Η απολιγνιτοποίηση αποβλέπει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και στη μεγαλύτερη χρήση «καθαρών» καυσίμων, όπως οι Ανανεώσιμες Πηγές

Όταν τον περασμένο Μάρτιο ανέλαβα τα καθήκοντα Προέδρου της Συντονιστικής Επιτροπής
του Σχεδίου Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, ένα από τα πρώτα μου μελήματα ήταν η
ολοκληρωμένη, αντικειμενική και αξιόπιστη καταγραφή των δεδομένων με τα πλέον
επικαιροποιημένα στοιχεία. Από εκεί άλλωστε εκκινεί κάθε σχέδιο υψηλών απαιτήσεων.
Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη την Πρόταση Κανονισμού1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης – και ιδίως το άρθρο 7
αναφορικά με τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης – τεκμηριώθηκε, μεταξύ άλλων, η
ανάγκη εκπόνησης μιας μελέτης από ειδικούς επιστήμονες η οποία θα αποτυπώνει την
παρούσα κατάσταση των περιοχών που βρίσκονται σε ενεργειακή μετάβαση, καθώς και τις
προοπτικές ανάπτυξής τους.
Η μελέτη αυτή ανατέθηκε στο Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, το οποίο
διαθέτει τους κατάλληλους ανθρώπινους πόρους. Η επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου
κατέγραψε την παραγωγική δραστηριότητα, τις υποδομές, το ενεργειακό δυναμικό που μπορεί
να αξιοποιηθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς και τη διεθνή εμπειρία και τις ορθές πρακτικές που
εφαρμόστηκαν σε περιοχές υπό ενεργειακή μετάβαση. Συνιστά λοιπόν μια χρήσιμη βάση για
όλους όσοι έχουμε την ευθύνη κατάρτισης του Σχεδίου Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης των
περιοχών αυτών (Master Plan).
Τα ευρήματα της μελέτης θα συμβάλουν σημαντικά στην ολοκλήρωση του Master Plan που
εκπονείται την περίοδο αυτή αλλά και του νέου Επιχειρησιακού Προγράμματος Δίκαιης
Αναπτυξιακής Μετάβασης 2021-2027, την κατάρτιση του οποίου αποφάσισε η Κυβερνητική
Επιτροπή και επικύρωσε το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, υποβάλλοντας στις
υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης 2021-2027 (ΕΣΠΑ).
Ωστόσο, το σχέδιο δεν εμπίπτει μόνο στην αρμοδιότητα της Συντονιστικής Επιτροπής, ούτε
αφορά αποκλειστικά στις περιοχές υπό ενεργειακή μετάβαση, αλλά αποτελεί εθνική υπόθεση.
Αυτό το σχέδιο το γράφουμε μαζί με τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και με εκείνους που θα
επιλέξουν να επενδύσουν και να ζήσουν στις περιοχές αυτές.
Ελπίζω ότι τα ευρήματα της παρούσας μελέτης θα φανούν χρήσιμα σε όσους επιθυμούν να
συμβάλουν στην προσπάθειά μας.
Με την ευκαιρία, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο και Εκτελεστικό Διευθυντή του ΙΕΝΕ
κ. Κωστή Σταμπολή για την εκπόνηση της μελέτης, καθώς και τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα
Σύμβουλο της ΔΕΗ κ. Γιώργο Στάσση για τη γενικότερη υποστήριξη της Εταιρείας στη μέχρι
σήμερα προσπάθειες της Συντονιστικής Επιτροπής.
Κωστής Μουσουρούλης
Πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής του Σχεδίου Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης

1 COM(2020) 22 final /14.01.2020
7
Executive Summary
Τις προηγούμενες επτά δεκαετίες, η Ελλάδα βασίστηκε στον λιγνίτη, ο οποίος απετέλεσε το εθνικό
καύσιμο, που συνέβαλλε τα μέγιστα για την ανάπτυξη της οικονομίας και τον εξηλεκτρισμό της χώρας.
Σήμερα η χώρα οδεύει προς την απεξάρτηση από τον λιγνίτη ως βασικό καύσιμο για την παραγωγή
ηλεκτρικής ενέργειας, σε συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους,
αλλά και για οικονομικούς λόγους. Η απολιγνιτοποίηση αποβλέπει στη μείωση των εκπομπών αερίων
του θερμοκηπίου και στη μεγαλύτερη χρήση «καθαρών» καυσίμων, όπως οι Ανανεώσιμες Πηγές
Ενέργειας (ΑΠΕ), οι οποίες καθίστανται πλέον ανταγωνιστικές έναντι των ορυκτών καυσίμων.
