ά., όχι φυσικά Θεοδωράκης) τους έφερναν στα επισκεπτήρια οικείοι των φίλωνκαι φυλάσσονταν στο γραφείο του διευθυντή μαζί με το ηλεκτρόφωνο / πικάπ.Επίσης, ξένης ελαφράς μουσικής (δημοφιλείς εκείνη την εποχή) και κλασικοί. Την Κυριακή πρωί ο υπεύθυνος της εκδήλωσης θα πήγαινε στο γραφείο  για να πάρει τους δίσκους που είχε επιλέξει για την εκδήλωση και στο τέλος  θα τους επέστρεφε. Η ακτίνα όρισε τον Πύρζα υπεύθυνο για τη διοργάνωση αυτών των εκδηλώσεων.

Τα πρώτα τρία τέταρτα περίπου, στο πρώτο μέρος, θα ακουγόταν ελληνική μουσική, και λίγη ξένη, ενώ στο δεύτερο κλασική (σύντομα ελαφρά κομμάτια, “εύπεπτα” για το ακροατήριο – π.χ. ντιβερτιμέντα, σερενάτες, προκλασικά, κάποιες εισαγωγές σε μεγάλα έργα). Πριν από κάθε κομμάτι, κυρίως κλασικό, ο υπεύθυνος θα έλεγε λίγα λόγια για το συνθέτη και το μουσικό είδος της σύνθεσης. Η επιλογή της χρονικής σειράς ήταν σκόπιμη: οι ποινικοί που θα ήταν ακροατές θα μπορούσαν να φύγουν στο δεύτερο μέρος, το κλασικό, αν δεν τους ενδιέφερε. Μας περίμενε όμως αναπάντεχη έκπληξη : οι περισσότεροι από αυτούς έμεναν και στο δεύτερο μέρος!

Επρόκειτο για ένα ευχάριστο διάλειμμα, μια μικρή όαση, όχι μόνο από μουσική αλλά και παιδευτική άποψη, στο μουντό κλίμα της φυλακής, όπου τα μεγάφωνα μας βομβάρδιζαν καθημερινά με κακόγουστη, παντελώς αδιάφορη μουσική. Οι εκδηλώσεις αυτές πήγαντόσο καλά ώστε ύστερα από λίγους μήνες μας επιτράπηκε να πάρουμε 2-3 φορές το πικάπ μέσα στην ακτίνα μας για ένα βράδυ. Τότε ακούσαμε, όσο πιο προσεκτικά, πιο “συνωμοτικά” γινόταν, την “Κατάσταση πολιορκίας” του Θεοδωράκη. Ο δίσκος είχε μπει λίγο πριν στη φυλακή με ετικέτα κλασικού έργου της   DeutscheGrammophon.Είχαμε πληροφορηθεί σχετικά με το έργο,πρώτη φορά θα το ακούγαμε.

“Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν

το νοικοκυρεμένο ύπνο τους,

 θα στείλω το φόβο να φωλιάσει

στις ανύποπτες καρδιές τους …”

                                                                             Ρένα Χατζηδάκη   “Κατάσταση πολιορκίας”

 

     Ο Αντώνης  –  της καλλιτεχνίας

“… μένα με λένε Αντώνη   …”

Εκείνος ήταν ο Αντώνης του Μαουτχάουζεν, αυτός είναι ο Αντώνης Γούλας της  Α΄Ακτίνας ,ο Αντώνης της φιλίας, της ανιδιοτελείας, της καλλιτεχνίας.

