
Το πρωί της Τρίτης οι γιατροί του και η οικογένειά του είχαν επιβεβαιώσει ότι ήταν πολύ άρρωστος.
«Το σώμα του δεν έχει πλέον την ικανότητα να αντιστέκεται. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οτιδήποτε ανά πάσα στιγμή» δήλωσε στην Bild ο γιατρός του καθηγητής Χέινερ Γκρέτεν.
Η εφημερίδα «Hamburger Abendblatt» ανέφερε τη Δευτέρα ότι η κόρη του Σουζάν έχει επιστρέψει από την Αγγλία όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος, για να βρίσκεται στο πλευρό του.
Ο Χέλμουτ Σμιτ υπεβλήθη τον Σεπτέμβριο σε επέμβαση για την αντιμετώπιση θρόμβου στο πόδι. Επέστρεψε με δική του επιθυμία στο σπίτι του στο Αμβούργο έπειτα από νοσηλεία δύο εβδομάδων.
Οι γιατροί είχαν δηλώσει ότι η υγεία του θα ανάρρωνε πλήρως και μάλιστα τον ενθάρρυναν να συνεχίσει την περίφημη συνήθεια του καπνίσματος, την οποία εγκατέλειψε τον Σεπτέμβριο.
«Ο Σμιτ κάπνιζε για πάνω από 80 χρόνια. Δεν θα έπρεπε να ανησυχεί αν έκανε ένα ακόμη τσιγάρο. Το κυριότερο είναι ότι κινείται» είχε δηλώσει τότε ο καρδιολόγος του Καρλ-Χέινζ Κουκ.
Ο Χέλμουτ Χάινριχ Βάλντεμαρ Σμιτ (23 Δεκεμβρίου 1918 – 10 Νοεμβρίου 2015) υπήρξε Γερμανός πολιτικός του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας (SPD) που κατέλαβε υπουργικά αξιώματα ενώ διετέλεσε και καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας από το 1974 έως το 1982.
Ο Χέλμουτ Σμιτ, γιος δύο δασκάλων, γεννήθηκε στο Αμβούργο. Ο πατέρας του Χέλμουτ Σμιτ ήταν γιος ενός Εβραίου επιχειρηματία, αν και αυτό κρατήθηκε μυστικό στην οικογένεια. Αυτό επιβεβαιώθηκε δημόσια από τον Σμιτ το 1984.
Στις 27 Ιουνίου 1942 παντρεύτηκε την Hannelore «Loki» Glaser με την οποία απέκτησε δύο παιδιά: τον Helmut Walter (26 Ιουνίου 1944 – Φεβρουάριος 1945, πέθανε σε βρεφική ηλικία από μηνιγγίτιδα), και την Susanne (1947), η οποία εργάζεται στο Λονδίνο. Προς το τέλος του πολέμου, από τον Δεκέμβριο του 1944 και μετά, υπηρέτησε ως υπαξιωματικός πυροβολικού στο δυτικό μέτωπο. Συνελήφθη από τους Βρετανούς τον Απρίλιο του 1945 στο Λύνεμπουργκ και ήταν αιχμάλωτος πολέμου μέχρι τον Αύγουστο.
Ανέλαβε καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας στις 16 Μαΐου 1974 μετά την παραίτηση του Μπραντ. Δραστηριοποιήθηκε επίσης στη βελτίωση των σχέσεων με τη Γαλλία και τον τότε πρόεδρό της Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν. Το 1975 υπογράφτηκε στο Ελσίνκι η τελική πράξη, με την οποία δημιουργήθηκε η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασίας στην Ευρώπη (γνωστή και ως ΔΑΣΕ), η οποία εξελίχθηκε στον ΟΑΣΕ. Παρέμεινε καγκελάριος μετά από τις εκλογές του 1976 σε κυβέρνηση συνασπισμού με το FDP.
Η πολιτική εναντίον της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» ήταν αντίσταση με καμία γραμμή συμβιβασμού. Συγκεκριμένα, επέτρεψε στην αντιτρομοκρατική μονάδα GSG 9 να τελειώσει την πειρατεία του αεροσκάφους Landshut της Lufthansa το φθινόπωρο του 1977. Συνέδεσε το πολιτικό μέλλον του έντονα με την επέκταση του ΝΑΤΟ μετά από τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν.