Η πρόκληση της ταχείας απολιγνιτοποίησης προέκυψε από τις υποχρεώσεις της Ελλάδας προς
εναρμόνιση της εθνικής ενεργειακής πολιτικής με τις πολιτικές της ΕΕ για το κλίμα και πιο συγκεκριμένα
τους στόχους μείωσης εκπομπών για το 2020 και το 2030, τις υψηλές τιμές των εκπομπών μέσω του
Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής CO2, τις πολιτικές της ΕΕ για την προστασία της δημόσιας
υγείας και ιδιαίτερα την Οδηγία για τις Βιομηχανικές Εκπομπές, σε συνδυασμό με την υπό εξέλιξη μείωση
του κόστους των ΑΠΕ, καθώς και του κόστους των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας. Βασική
συνέπεια των προαναφερθέντων είναι ότι οι παλαιότερες και πιο ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες πρέπει
να κλείσουν.
Σύμφωνα με το επικαιροποιημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) Δεκεμβρίου 2019,
αναμένεται να αποσυρθούν όλες οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ μέχρι το τέλος του 2023 (εκτός της νέας
υπό κατασκευή Πτολεμαΐδας 5, που εκτιμάται ότι θα αποσυρθεί το 2028), συνολικής ισχύος περίπου 4
GW, και να κλείσουν όλα τα ορυχεία λιγνίτη στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης.
Βέβαια, η απολιγνιτοποίηση έχει ήδη ξεκινήσει, καθώς το ηλεκτρικό φορτίο κάποιες συγκεκριμένες
ημέρες τον περασμένο Μάιο και Ιούνιο καλύφθηκε χωρίς τη λειτουργία οποιασδήποτε λιγνιτικής
μονάδας, ενώ γενικά πλέον διαμορφώνεται μία εικόνα στην εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή, όπου η ΔΕΗ
χρησιμοποιεί σε μικρό βαθμό ή καθόλου τις λιγνιτικές της μονάδες και αυτές για λόγους τηλεθέρμανσης.
Ωστόσο, δεδομένων των χρονικών περιθωρίων που τέθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση για την
απολιγνιτοποίηση, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη μελέτης και λήψης αποφάσεων για μια επιτυχημένη
διαδικασία απεξάρτησης από τον λιγνίτη, προκειμένου να αποφευχθούν ή να μετριαστούν οι επιπτώσεις
στην τοπική οικονομία και κοινωνία.
Αναμφίβολα, η συμβολή στην τοπική οικονομία από τη λειτουργία των σημερινών μονάδων της ΔΕΗ
στις περιφέρειες της Δυτικής Μακεδονίας και της Πελοποννήσου (Πτολεμαΐδα, Αμύνταιο, Φλώρινα,
Μεγαλόπολη) υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και συνέβαλλε τα μέγιστα στην πρωτογενή και δευτερογενή
απασχόληση στους ΑΗΣ και στα ορυχεία, αλλά και την προστιθέμενη αξία από την ύπαρξη των
δευτερογενών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη λειτουργία των μονάδων.
Η παρούσα μελέτη αποβλέπει καταρχάς σε μία λεπτομερή καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης στις
περιοχές σε ενεργειακή μετάβαση, ειδικότερα με άμεση απεξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από τα
ορυκτά καύσιμα, λιγνίτη και πετρέλαιο. Η καταγραφή αυτή επικεντρώνεται στο υπάρχον ενεργειακό
δυναμικό και τις αντίστοιχες υποδομές, στην οικονομία των υπό εξέταση περιοχών, στην απασχόληση
και τις υφιστάμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μέσω της ανωτέρω καταγραφής, επιδιώκεται η
αναγνώριση και διερεύνηση των δυνατοτήτων για την δημιουργία θέσεων απασχόλησης μέσω της
ανάπτυξης νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και επενδύσεων.
Πέρα, όμως, από τον στόχο για την πλήρη αναπλήρωση της απασχόλησης και του τοπικού πλούτου που
παράγεται σήμερα από τη λειτουργία των εργοστασίων της ΔΕΗ, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός
ότι το όποιο κόστος υπάρξει θα είναι κατά πολύ μικρότερο από το κόστος που θα υπάρξει αν δεν
προχωρήσει η απολιγνιτοποίηση. Βάσει σειράς αναλύσεων, αν ο σημερινός στόλος λιγνιτικών
ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων παραμείνει ως έχει, τότε τα επόμενα 3.5 χρόνια η λιγνιτική βιομηχανία
θα συσσωρεύσει ζημιές της τάξεως των €1.3 δισ. Το κόστος αυτό είναι τεράστιο για την ΔΕΗ και την
εθνική οικονομία, αλλά ταυτόχρονα σημαίνει και υψηλή επιβάρυνση για το περιβάλλον και τη δημόσια
υγεία από την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων πολύτιμων φυσικών πόρων (π.χ. νερό) και την εκπομπή
επιβλαβών για την υγεία ρύπων στην ατμόσφαιρα (διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου,
μικροσωματίδια, βαρέα μέταλλα, μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, κ.ά.).