     Ο καλλιτέχνης της ακτίνας λοιπόν. Ζωγράφος, λαξευτής, σχεδιαστής. Μέχρι και στο θέατρο είχε ακουμπήσει πριν τον πιάσουνε. Έκανε αμέτρητα πορτρέτα (με μολύβι) από φωτογραφίες συζύγων, παιδιών, συγγενών κ.ά. που του ζητούσαν συγκρατούμενοι. Πρόσωπα της επικαιρότητας (π.χ. ο Τσε) ή φυλακών, αυτά όμως με χρώμα, με προσεγμένη τεχνική. Σχεδίαζε λαϊκά μοτίβα, άνθη, ονόματα πάνω στα ξύλινα ποτήρια – μολυβδοθήκεςπου μετά έστελναν στους δικούς τους όσοι από εμάς σκάλιζαν. Αριστοτεχνήματα ήταν τρεις ή τέσσερις μάσκες από το αρχαίο ελληνικό θέατρο σε μικρό μέγεθος που σκάλισε σε κόκαλο.

     Ο διευθυντής πληροφορήθηκε ότι στην ακτίνα Α΄ υπάρχει κάποιος κρατούμενος που “πιάνει το χέρι του” στη ζωγραφική. Κάλεσε τον Αντώνη και του ζήτησε, αν ήθελε φυσικά, να κάνει ένα έγχρωμο πορτρέτο του μητροπολίτη της Αίγινας. Ο Αντώνης δέχτηκε, το πορτρέτο έγινε, ο μητροπολίτης ενθουσιάστηκε και, ευχαριστώντας, έκανε δώρο μια τηλεόραση για τη φυλακή.Ήταν φθινόπωρο του ’69.

 

.

Μπήκε το ’70, αποκριές. Μια παρέα της ακτίνας ανεβάζει μονόπρακτο στην αυλή Η σκηνή (σύμφωνα με το λιμπρέτο του Νέστορα) παριστά δεξιά την καλύβα του Καραγκιόζη και αριστερά το σαράι.  Αυτός σχολιάζει την πολιτική κατάσταση, σατιρίζει συνήθειες, καημούς, ασχολίες παρόντων φίλων. Ο χορός, αλλά και οι θεατές, συμμετέχουν με κέφι, διασκεδάζοντας με την καρδιά τους.

Άλλο ένα μικρό επεισόδιο, ένα διάλειμμα αναπάντεχο, στην καθημερινότητα, στα λογής λογής προβλήματα που γεννά αυτή.

Κάποιος ονόμασε το γεγονός  “Θεατρική παράσταση σε παγκόσμια πρώτη!”

ΤελειώνωτημετάφρασητουβιβλίουτουHughThomas “TheSpanishCivilWar” (Penguin Books). Τα 100φυλλα τετράδια, όταν είναι έτοιμα, θα φύγουν για έλεγχο στο αρμόδιο υπουργείοκαι μετά βλέπουμε.

Με τις καθημερινές μας ασχολίες, τις ξένες γλώσσες, τα μουσικά πρωινά, άλλα και τα επιμέρους μαθήματα κυλάει και τελειώνει η χρονιά, μπαίνει το ’71. Τον Απρίλιο όμως αρχίζουν να διακρίνονται κάποια σύννεφα στον ορίζοντα που σύντομα αποκτούν όνομα: μεταγωγές. Κάτι που φοβόμασταν. Είναι άραγε συνηθισμένες διαδικασίες του υπουργείου Δικαιοσύνης, είναι σκόπιμες ή προάγγελος διάλυσης της Α’ ακτίνας; Κανείς δεν ξέρει.

Στις 6, 7 και 9 Απριλίου μετάγονται εννιά από τους συντρόφους μας σε διάφορες φυλακές ανά τη χώρα: Κέρκυρα, Κορυδαλλός, Αλικαρνασσός, Τρίκαλα, Χαλκίδα. Η ενέργεια αυτή κόστισε, αποχωριστήκαμε φίλους που δεν ξέραμε πότε θα τους ξαναβλέπαμε. Παρόλα αυτά η ακτίνα συνέχισε τις δραστηριότητες, τη ζωή της.