Ήταν ο σημαντικότερος υποστηρικτής τις ένταξης της Ελλάδος στην ΕΟΚ, η οποία πραγματοποιήθηκε τελικά το 1981. Τον συνέδεε στενή φιλία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Τον Φεβρουάριο του 1982 κέρδισε ψήφο εμπιστοσύνης στο κοινοβούλιο, εντούτοις τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τέσσερις υπουργοί της FDP απομακρύνθηκαν από τον συνασπισμό. Μετά από άκαρπες προσπάθειες να παραμείνει με μια κυβέρνηση μειοψηφίας (που αποτελούνταν μόνο από τα μέλη της SPD), αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν την 1η Οκτωβρίου, μετά από ψηφοφορία, δεν ανανεώθηκε η εμπιστοσύνη της Βουλής. Αποσύρθηκε από την Ομοσπονδιακή Βουλή το 1986 αλλά παρέμεινε πολιτικά ενεργός. Τον Δεκέμβριο του 1986 ήταν ένας από τους ιδρυτές της επιτροπής που υποστηρίζει την ΟΝΕ και τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Deutsche Welle: O ασυμβίβαστος καγκελάριος της πράξης
Οι Γερμανοί εκτιμούσαν τον Χέλμουτ Σμιτ για την ευφυΐα του, ενώ απολάμβανε διεθνώς σεβασμό για τους πολιτικούς και οικονομικούς του χειρισμούς. Ο πρώην καγκελάριος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών.
Μέχρι την τελευταία στιγμή προτιμούσε τις ξεκάθαρες κουβέντες. Παρ’ όλα αυτά, ή μάλλον εξαιτίας αυτού, εκτιμήθηκε όσο κανένας άλλος. Ακόμη και σήμερα παρέμενε στις δημοσκοπήσεις ο πιο αγαπημένος πολιτικός της νεότερης γερμανικής ιστορίας, παρά την συχνά άκαμπτη και αδιάλλακτη εικόνα που έβγαινε προς τα έξω. Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε εν μέσω της ευρωκρίσης είχε πει για τις διαχειριστικές ικανότητες της καγκελαρίου Μέρκελ: «Θα αμφιταλαντευόμουν πολύ μέχρι να βρω μια διπλωματική απάντηση». Ο Χέλμουτ Σμιτ σπανίως μασούσε τα λόγια του. Ακόμη κι όταν εγκατέλειψε την ενεργό πολιτική σκηνή συνέχισε να σχολιάζει τα πολιτικά πράγματα ασκώντας σκληρή κριτική. Για τη σύγχρονη Γερμανία είχε πει: «Η χώρα μας βρίσκεται στο κέντρο αυτής της μικρής ηπείρου και είναι σε άθλια κατάσταση». Για την ευρωπαϊκή πολιτική στην ουκρανική κρίση: «Γεωπολιτικά παιδιαρίσματα». Για το αν ο Μπαράκ Ομπάμα είναι σπουδαίος πρόεδρος είχε επίσης πει: «Έτσι διατυπωμένο δεν θα το προσυπέγραφα». Ο Χέλμουτ Σμιτ έβλεπε με κριτική ματιά την εξέλιξη της ΕΕ, την μετεξέλιξη της Γερμανίας σε πολυπολιτισμική κοινωνία καθώς και την αποστολή γερμανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν.
«Το γερμανικό φθινόπωρο»
Πολλοί Γερμανοί συνδέουν το όνομα του Σμιτ με τον άνθρωπο που το φθινόπωρο του 1977 κατάφερε να αντιμετωπίσει χωρίς φόβο την τρομοκρατία της Φράξιας – Kόκκινου Στρατού (RAF). Η δράση της RAF είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της με την απαγωγή του προέδρου του Συνδέσμου Εργοδοτών Χανς-Μάρτιν Σλάιερ καθώς και την αεροπειρατεία του αεροσκάφους Landshut της Lufthansa στην πρωτεύουσα της Σομαλίας, Μογκαντίσου. Στόχος των δύο τρομοκρατικών ενεργειών ήταν η άσκηση πίεσης για την αποφυλάκιση μελών της RAF από τις γερμανικές φυλακές. Ο Χέλμουτ Σμιτ παρέμεινε, παρά την πίεση, ανένδοτος. Ήθελε να αποδεικνύει κάθε στιγμή την «ικανότητα του κράτους να προστατεύει τους πολίτες του έναντι των κινδύνων» και με αυτόν τον τρόπο θεμελίωνε τη συνεπή του στάση. Το σημαντικότερο γι´ αυτόν ήταν να διατηρήσει ακλόνητη την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στην ικανότητα του κράτους να προστατεύει τους πολίτες. Αυτό εν προκειμένω σήμαινε για τον Σμιτ ότι δεν μπορούσε «να αφήσει ελεύθερους τους τρομοκράτες». Έτσι, αναθέτοντας σε έναν κομάντο των ειδικών δυνάμεων να θέσει τέρμα στην αεροπειρατεία, πήρε μια ριψοκίνδυνη απόφαση, η οποία τελικά οδήγησε σε αίσιο τέλος.