Η ενεργειακή μετάβαση σε περιοχές της Ελλάδας, που επικεντρώνεται η παρούσα μελέτη, δηλ. της
Δυτικής Μακεδονίας, της Μεγαλόπολης, των νησιών Αιγαίου και της Κρήτης, σε ένα νέο οικονομικό και
αναπτυξιακό μοντέλο αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία που απαιτεί χρόνο, δέσμευση υψηλών
οικονομικών πόρων και κατάλληλο σχεδιασμό. Με την ενεργειακή μετάβαση εξοικονομούνται τεράστιες
8
ποσότητες νερού που χρησιμοποιούνται στις υπό απόσυρση λιγνιτικές μονάδες, οι οποίες μπορούν να
αξιοποιηθούν σε άλλους παραγωγικούς τομείς και μηδενίζονται οι εκπομπές επιβλαβών αερίων και
σωματιδίων για την υγεία του πληθυσμού και για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενώ
μειώνεται δραστικά και η χρήση πετρελαίου στην ηλεκτροπαραγωγή με πολλαπλά οφέλη. Επίσης, μέσω
της μελέτης, αντιμετωπίζεται η ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης της ηλεκτροπαραγωγής και
διανομής με το διασυνδεδεμένο ηπειρωτικό σύστημα και τα μη διασυνδεδεμένα αυτόνομα νησιωτικά
δίκτυα, όπου η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας καλύπτεται από μονάδες πετρελαίου, που χρησιμοποιούν
εισαγόμενο πετρέλαιο, και σε μικρότερο βαθμό από εγκαταστάσεις ΑΠΕ σε αναλογία περίπου 83%-17%.
Οι παρεμβάσεις στις ανωτέρω περιοχές περιλαμβάνουν μία σειρά από δράσεις και έργα, όπως
εγκαταστάσεις μονάδων ΑΠΕ (κυρίως φωτοβολταϊκών, αιολικών στην ευρύτερη περιοχή και εν μέρει
βιομάζας), έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, αποκατάσταση εκτάσεων, όπου σήμερα
λειτουργούν τα ορυχεία και οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, προβλέψεις για τους υφιστάμενους
εργαζομένους της ΔΕΗ, όπως μεταθέσεις σε άλλους τομείς της επιχείρησης, μετεκπαίδευση, ειδικά
«πακέτα» εθελουσίας εξόδου ή ακόμα και συνταξιοδότηση, δημιουργία βιομηχανικών δραστηριοτήτων,
όπως πχ. κατασκευή μπαταριών ή/και παραγωγή φορτιστών μπαταριών, συναρμολόγησης κάποιων
τμημάτων ηλεκτρικών οχημάτων και ανάπτυξη μονάδων υδρογόνου, μεταξύ άλλων.
Μάλιστα, η παρούσα μελέτη ανέδειξε το υψηλό ηλιακό και αιολικό δυναμικό που διαθέτουν η Δυτική
Μακεδονία και η Μεγαλόπολη. Πιο συγκεκριμένα, το ηλιακό δυναμικό στην περιοχή της Δυτικής
Μακεδονίας κυμαίνεται στις 1,550 kWh/m2/έτος και έως περίπου 1,700 kWh/m2/έτος στην λιγνιτική
περιοχή της Μεγαλόπολης, όσον αφορά στην ολική προσπίπτουσα ακτινοβολία στο οριζόντιο επίπεδο.
Επιπλέον, η ακτινοβολία δέσμης στο οριζόντιο επίπεδο κυμαίνεται περίπου στις 1,600 kWh/m2/έτος στην
περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και περίπου στις 1,800 kWh/m2/έτος στην λιγνιτική περιοχή της
Μεγαλόπολης Αρκαδίας. Αντίστοιχα, το αιολικό δυναμικό στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας είναι
υψηλό, με μέσες ετήσιες ταχύτητες ανέμου που κυμαίνονται από 8.00–9.50 m/s και πυκνότητα ισχύος
να εκτιμάται στα 750–1,100 W/m2
. Η λιγνιτική περιοχή της Μεγαλόπολης παρουσιάζει σχετικά υψηλό
αιολικό δυναμικό, με μέσες ετήσιες ταχύτητες ανέμου 7.5–9.0 m/s και πυκνότητα ισχύος 500–950
W/m2
.
Επίσης, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξει η ανάγκη διατήρησης της τηλεθέρμανσης στις
προαναφερθείσες περιοχές σε ενεργειακή μετάβαση, με τη χρήση πχ. βιομάζας ή φυσικού αερίου.
Κρίσιμης σημασίας αποτελεί και ο νέος χωροταξικός σχεδιασμός, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της
απολιγνιτοποίησης, που θα αποσαφηνίζει τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες και χρήσης γης.
Η προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη και
την λειτουργία των περισσότερων από τα προαναφερθέντα έργα και δράσεις. Η ανάπτυξη και η
υποστήριξη της έρευνας και της καινοτομίας αποτελεί μια αυτοδύναμη μεταλιγνιτική δραστηριότητα που
ενδείκνυται να προωθηθεί για τις περιοχές που θίγονται. Ιδιαίτερα σημαντικός κρίνεται ο ρόλος του
Πανεπιστημίου της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο με την κατάλληλη υποστήριξη και ενθάρρυνση και στο
πλαίσιο διεθνών συνεργασιών, θα μπορούσε να αναπτύξει σχετικές ερευνητικές δραστηριότητες για
καινοτόμα προϊόντα με στόχο τις εξαγωγές.
Παράλληλα, σε συνεργασία με την Περιφέρεια μπορεί να σχεδιάσει και να πραγματοποιήσει ταχύρρυθμη
εκπαίδευση του έμψυχου δυναμικού των περιοχών σε νέες γνώσεις και δεξιότητες που έχει ανάγκη η
αγορά. Μεταξύ άλλων, δύο τομείς που προσφέρονται για ανάπτυξη αφορούν ερευνητικές
δραστηριότητες στα εξής: (α) Τεχνολογίες Δέσμευσης, Χρήσης και Αποθήκευσης του διοξειδίου του
άνθρακα (Carbon Capture Utilisation and Storage – CCUS) και (β) Έρευνα για τις τεχνικές και τις
διαδικασίες παραγωγής προϊόντων από εξωηλεκτρικές χρήσεις του λιγνίτη, όπως π.χ. παραγωγή
μεθανόλης, συνθετικών καυσίμων, σπανίων γαιών, ενεργού άνθρακα, ανθρακονημάτων,
νανοσωλήνων, γραφενίου, κ.ά.
Για την υλοποίηση των έργων και των δράσεων απαιτούνται θεσμικά μέτρα και οικονομική στήριξη.
Ειδικότερα, οι λιγνιτικές περιοχές θα συνεχίσουν να λαμβάνουν χρηματοδότηση από τους
πλειστηριασμούς δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέσω του Πράσινου Ταμείου, ενώ
προγραμματίζονται τα εξής τρία βήματα: (α) υποβολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ειδικών καθεστώτων
ενίσχυσης στο πλαίσιο της Δίκαιης Μετάβασης για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, (β) ειδικά
φορολογικά κίνητρα για τη θέρμανση και (γ) ειδική στήριξη για όσους χάνουν τη δουλειά τους και μέχρι
να προσληφθούν σε νέα.
Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα βήματα πρέπει να είναι προσεκτικά, διότι οι συνολικές επιπτώσεις στις
περιοχές σε ενεργειακή μετάβαση από το κλείσιμο λιγνιτικών σταθμών παραγωγής και ορυχείων, χωρίς
την έγκαιρη ανάληψη των αναγκαίων πρωτοβουλιών για την δίκαιη μετάβαση της τοπικής οικονομίας,
9
μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες, αντί να αποτελέσουν ευκαιρίες για μια νέα ανάπτυξη. Ζητούμενο
είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας τόσο σε αναδυόμενους όσο και σε παραδοσιακούς τομείς και
κλάδους της οικονομίας με την ταυτόχρονη διαφύλαξη της περιβαλλοντικής και οικολογικής
σταθερότητας του οικοσυστήματος των περιοχών για τις επόμενες γενιές.
Στα Βασικά Συμπεράσματα (βλέπε Κεφάλαιο 6) της παρούσας μελέτης παρουσιάζονται ενδεικτικά οι
προτάσεις για τις δραστηριότητες που μπορούν να αναπτυχθούν στις ανωτέρω περιοχές. Στο πλαίσιο
διαμόρφωσης ενός κατάλληλου οδικού χάρτη των περιοχών σε ενεργειακή μετάβαση, υπάρχουν
διαθέσιμες καλές πρακτικές που αναμένεται να διευκολύνουν το όλο εγχείρημα. Για παράδειγμα, η
Παγκόσμια Τράπεζα έχει μια πολυετή εμπειρία στο θέμα της απολιγνιτοποίησης, καθώς έχει συμμετάσχει
σε ανάλογες προσπάθειες προσαρμογής περιοχών στη Ρωσία, την Πολωνία, την Ουκρανία και τη
Ρουμανία, ενώ έχει μελετήσει σε βάθος διαδικασίες προσαρμογής στις ΗΠΑ, την Κίνα, το Ηνωμένο
Βασίλειο και την Ολλανδ

WordPress theme: Kippis 1.15