 

     Ο Νίκος Ζαμπέλης  –  της απόδρασης

Εξάδελφος του Παναγούλη.Το βράδυ της 2ας Ιουνίου στο στάδιο Γουέμπλεϊ γινόταν ο αγώνας Παναθηναϊκού – Άγιαξ. Η δικτατορία θεώρησε την εκδήλωση εθνικό γεγονός και με άνωθεν εντολή η διεύθυνση ανακοίνωσε ότι όποιος ήθελε να παρακολουθήσει τον αγώνα θα μπορούσε να πάει στην αίθουσα εκδηλώσεων (εκτός, φυσικά, από τους της Ε΄ ακτίνας ). Πήγαμε όλοι – αλλαγής ένεκεν. Ο Νίκος δεν ήρθε. Έμεινε στην ακτίνα, ήταν εντελώς μόνος, ιδανική ευκαιρία για να δουλέψει. Με μια πριονολάμα που είχε κρυμμένη από καιρό πριόνισε στη βάση του ένα από τα κάγκελα του παραθύρου,δίπλα στο οποίο  ήταν το ράντσο του. Στη συνέχεια κάλυψε την τομή με μαστίχα και κοιμήθηκε.

     Τα μεσάνυχτα της 5ης προς 6η του μηνός τράβηξε το κάγκελο προς τα μέσα (τα  άλλα παιδιά του θαλάμου ήταν ενημερωμένα και ξυπνητά), βγήκε στην αυλή κι επανέφερε το κάγκελο στη θέση του σκεπάζοντάς το με ένα προσόψι. Επίσης, φρόντισε να παραγεμίσει το χώρο κάτω από την κουβέρτα στο ράντσο του με διάφορα ρούχα – όποιος θα το έβλεπε να νομίσει ότι κάποιος κοιμάται. Προχώρησε προς τις τουαλέτες, όπου είχε εντοπίσει ένα στενό άνοιγμα μεταξύ της οροφής και του εξωτερικού τοίχου. Έδεσε το σχοινί που κουβαλούσε και κατέβηκε στο δρόμο τον περιφερειακό της φυλακής. Πήγε στην παραλία, βρήκε μια βάρκα με μηχανή (ήξερε από αυτά, ήταν οδηγός λεωφορείου) και τράβηξε για τον Πειραιά, όπου και κρύφτηκε. Η απόδρασή του έγινε γνωστή από τον φύλακα της ακτίνας το μεσημέρι της Κυριακής, όταν το πουλί είχε πετάξει. Σε λίγες μέρες βρισκόταν στην Ιταλία.

 

Η απόδραση επιτάχυνε τη διάλυση της Α΄ ακτίνας. Οι δυο τελευταίες μαζικές μεταγωγές, των δέκα ατόμων η καθεμιά, έγιναν για την Κέρκυρα στις 15 Ιουνίου και για το Επταπύργιο στις 16 Ιουνίου.

 

Φυλακές  Κέρκυρας

Αφήνοντας την Αίγινα ύστερα από δυόμισι χρόνια περάσαμε με σκάφος απέναντι στον Πειραιά, όπου διανυκτερεύσαμε στο Τμήμα Μεταγωγών. Την επομένη ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι για την Κέρκυρα. Στις φυλακές φτάσαμε γύρω στις εννιά το βράδυ και μας οδήγησαν στην Ι΄ ακτίνα, των πολιτικών κρατουμένων. Όσοι ήταν εκεί γνώριζαν κάτι για αφίξεις, όχι όμως τίνων, και περίμεναν. Μπαίνοντας φωνάζαμε ένας ένας το όνομά του.

Το πρωί άνοιξαν τα κελιά (εδώ υπάρχουν κελιά, όχι θάλαμοι), συγκίνηση, καλωσορίσματα. Ανάμεσα σε όσους βρήκαμε ήταν ο Ν. Κωνσταντόπουλος, νομίζω οΓρ. Φαράκος, Χ. Παπαμάργαρης, Α. Μιχαλακέας, περίπου επτά.  Στην ακτίνα είναι όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι μαζί, ανεξάρτηταοργάνωσης. Όλο το πρωί συνεχίσαμε με ενημέρωση για το περιβάλλον, την καθημερινότητα, τις συνθήκες κράτησης κ.ά.

Οι φυλακές είναι παλιές, χτίστηκαν το 1836 από την Αγγλική Αρμοστεία. Μοιάζουν με φρούριο, με ψηλά τείχη ολόγυρα, σε μικρή απόσταση από την πόλη. Οι διαφορές με τις φυλακές της Αίγινας πολλές και ουσιαστικές: η παλαιότητα των κτισμάτων, το υγρό κλίμα, τοαίσθημα της κλεισούρας (έντονο για κάποιους) ως προς την ακτίνα ή το κελί, τη σφιχτήπειθαρχία, το κρύο του χειμώνα. Τα μαγκάλια με πυρήνα δεν κάνουν σχεδόν τίποτα – αυτό μπαίνει από τα παράθυρα, απ’  όπου μπορεί να μπει και νερό της βροχής. Να διαμαρτυρηθείς; Αστεία πράματα.Έστειλε και ο καθένας μας σχετική αναφορά (οι ομαδικές απαγορεύονται) στο Διευθυντή, τονίζοντας ότι στις Φυλακές Επταπυργίου και Αίγινας υπήρχε ικανοποιητική θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες. Δεν πήραμε καμιά απάντηση. Στου κουφού την πόρτα …

 

Ήρθε ο πατέρας  –  από τη Μελβούρνη

Παρασκευή 2 Ιουλίου 1971. Θα έρθει ο πατέρας. Έχεις να τον δεις κάποια χρόνια.

     Μπαίνει στην αίθουσα του επισκεπτηρίου. H“σίτα”, το συρμάτινο πλέγμα, παρεμβάλλεται ανάμεσασε σένα και σε αυτόν. Ψυχραιμία, κουράγιο. Έστω και αν ο ένας έχει κάνει μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα για να σε δει. Έστω και αν έχει άσθμα.  Μένει όρθιος. Κάποια καρέκλα; Ούτε για αστείο.

Το τέταρτο περνάει πολύ γρήγορα. “Τέλειωσε το επισκεπτήριο”, λέει ο φύλακας.

     Περιμένεις να φύγει ο πατέρας, να κλείσει η πόρτα πίσω του. “Τελειώσαμε”, ξαναλέει.

“Ούτε ίχνος ανθρωπιάς δε σας έχει μείνει; Ούτε τσίπα ντροπής; Τέτοια αναισθησία; Δεν βλέπατε ότι ο άνθρωπος με το ζόρι στεκόταν στα πόδια του; Δεν θα τα πει όλα αυτά όταν γυρίσει πίσω;” κτλ. κτλ. (Δε θυμάσαι, είναι αδύνατο να θυμάσαι, τι είπες, τι άλλο είπες, πώς τα είπες. Τα λόγια έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Και οι φωνές. Μένει μόνο ανεξάλειπτη η εικόνα του πατέρα πίσω από τη σίτα. Μένει, κυρίως, η υποτρέμουσασιωπηλή αποχώρησή του προς την πόρτα. Ίσως να υπέθετες τότε πως φοβόταν να πει κάτι μήπως δε θα τον άφηναν να έρθει να σε δει την άλλη μέρα. )

     Ο φύλακας κάτι μουρμουρίζει, μη ακουόμενος.

 

Ούτε λόγος βέβαια για ομαδικές δραστηριότητες, όπως στην Αίγινα. Εδώ οι ώρες,όταν τα κελιά είναι κλειστά, περνούν με διάβασμα. Συνεχίζω τις ασχολίες της Αίγινας – διάβασμα και κυρίως μετάφραση. Αρχές Οκτωβρίου τελειώνω  τη μετάφραση του βιβλίου του DinoBuzzatiIldesertodeiTartari(Η έρημος των Ταρτάρων), τηστέλνω στο υπουργείο για έγκριση και αρχίζω το αγγλικό The 900 daysτου HarrisonSalisbury (σχετικά με την πολιορκία του Λένινγκραντ από τους Γερμανούς). Εν τω μεταξύ, καταθέτω για έγκριση στο υπουργείο δυο τετράδια 100φυλα με τη μετάφρασή μου του μυθιστορήματοςLapelleτουCurzioMalaparte.

Στις 29 Νοεμβρίου, στις πέντε το απόγευμα, τέσσερις άνδρες της Ασφάλειας Κέρκυρας επισκέφθηκαν τη φυλακή και ζήτησαν από τον Διευθυντή να τους επιτρέψει να κάνουν έρευνα στα κελιά μας, ακόμα και σωματική (!), βάσει εντολών των προϊσταμένων τους. Μόλις πληροφορηθήκαμε το γεγονός από τη διεύθυνση, οι διαμαρτυρίες και οι φωνές ήταν εντονότατες. Αρνηθήκαμε κατηγορηματικά να επιτρέψουμε σε οποιοδήποτε αναρμόδιο πρόσωπο να κάνει έρευνα. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του Σωφρονιστικού Κώδικα, μόνον οι φύλακες μπορούν να διενεργήσουν έρευνα στα κελιά των κρατουμένων, να είναι όμως παρών εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής και να τηρούνται οι διατυπώσεις.

Μετά από τις οξύτατες διαμαρτυρίες και τον θόρυβο που προκλήθηκε, η έρευνα δεν πραγματοποιήθηκε. Την άλλη μέρα ο καθένας μας έστειλε κατεπείγον τηλεγράφημα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας καταγγέλλοντας το γεγονός και ζητώντας, ει δυνατόν, ακρόαση αυθημερόν για προφορική έκθεση των γεγονότων και εγγύηση της προσωπικήςτου ασφάλειας. Το ίδιο τηλεγράφημα το στείλαμε και στον Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας. Ταυτόχρονα ζητήσαμε από δικηγόρους μας στην Αθήνα να προβούν και αυτοί, κατά την κρίση τους,  στα απαραίτητα διαβήματα.

Η υπόθεση πήρε μεγάλες διαστάσεις και στην Αθήνα. Δημοσιεύτηκε και στον Τύπο (όπως στην εφημερίδα  “Το Βήμα”, 14-12-1971) και η Ασφάλεια δεν ξανατόλμησε να  επιχειρήσει έρευνα στη φυλακή.

Έχει αρχίσει εδώ και καιρό να μας ανησυχεί το πρόβλημα της υγείας του Νίκου Χλωρού. Κάποια συμπτώματα γίνονται πια εμφανή: αφαιρείται συχνά, δε μιλάει  πολύ, καπνίζει όμως πολύ, τα μάτια του είναι φορές φορές κόκκινα.  Επανειλημμένες κρούσεις μας στη διεύθυνση για να τον δει κάποιος νευρολόγος-ψυχίατρος πηγαίνουν στο βρόντο. Το πολύ πολύ κάποια αόριστη υπόσχεση.

Ήρθε το ’72, έφτασε ο Φεβρουάριος. Υποβάλλω (δικαίωμα από το νόμο) αίτηση για αναστολή του ενός τρίτου της ποινής μου. Απορρίπτεται. Σύμφωνα με ό,τι γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, θα έχω δικαίωμα να υποβάλω ξανά αίτηση σε τρεις μήνες. Στις 12 Μαΐου λοιπόν υποβάλλω τη δεύτερη αίτηση.

Στις 2 το πρωί της 20ης Μαΐουπραγματοποιείται απόδραση του ΣήφηΒαλυράκη και του Μπάμπη Γεωργακάκη. Πέρασαν στην επόμενη ακτίνα, την Κ΄, διέσχισαν την ταράτσα της τρέχοντας προς την άκρη για να πηδήξουν  μετά από το ψηλό τείχος στο δρόμο. Ο φύλακας, που είχε βάρδια εκείνη την ώρα, βρισκόταν κοντά και είδε δυο σκιές να διαγράφονται στην κορυφή της Κ’. Φώναξε αμέσως “Σκοπός!”. Στο άκουσμα της κραυγής πήδηξα στο παράθυρο για να δω τι συνέβαινε. ( Εκείνη την ώρα, δυο παρά τέταρτο για την ακρίβεια, δούλευα σε κάποια μετάφραση κι έτσι τα είδα όλα.) Τη φωνή την άκουσε ο χωροφύλακας (υπεύθυνη για την ασφάλεια της φυλακής έξω από αυτήν είναι η χωροφυλακή). Φώναξε “Αλτ!”, δεν πήρε απάντηση και πυροβόλησε στον αέρα. Οι δυο επιτάχυναν το τρέξιμο. Ο πρώτος ήταν προσεκτικός, κρεμάστηκε από την άκρη του τείχους, μειώνοντας έτσι το ύψος, πήδηξε και χάθηκε στη νύχτα.Ο δεύτερος φοβήθηκε και πήδηξε βιαστικά. Τραυματίστηκε, δεν μπόρεσε να απομακρυνθεί και τον συλλάβανε.

Το ίδιο πρωί ήρθε από την Αθήνα και η δικηγόρος μου, η Αγνή Ρουσοπούλου, για να υποστηρίξει την αίτησή μου για αναστολή του ενός τρίτου της ποινής. Χρειάστηκε να περιμένει αρκετά επειδή η φυλακή ήταν και πάλι ανάστατη εξαιτίας της απόδρασης του Βαλυράκη.

Τελικά, οΒαλυράκης έφτασε στην παραλία και, με κάποιο μέσο που βρήκε εκεί, πέρασε απέναντι στην Αλβανία όπου τον συλλάβανε και, καθώς ήταν χωρίς χαρτιά, τον δικάσανε καικαταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή. Τραγική ειρωνεία: Το Σεπτέμβριο του ’73 είχαν βγει με την αμνηστία οι πολιτικοί κρατούμενοι από τις φυλακές, τον Ιούλιο του ΄74 έπεσε η χούντακαι ο Βαλυράκης εξέτιε την ποινή του στην Αλβανία! Χρειάστηκε να γίνουν κάποιες συνεννοήσεις μεταξύ των υπουργείων Δικαιοσύνης των δυο χωρών για να δοθεί χάρη για το υπόλοιπο της ποινής του.

Στις 16 του μηνός μου κοινοποιείται η απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας σύμφωνα με την οποία γίνεται δεκτή η δεύτερη αίτησή μου για αναστολή του ενός τρίτου της ποινής. Με ειδοποιούν να ετοιμάσω τα πράγματά μου, θα γίνει έρευνα , η απαραίτητη γραφειοκρατία και μετά είμαι ελεύθερος.

Τα πάνω κάτω απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Από τα εντός στα εκτός, και αντίστροφα. Η είδηση μεταδίδεται αμέσως.

Όλα κουβάρι. Τα πιστεύεις και δεν τα πιστεύεις. Μπαίνεις σε κάποιο γραφείο. Μαθαίνεις πως οι σύντροφοί σου ζήτησαν να μην κλείσουν τα κελιά στις δώδεκα (όπως γίνεται) ώστε  να είναι κάτω στον περίκλειστο με κάγκελα  χώρο για να σε αποχαιρετίσουν, όταν τελειώσουν οι γραφειοκρατικές διατυπώσεις.

     Και τώρα; Πώς θα πλησιάσεις τα κάγκελα απέξω; Στ’ αλήθεια απέξω;Στη αρχή σιωπή. Τα μάτια υγρά. Ξαφνικά χειροκροτήματα. Κάτι φωνάζουν, δεν ακούς. Κάτι εύχονται. Ανάμεσα απ΄τα κάγκελα τα δάχτυλα μπλέκονται, δύσκολο να ξεμπλέξουν. Φταίνε οι ρόζοι; Πού πας; Τι αφήνεις; Ο φύλακας δίπλα αδιάφορος: “Άιντε, τελειώνετε”.

Κάποιος άλλος μου δείχνει το νοικοκυριόμου – δυο μπόγοι με ρούχα – για να τo μεταφέρω στην εξώπορτα. Λείπουν τρία χαρτόκουτα, βιβλία, χειρόγραφα με μεταφράσεις, σημειώσεις. “Τα άλλα τρία;”“Αυτά θα πάνε στο υπουργείο για έλεγχο, θα τα πάρεις από εκεί”.

Ο φύλακας ανοίγει τη βαριά σιδερένια εξώπορτα.

 

Βγαίνεις με τους δυο μπόγους και την ξανακλείνει πίσω σου. Είσαι έξω! Είσαι εκτός φυλακής – τόσο απλά! Δίπλα στο δρόμο, απέναντι τα δέντρα του άλσους που περιβάλλει το φρούριο.

     Έρχεται το ταξί. Κατευθείαν στο γραφείο του δικηγόρου σου ΜάριουΠαϊπέτηπου τόσο φρόντισε εσένα, και όχι μόνο. Εκεί, αμέσως σχεδόν,  επίσκεψη ασφαλίτη – δεκάρικος λόγος.

     Όλο το απόγευμα περιπλανιέσαι άσκοπα στην πόλη. Τουριστική περίοδος, κόσμος πολύς, κίνηση, ήχοι, χρώματα. Το βράδυ με τον δικηγόρο κι ένα συνάδελφό του. Καλή παρέα.

     Την άλλη μέρα το πρωί φέριμποτ, Ηγουμενίτσα, Θεσσαλονίκη.

 

Ο  Νίκος Χλωρός  –  της αυτοχειρίας

Φοιτητής της Φιλοσοφικής στο ΑΠΘ. Στην Αίγινα ήρθε την άνοιξη του ’69 με πεντέμισι χρόνια κάθειρξη στην πλάτη του – και βασανιστήρια. Σε δυο χρόνια έμαθε σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό Γερμανικά και Γαλλικά παρακολουθώντας τα σχετικά τμήματα. Ταυτόχρονα συνέχισε να ασχολείται με την ποίηση.

     Αποφυλακίστηκε στις 26-9-72 από τις φυλακές Κέρκυρας με ήδη κλονισμένη την υγεία.   Τον πήραν στο στρατό για να τελειώσει τη θητεία του, η υγεία του όμως είχε επιδεινωθεί, ιδίως στις 21-4-74, στο στρατόπεδο Σκύδρας μετά από 20ήμερο αυστηρά. Στη Θεσσαλονίκη, ύστερα  από θεραπεία, δίδαξε σε ιδιωτικό γυμνάσιο και αργότερα διορίστηκε στο Διδυμότειχο, παρόλο που οι φίλοι του έκαναν προσπάθειες να διοριστεί κάπου γύρω από τη Θεσσαλονίκη για να τον έχουν από κοντά. Εκεί όμως δεν άντεξε τη μοναξιά, την έλλειψη των φίλων και στις 5 Νοεμβρίου του ‘79 αυτοκτόνησε πέφτοντας από ένα βράχο. Ήταν ο μόνος από τους καταδικασμένους των στρατοδικείωντης Θεσσαλονίκηςπου τα σημάδια της χουντικής θηριωδίας, ανεξίτηλα και ανεπούλωτα,  τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.

     Ο Νίκος των ποιημάτων, του “δεν είμαι καλά, ρε φίλε, αλλά θα περάσει”,της μη λήθης.

Η μνήμη

                                                                                                 κύριο όνομα των θλίψεων,

                                                                                                 ενικού αριθμού,

                                                                                                 μόνον ενικού αριθμού

                                                                                                 και άκλιτη.

                                                                                                 Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

 Κική Δημουλά

“Το λίγο του κόσμου”

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

WordPress theme: Kippis 1.15