Mια σπουδαία πολιτική καριέρα που ξεκίνησε ξαφνικά
O Xέλμουτ Σμιτ ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία αρχικά στη γενέτειρά του, το Αμβούργο, όπου ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του τοπικού υπ. Εσωτερικών. Η ικανότητα του στη διαχείριση κρίσεων φάνηκε το 1962 όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μεγάλης καταστροφικής πλημμύρας με τη συνδρομή του γερμανικού στρατού. Η είσοδός του στην κεντρική πολιτική σκηνή της Δυτικής Γερμανίας έγινε το 1964, όταν ανέλαβε τη θέση του επικεφαλής της Κ.Ο. του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD). Στην πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Φιλελευθέρων (FDP) με καγκελάριο τον Βίλλυ Μπραντ, διετέλεσε υπ. Άμυνας. Εκεί αναδείχθηκε και το ταλέντο του στη διαχείριση κρίσιμων θεμάτων εθνικής ασφάλειας. Μετά την παραίτηση Μπραντ από την καγκελαρία το 1974, ο Χέλμουτ Σμιτ ήταν ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος. Για τον ίδιο δεν ήταν ένα εύκολο έργο. «Ο Βίλλυ Μπραντ δημιούργησε στον γερμανικό λαό απίστευτα υψηλές προσδοκίες», είχε πει. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η συνακόλουθη ύφεση δημιουργούσαν αρνητικές προϋποθέσεις για την άσκηση πολιτικής. O Xέλμουτ Σμιτ αντιμετώπισε τα δύσκολα προβλήματα που βρήκε μπροστά του με δυναμισμό και αποφασιστικότητα. Ο γερμανικός λαός τον τίμησε με την ψήφο του δύο φορές, το 1976 και το 1980.
Η δύσκολη σχέση με το SPD
Η σχέση του Σμιτ με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα όλα τα χρόνια της πολιτικής του πορείας δεν ήταν ρόδινη. Ο Σμιτ θεωρούνταν ένας «δεξιός» Σοσιαλδημοκράτης, που δε δίσταζε να αγνοεί ακόμη και τις αποφάσεις των συνεδρίων του κόμματος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της λεγόμενης «διπλής απόφασης» του ΝΑΤΟ και της εγκατάστασης αμερικανικών πυρηνικών πυραύλων στη Δυτική Γερμανία. Για το λόγο αυτό ο Σμιτ ήρθε αντιμέτωπος με την αντίδραση πολλών μελών του κόμματός του αλλά και πολλών πολιτών που βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι. To SPD έκτοτε έδινε πολιτικό έρεισμα στη διακυβέρνηση Σμιτ με δισταγμό, μέχρι που διαχώρισε τελικά τη θέση του, όταν ο Σμιτ αποχώρησε από την καγκελαρία το 1982.
Μετά την αποχώρησή του από την κεντρική πολιτική σκηνή ο Σμιτ δεν έμεινε άπραγος. Υπήρξε συνεκδότης της εφημερίδας Die Zeit και δεν σταμάτησε να δίνει ομιλίες για θέματα διεθνούς πολιτικής και οικονομίας. Τα πρόσωπα που τον διαδέχθηκαν στην κορυφή της ηγεσίας του SPD δεν τον ενδιέφεραν. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Γκέρχαρντ Σρέντερ, συνέδραμε στον προεκλογικό αγώνα των Σοσιαλδημοκρατών. Στη συνέχεια επέλεξε να μείνει στο παρασκήνιο μέχρι που το 2011 έκανε την έκπληξη, τασσόμενος υπέρ του συμπαίκτη του στο σκάκι, Πέερ Στάινμπρουκ που διεκδικούσε τότε την καγκελαρία. «Αυτός μπορεί», είχε πει ο Σμιτ για τον Στάινμπρουκ, επιβεβαιώνοντας έτσι κατά ένα τρόπο την ικανότητά του Στάινμπρουκ να διεκδικήσει την καγκελαρία. Λίγο αργότερα, συμμετείχε μετά από δώδεκα χρόνια απουσίας στο συνέδριο του SPD, με μία αξιοπρόσεκτη ομιλία. Σε κάθε περίπτωση, παρά τις προσωπικές επιλογές και την έντονη διαφοροποίησή του από την κεντρική γραμμή του SPD, ο Χέλμουτ Σμιτ παρέμεινε μέχρι το θάνατό του ένας πεπεισμένος εκφραστής της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας.