|
18 Μάιος 8:10 π.μ. |
Αρχαία Ελληνικά ανέκδοτα
Ο Θεμιστοκλής έλεγε για το γιο του
«Ο γιος μου είναι ο πιο δυνατός Έλληνας διότι:
Τους Έλληνες κυβερνούν οι Αθηναίοι, τους Αθηναίους ο Θεμιστοκλής, τον Θεμιστοκλή η γυναίκα του και αυτήν ο γιος μου»
Ο Διογένης ζητούσε βοήθεια με τα εξής λόγια: «Αν έδωσες σε άλλον δώσε και σε εμένα, αν δεν έδωσες σε άλλον τότε ξεκίνα από εμένα»
Πλησίασε ο Διογένης το ρήτορα Αναξιμένη που ήταν παχύς και του είπε: «δώσε και σε εμάς τους φτωχούς ένα μέρος από την κοιλιά σου, έτσι και εσύ θα ξαλαφρώσεις και εμάς θα ωφελήσεις».
Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό. «Με τόσα χρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο». «Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».
Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος ρώτησε τον Αρίστιππο: «Γιατί οι φιλόσοφοι επισκέπτονται τα σπίτια των πλουσίων, ενώ οι πλούσιοι δεν πηγαίνουν στα σπίτια των φιλοσόφων;». Ο Αρίστιππος αποκρίθηκε: «Γιατί οι φιλόσοφοι ξέρουν τι τους λείπει, ενώ οι πλούσιοι δεν ξέρουν».
Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε: «Καθόλου δεν με νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν».
Παρακινούσαν τον Φίλιππο τον Μακεδόνα να εξορίσει κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε: «Δεν είστε καλά! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σ’ άλλα μέρη;».
Ρώτησαν τον Αριστείδη τι τον στεναχωρούσε πιο πολύ στην εξορία. Εκείνος απάντησε: «Η κακή φήμη της πατρίδας μου. Όλοι την κακολογούν επειδή με εξόρισε».
Ο Φωκίων διαφωνούσε συνήθως με όλους πάνω σε πολιτικά θέματα. Μια φορά όμως, όταν μίλησε στην Εκκλησία του Δήμου, όλοι ασπάστηκαν τις ιδέες του. Απορημένος γύρισε προς τους φίλους του και τους ρώτησε: «Μήπως είπα σήμερα κάποια ανοησία, χωρίς να το καταλάβω;»
Έλεγε ο Θαλής σε μια συντροφιά ότι ο θάνατος δεν διαφέρει σε τίποτα από τη ζωή. Κάποιος τότε τον ρώτησε «Αφού είναι έτσι, γιατί δεν προτιμάς το θάνατο;»
Ο φιλόσοφος απάντησε: « Ακριβώς γιατί δεν διαφέρει από τη ζωή»
ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ δημιούργησε το έγγραφο «Θεάγης – ΠερὶἈρετῆς «
Ἀφοῦὅμως ἡἀρετὴ τοῦἤθους ἔχει σχέση μὲ τὰ πάθη, ἀπὸ τὰὁποῖα ὑπέρτατα εἶναι ἡἡδονὴ καὶἡ λύπη, εἶναι φανερὸὅτι ἡἀρετὴ δὲν συνίσταται στὴν ἐκρίζωση τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς, τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς λύπης, ἀλλὰ στὴν ἐναρμόνισή τους. Διότι οὔτε ἡὑγεία, ποὺ εἶναι ἕνας καλὸς συγκερασμὸς τῶν σωματικῶν δυνάμεων, ἔγκειται στὴν ἀφαίρεση τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ θερμοῦ, τοῦὑγροῦ καὶ τοῦ ξηροῦ, ἀλλὰ στὸν κατάλληλο καὶ συμμετρικὸ συγκερασμό τους. Διότι ἡὑγεία εἶναι μία συμμετρία ὅλων αὐτῶν. Παρόμοια στὴ μουσικὴἡἁρμονία δὲν βρίσκεται στὴν ἐξαίρεση τοῦὑψηλοῦ καὶ τοῦ χαμηλοῦ τόνου, ἀλλὰ στὸν κατάλληλο συνδυασμό τους. Διότι ὅταν αὐτοὶ οἱἦχοι συνταιριάζονται, τότε προκύπτει συμφωνία καὶἡ παραφωνία ἀποκλείεται. Ἐπίσης τὸἁρμονικὸ συνταίριασμα τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, τοῦὑγροῦ καὶ τοῦ ξηροῦ, προκαλεῖὑγεία καὶ καταστρέφει τὴν ἀσθένεια. Ἔτσι καὶ στὴν ψυχὴὅταν συνταιριάζεται τὸ θυμικὸ καὶ τὸἐπιθυμητικό, τότε οἱ κακίες καὶ τὰἄλλα πάθη ἐξαφανίζονται καὶ δημιουργοῦνται οἱἀρετὲς καὶ τὰ καλὰἤθη.
Τὸ σπουδαιότερο χαρακτηριστικό της ἠθικῆς ἀρετῆς εἶναι ἡ προαίρεση στὰ καλά. Διότι ἡ λογικὴ καὶἡ δύναμη εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν καὶ χωρὶς τὴν ἀρετή, ἡ προαίρεση ὅμως εἶναι ἀδύνατον. Διότι ἡ προαίρεση δείχνει τὴν ποιότητα τοῦἤθους.
Ὅταν ἡ λογικὴἐπιβάλλεται πάνω στὴν παρόρμηση καὶ στὸ συναίσθημα, τότε δημιουργεῖἐγκράτεια καὶ καρτερία. Ὅταν ὅμως ἡ λογικὴἐκθρονίζεται ἀπὸ τὸἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς, τότε προκαλεῖται ἀκράτεια καὶ μαλθακότητα. Αὐτὲς οἱ διαθέσεις τῆς ψυχῆς εἶναι ἡμιτελεῖς ἀρετὲς καὶἡμιτελεῖς κακίες. Διότι εἶναι μὲν ὑγιὴς ἡ λογική, νοσεῖὅμως τὸἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς. Καὶὅσο ἡ παρόρμηση καὶ τὸ συναίσθημα ἐλέγχονται καὶ καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, προκύπτουν οἱἀρετές, ἡἐγκράτεια καὶἡ καρτερία. Ὅμως ὅταν αὐτὸἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ βία καὶὄχι ἑκούσια, τότε προκαλοῦνται κακίες.
Διότι ἡἀρετὴ πρέπει νὰ κάνει τὰ δέοντα ὄχι μὲ λύπη ἀλλὰ μὲ εὐχαρίστηση.
Ὅταν πάλι ἡ παρόρμηση καὶ τὸ συναίσθημα ὑπερτεροῦν τῆς λογικῆς, προκαλοῦν μαλθακότητα καὶἀκράτεια καὶ προκύπτουν κακίες. Ὅταν τὰ πάθη ὑποχωροῦν μὲ λύπη καὶἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας, διότι τὸ μάτι τῆς ψυχῆς εἶναι ὑγιές, τότε δὲν ἔχουμε κακία. Εἶναι συνεπῶς φανερὸὅτι ἡἀρετὴ πρέπει ἐκούσια νὰἐκτελεῖ τὰ δέοντα, διότι τὸἀκούσιο συνοδεύεται ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὸ φόβο, ἐνῷ τὸἑκούσιο δὲν γίνεται χωρὶς εὐχαρίστηση καὶ φιλοφροσύνη.
Αὐτὰ λοιπὸν ἐπιβεβαιώνονται καὶἀπὸ τὴν αἰτία τῆς διαίρεσης. Ἡ γνώση καὶἡἀντίληψη τῶν πραγμάτων εἶναι στοιχεῖα τοῦ λογικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἐνῷἡ δύναμη ἀνήκει στὸἄλογο μέρος, τοῦὁποίου στοιχεῖο εἶναι τὸ νὰ μὴν μπορεῖς νὰὑπομένεις τοὺς μόχθους ἢ νὰἐξουσιάζεις τὶς ἡδονές. Ἐνῷἡ προαίρεση ὑπάρχει καὶ στὰ δυό, δηλαδὴ στὸ λογικὸ καὶ στὸἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς, διότι συστατικά της εἶναι ἡ διάνοια καὶἡὄρεξη (κλίση,πόθος) καὶἡ διάνοια εἶναι λειτουργία τοῦ λογικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἐνῷἡὄρεξη τοῦἀλόγου. Συνεπῶς κάθε ἀρετὴἔγκειται στὴν ἀμοιβαία προσαρμογὴ τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς, ἐνῷ τὸἑκούσιο καὶ τὸ προαιρετικὸ εἶναι ὁπωσδήποτε στοιχεῖα τῆς ἀρετῆς.
Γενικὰἑπομένως ἡἀρετὴ εἶναι κάποια ἁρμονικὴ συνένωση τῶν ἄλογων μερῶν τῆς ψυχῆς μὲ τὸ λογικό. Καὶἡ συνένωση αὐτὴἐπιτυγχάνεται μέσῳ τῆς ἀποδοχῆς τοῦὁρίου τοῦ δέοντος στὴν ἡδονὴ καὶ στὴ λύπη.
Διότι ἡἀληθινὴἀρετὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰἡ συνήθεια τοῦ δέοντος. Τὸ δέον εἶναι αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὸ μὴ δέον αὐτὸ ποὺ δὲν πρέπει νὰ εἶναι. Τὸ μὴ δέον ὅμως ἔχει δυὸ εἴδη· τὴν ὑπερβολὴ καὶ τὴν ἔλλειψη. Ὑπερβολὴ εἶναι τὸ περισσότερο τοῦ δέοντος καὶἔλλειψη εἶναι τὸ λιγότερό του δέοντος. Ἀφοῦὅμως τὸ δέον εἶναι αὐτὸἀκριβῶς ποὺ πρέπει νὰ εἶναι, μπορεῖ νὰ βρίσκεται στὸἄκρο καὶ στὸ μέσον. Βρίσκεται στὸἄκρο, διότι δὲν χρειάζεται οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαίρεση ἐνῷ στὸ μέσον βρίσκεται, ἐπειδὴ εἶναι μεταξὺ τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἔλλειψης. Τὸ δέον καὶ τὸ μὴ δέον ἔχουν μεταξὺ τοὺς τὴν ἴδια σχέση ποὺἔχει τὸἴσο μὲ τὸἄνισο, τὸ συντεταγμένο μὲ τὸἄτακτο καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ εἶναι τὸ πεπερασμένο καὶ τὸἄπειρο. Ἔτσι τὰ μέρη τοῦἀνίσου ἔχουν ἕνα λόγο πρὸς τὸ μέσον καὶὄχι μεταξύ τους. Γιὰ παράδειγμα, ἀμβλεῖα γωνία λέμε τὴ γωνία ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ὀρθή, ἐνῷὀξεῖα λέμε ἐκείνη ποὺ εἶναι μικρότερη ἀπὸ τὴν ὀρθή. (Σὲἕναν κύκλο) μεγαλύτερη εἶναι ἡ εὐθεῖα ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες ποὺ σύρονται ἀπὸ τὸ κέντρο. Καὶ μακρότερη ἡμέρα εἶναι ἐκείνη ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἰσημερίας. Ἐπίσης, ἡὑπερβολικὴ θερμότητα ἢ ψυχρότητα προκαλεῖἀσθένειες. Τὸ θερμότερο εἶναι τὸ περισσότερο τοῦ κανονικοῦ καὶ τὸ ψυχρότερο εἶναι τὸ λιγότερο τοῦ κανονικοῦ.
Ἡἴδια ἀναλογία ἰσχύει καὶ σχετικὰ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διάθεσή της. Ἡ θρασύτητα, γιὰ παράδειγμα, εἶναι μία ὑπερβολὴ τοῦ δέοντος στὴν ἀντιμετώπιση τῶν δυσκολιῶν, ἐνῷἡ δειλία εἶναι ἡἔλλειψη τοῦ δέοντος. Ἀσωτία πάλι εἶναι ἡὑπερβολὴ τοῦ δέοντος στὶς χρηματικὲς δαπάνες, ἐνῷ φιλαργυρία εἶναι ἡἔλλειψή του. Ὀργὴ εἶναι ἡὑπερβολὴ τοῦ δέοντος στὴν ὁρμὴ τοῦ θυμοῦ, ἐνῷἀναισθησία εἶναι ἡἀντίστοιχη ἔλλειψη. Ἡἴδια ἀναλογία ὑπάρχει καὶ στὶς ἄλλες διαθέσεις τῆς ψυχῆς.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἡἀρετὴ εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ δέοντος, πρέπει νὰ εἶναι καὶἡ μεσότητα τῶν παθῶν, δηλαδὴ νὰ μὴν εἶναι οὔτε χωρὶς πάθη, οὔτε μὲἔντονα πάθη. Διότι ἡἀπόλυτη ἔλλειψη πάθους κάνει τὴν ψυχὴ χωρὶς παρόρμηση καὶἐνθουσιασμὸ γιὰ τὸ καλό, ἐνῷ τὰἔντονα πάθη τὴν κάνουν ἀκαταλόγιστη. Τὸ πάθος λοιπὸν πρέπει νὰἀκολουθεῖ τὴν ἀρετή, ὅπως ἡ σκιὰ καὶ τὸ περίγραμμα τῶν εἰκόνων στὴ ζωγραφική. Διότι ἡ ζωντάνια καὶἡ λεπτότητα καὶἡ μίμηση τοῦ φυσικοῦ πετυχαίνονται κυρίως μὲ τὶς σκιάσεις καὶ τὸν κατάλληλο συνδυασμὸ τῶν χρωμάτων. Τὰ πάθη τῆς ψυχῆς εἶναι κάτι ζωντανὸ καὶἐνυπάρχουν στὴν παρόρμηση καὶ στὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς φυσικῆς ἀρετῆς. Διότι ἡἀρετὴ γεννιέται μὲ τὰ πάθη καὶἀναπτύσσεται μαζὶ μὲ αὐτά, ὅπως ἡὡραία ἁρμονία παράγεται ἀπὸ τὸν ὀξὺ καὶ τὸ βαρὺἦχο, καὶ τὸ εὔκρατο παράγεται ἀπὸ τὸ θερμὸ καὶ τὸ ψυχρὸ καὶ τὸἰσόρροπο ἀπὸ τὸ βαρὺ καὶ τὸἐλαφρύ. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰἀφαιρέσουμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ὠφέλιμο, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ συνταιριάξουμε μὲ τὴ λογικὴ σύμφωνα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ δέοντος καὶ τοῦ μετρίου.
Οἱἀρχὲς ὅλων τῶν ἀρετῶν εἶναι τρεῖς: γνώση, δύναμη καὶ προαίρεση.
Ἡ γνώση πράγματι εἶναι ἐκείνη μέσῳ τῆς ὁποίας συλλογιζόμαστε καὶ διαμορφώνουμε μία κρίση τῶν πραγμάτων ἡ δύναμη εἶναι μία ὁρισμένη φυσικὴ ρώμη ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦμε τὴν ὑπόστασή μας καὶἡὁποία χαρίζει σταθερότητα στὶς πράξεις μας· καὶἡ προαίρεση εἶναι, θὰ λέγαμε, τὸ χέρι τῆς ψυχῆς τὸὁποῖο μας ὠθεῖ νὰ προσεγγίσουμε καὶ νὰ οἰκειοποιηθοῦμε τὰ πράγματα.
* * *
Ἡ ψυχὴ χωρίζεται στὴ λογική, τὸ θυμικὸ καὶ τὸἐπιθυμητικό.
Ἡ λογικὴἱκανότητα κυβερνᾷ τὴ γνώση,
τὸ θυμικὸ σχετίζεται μὲ τὴν παρόρμηση καὶ
τὸἐπιθυμητικὸ κυβερνᾷ θαρραλέα τὰ συναισθήματα τῆς ψυχῆς.
Ὅταν αὐτὰ τὰ τρία μέρη ἑνώνονται σὲ μία δράση, ἐκδηλώνοντας μία σύνθετη ἐνέργεια, τότε προκύπτει στὴν ψυχὴὁμολογία καὶἀρετή. Ὅταν ὁ στασιασμὸς τὰ χωρίζει, τότε ἐμφανίζεται δυσαρμονία καὶ κακία.
Ὅταν ἡ λογικὴἱκανότητα ἐπικρατεῖ τοῦἄλογου μέρους τῆς ψυχῆς, τότε προκύπτει καρτερία καὶἐγκράτεια·
καρτερία, ὅταν κατεχόμεθα ἀπὸ πόνους καὶἐγκράτεια, ὅταν κατεχόμεθα ἀπὸἡδονές.
Ἀλλὰὅταν τὰἄλογα μέρη τῆς ψυχῆς ἐπικρατοῦν τοῦ λογικοῦ μέρους, τότε προκαλεῖται μαλθακότητα καὶἀκράτεια·
μαλθακότητα, διότι ἀποφεύγουμε τὸ μόχθο καὶἀκράτεια, διότι μᾶς ὑπερνικοῦν οἱἡδονές.
Ὅταν ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ καλύτερο μέρος τῆς ψυχῆς, τὸ κατώτερο ἐλέγχεται· τὸ πρῶτο ὁδηγεῖ καὶ τὸ δεύτερο ἀκολουθεῖ, ἐνῷ καὶ τὰ δυὸ συναινοῦν καὶ συνομολογοῦν καὶ τότε σὲὁλόκληρη τὴν ψυχὴ γεννιέται ἡἀρετὴ καὶἡ τέλεια ἀγαθότητα.
Ἐπίσης, ὅταν τὸἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς ἀκολουθεῖ τὴ λογική, τότε γεννιέται ἡ σωφροσύνη ὅταν αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὸ θυμικό, τότε γεννιέται ἡἀνδρεία καὶὅταν λαμβάνει χώρα σὲὅλα τὰ μέρη τῆς ψυχῆς, τότε προκύπτει ἡ δικαιοσύνη.
Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐκείνη ἡὁποία χωρίζει ὅλες τὶς κακίες καὶὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς μεταξύ τους. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι σὰν ἕνα σύστημα καὶὀργάνωση τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς καὶ τέλεια καὶὑπέρτατη ἀρετή· σὲ αὐτὴν περιέχεται τὸ καθετί, ἐνῷ τὰἄλλα ἀγαθά της ψυχῆς δὲν μποροῦν νὰὑπάρξουν χωρὶς αὐτήν. Γι᾿ αὐτὸ καὶἡ δικαιοσύνη κατέχει μεγάλη δύναμη τόσο μεταξὺ τῶν θεῶν, ὅσο καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Περιέχει τὸ δεσμὸ μέσῳ τοῦὁποίου συνδέεται ὁλόκληρο τὸ σύμπαν καὶἐπίσης ἐκεῖνον μέσῳ τοῦὁποίου συνδέονται οἱ θεοὶ καὶ οἱἄνθρωποι. Μεταξὺ τῶν οὐράνιων θεῶν ὀνομάζεται θέμις καὶ μεταξὺ τῶν χθονίων ὀνομάζεται Δίκη, ἐνῷ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ὀνομάζεται Νόμος. Αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ σύμβολα καὶ σημεῖα ποὺὑποδηλώνουν ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡὑπέρτατη ἀρετή.
Ἀλλὰἡἀλήθεια διαπιστώνεται καὶἀπὸ τὰὀνόματα:
ὅταν ἡ λογικὴ τῆς ψυχῆς μειονεκτεῖ αὐτὴἡ διάθεση ὀνομάζεται ἀφροσύνη
ὅταν μειονεκτεῖ τὸ θυμικό, ὀνομάζεται θρασύτητα ἢ δειλία·
ὅταν μειονεκτεῖ τὸἐπιθυμητικό, ἀκράτεια.
Ὅταν πάλι ἀμβλύνεται ἡ λογική, τὸὀνομάζουμε ἀφροσύνη· ὅταν ὀξύνεται, θράσος·
ὅταν ἀμβλύνεται τὸἐπιθυμητικό, τὸὀνομάζουμε φιληδονία· ὅταν ὀξύνεται, ἀκολασία καὶ
συνολικὰὁ συνδυασμὸς ὅλων, ὅταν δὲν γίνεται μὲὀρθολογισμό, ὀνομάζεται κακία.
Ἂν αὐτὴἡ κακία προκαλεῖται ἀπὸ κάτι συγκεκριμένο, ἀποκαλεῖται ἀνοησία·
ἂν προκαλεῖται ἀπὸ φόβο, δειλία· ἂν ἀπὸἡδονές, ἀκολασία· ἂν ἀπὸ κερδοσκοπία, ἀδικία.
Συνεπῶς ἡἀρετή, ὅταν συνίσταται στὸ συλλογισμὸ καὶ τὴν κρίση, ὀνομάζεται φρόνηση·
ὅταν συνίσταται στὴν ἀντοχὴ φοβερῶν πραγμάτων, ὀνομάζεται θάρρος·
ὅταν συνίσταται στὴν καταστολὴ τῶν ἡδονῶν, ὀνομάζεται ἐγκράτεια·
καὶὅταν σχετίζεται μὲ τὴν ἀποφυγὴ τῆς βλάβης τῶν ἄλλων, ὀνομάζεται δικαιοσύνη.
Ἡὑπακοὴ συνεπῶς στὴν ἀρετή, σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθὴ λογική, καὶἡ παρέκκλιση ἀπὸ αὐτήν, ἀντίθετα πρὸς τὴν ὀρθὴ λογική, τείνουν ἡ μὲν πρὸς τὴν κοσμιότητα, ἡ δὲ πρὸς τὸἀντίθετό της. Τὸ δέον εἶναι αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι. Δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαίρεση, ὄντας ὅπως θὰἔπρεπε νὰ εἶναι.
Τὸ μὴ δέον εἶναι δυὸ εἰδῶν: ἡὑπερβολὴ καὶἡἔλλειψη. Ἡὑπερβολὴ εἶναι ἡ περίσσεια τοῦ δέοντος καὶἡἔλλειψη εἶναι τὸ λιγότερο τοῦ δέοντος.
Ἡἀρετὴὅμως εἶναι ἡ κατοχὴ τοῦ δέοντος. Ἔτσι εἶναι ταυτόχρονα ἀκρότητα καὶ μεσότητα. Εἶναι μεσότητα, ἐπειδὴ βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν ὑπερβολὴ καὶ τὴν ἔλλειψη· εἶναι ἀκρότητα, ἐπειδὴ δὲν δέχεται οὔτε αὔξηση οὔτε μείωση, ὄντας ἀκριβῶς ὅπως θὰἔπρεπε νὰ εἶναι.
Ἡ σύσταση τῆς ψυχῆς χωρίζεται σὲ λογική, θυμικὸ καὶἐπιθυμητικό. Ἡ λογικὴ κυβερνάει τὴ γνώση, τὸ θυμικὸ σχετίζεται μὲ τὴν παρόρμηση καὶ τὸἐπιθυμητικὸ κυβερνάει τὰ συναισθήματα τῆς ψυχῆς.
Ὅταν αὐτὰ τὰ τρία μέρη ἑνώνονται σὲ μία πράξη, ἐκδηλώνοντας μία σύνθετη ἐνέργεια, τότε ἡ ψυχὴ φθάνει σὲὁμολογία καὶἀρετή. Ὅταν ὁ στασιασμὸς τὰ χωρίζει, τότε ἐμφανίζεται κακία καὶ δυσαρμονία.
Ἡἀρετὴ συνεπῶς περιέχει τρία στοιχεῖα: γνώση, δύναμη καὶ προαίρεση.
Ἡἀρετὴ τῆς λογικῆςἱκανότητας τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ σοφία, ἡὁποία εἶναι μία συνήθεια θεώρησης καὶ κρίσης.
Ἡἀρετὴ τοῦ θυμικοῦ μέρους εἶναι τὸ θάρρος, δηλαδὴἡ συνήθεια νὰὑπομένουμε τὰ τρομερὰ πράγματα καὶ νὰἀντιστεκόμαστε σ᾿ αὐτά.
Ἡἀρετὴ τοῦἐπιθυμητικοῦ μέρους εἶναι ἡἐγκράτεια, δηλαδὴἡ μετριοπάθεια καὶὁ περιορισμὸς τῶν ἡδονῶν ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ σῶμα.
Ἡἀρετὴ τῆς ὅλης ψυχῆς εἶναι ἡ δικαιοσύνη, διότι οἱἄνθρωποι πράγματι γίνονται κακοὶ εἴτε μέσῳἀχρειότητας εἴτε μέσῳἀκολασίας εἴτε μέσῳ φυσικῆς ἀγριότητας. Βλάπτονται μεταξύ τους ἐξαιτίας τῆς κερδοσκοπίας, τῆς ἡδονῆς ἢ τῆς φιλοδοξίας.
Ἡἀχρειότηταἑπομένως ἀνήκει πιὸ σωστὰ στὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Ἐνῷἡ σύνεση εἶναι παρόμοια μὲ τὴν καλὴ τέχνη, ἡἀχρειότητα μὲ τὴν κακὴ τέχνη ποὺἐπινοεῖ τεχνάσματα γιὰ νὰ δράσει ἄδικα.
Ἡἀκολασία ἀνήκει στὸἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀφοῦἡἐγκράτεια συνίσταται στὴν καθυπόταξη καὶἡἀκολασία στὴν ἀποτυχία καθυπόταξης τῶν ἡδονῶν.
Ἡἀγριότηταἀνήκει στὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, διότι ὅταν κάποιος παρακινεῖται ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες, ἱκανοποιεῖται ὄχι ὅπως ἁρμόζει σὲἄνθρωπο ἀλλὰ σὲ ζῷο, καὶ αὐτὸὀνομάζεται ἀγριότητα.
Τὰἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν διαθέσεων προκύπτουν ἐπίσης ἀπὸ τὰ πράγματα χάρη τῶν ὁποίων γίνονται.
Ἡἀχρειότητα, προερχόμενη ἀπὸ τὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, καταλήγει σὲἀπληστία.
Τὸ λάθος τοῦ θυμικοῦ μέρους εἶναι ἡ φιλοδοξία, ἡὁποία καταλήγει σὲἀγριότητα
καὶ καθὼς τὸἐπιθυμητικὸ μέρος καταλήγει σὲἡδονή, αὐτὸ προκαλεῖἀκολασία.
Ὅπως οἱἄδικες πράξεις εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν αἰτιῶν, τὸἴδιο καὶ οἱ δίκαιες πράξεις· διότι ἡἀρετὴ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της εὐεργετικὴ καὶἐπικερδής, ἐνῷἡ κακία εἶναι κακοποιὸς καὶἐπιβλαβής.
Ἀφοῦὅμως ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς ὁδηγεῖ, ἐνῷ τὸἄλλο ἀκολουθεῖ καὶἀφοῦ οἱἀρετὲς καὶ οἱ κακίες συνυπάρχουν σὲ αὐτά, εἶναι φανερὸὅτι καὶὅσον ἀφορᾷ τὶς ἀρετές, ἐπίσης μερικὲς ἡγοῦνται καὶἄλλες ἀκολουθοῦν, ἐνῷἄλλες εἶναι σύνθετες.
Ἐκεῖνες ποὺἡγοῦνται, εἶναι ἀρετὲς τέτοιες, ὅπως ἡ σοφία· ἐκεῖνες ποὺἀκολουθοῦν εἶναι ἀρετὲς τέτοιες, ὅπως τὸ θάρρος καὶἡἐγκράτεια· καὶ στὶς σύνθετες περιλαμβάνεται ἡ δικαιοσύνη.
Οἱἀρετὲς λοιπὸν συνυπάρχουν στὰ πάθη, ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰἀποκαλέσουμε αὐτὰ τὰ τελευταῖα ὕλη τῶν πρώτων.
Ἀπὸ τὰ πάθη τὸ μὲν ἕνα εἶναι ἑκούσιο καὶ τὸἄλλο ἀκούσιο· ἡἡδονὴ εἶναι ἐκούσια καὶὁ πόνος ἀκούσιος.
Οἱἄνθρωποι ποὺ διαθέτουν πολιτικὲς ἀρετὲς αὐξάνουν καὶ μειώνουν αὐτά, ὀργανώνοντας τὰἄλλα μέρη τῆς ψυχῆς σύμφωνα μὲἐκεῖνο ποὺ κατέχει λογική. Τὸἐπιθυμητὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς προσαρμογῆς εἶναι ὅτι ἡ διάνοια δὲν θὰ πρέπει νὰἐμποδίζεται στὴν ἐκτέλεση τοῦ κατάλληλου ἔργου της, οὔτε ἀπὸἔλλειψη οὔτε ἀπὸὑπερβολή.
Προσαρμόζουμε τὸ λιγότερο ἀγαθὸ σὲἐκεῖνο ποὺ εἶναι περισσότερο ἀγαθὸ καὶ στὸν κόσμο κάθε μέρος ποὺ εἶναι πάντα παθητικό, ὑφίσταται χάριν ἐκείνου τὸὁποῖο πάντα κινεῖται.
Στὴν ἕνωση τῶν ὄντων τὸ θηλυκὸὑφίσταται χάριν τοῦἀρσενικοῦ, διότι αὐτὸ τὸ τελευταῖο σπέρνει, γεννώντας μία ψυχή, ἐνῷ τὸ πρῶτο μεταβιβάζει ἐπίσης ὕλη σὲἐκεῖνο τὸὁποῖο γεννιέται.
Στὴν ψυχὴ τὸἄλογο ὑφίσταται χάριν τοῦ λογικοῦ μέρους.
Ἡὀργὴ καὶἡἐπιθυμίαὀργανώνονται σὲ σχέση μὲ τὸ πρῶτο μέρος τῆς ψυχῆς· ἡ πρώτη σὰν ἕνας δορυφόρος καὶ φύλακας τοῦ σώματος, ἡ δεύτερη σὰν ἕνας παρασκευαστῆς καὶ χορηγὸς κάθε ἀναγκαίου.
Ἡ διάνοια, ὄντας ἑδραιωμένη στὴν ἀνώτερη κορυφὴ τοῦ σώματος καὶἔχοντας μία θέα ἐκείνου ποὺ εἶναι ἀπὸὅλες τὶς μεριὲς λαμπερὸ καὶ διαφανές, διερευνᾷ τὴ σοφία τῶν ἀληθινῶν ὄντων. Αὐτὴ εἶναι πράγματι ἡ φυσικὴ λειτουργία της, νὰ διερευνᾷ καὶ νὰ κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰἀκολουθεῖἐκεῖνα τὰὄντα ποὺ εἶναι πιὸἔξοχα καὶ σεβαστὰἀπὸ τὴν ἴδια. Διότι ἡ γνώση τῶν θείων καὶ πιὸ σεβαστῶν πραγμάτων εἶναι ἡἀρχή, ἡ αἰτία καὶὁ κανόνας τῆς ἀνθρώπινης εὐδαιμονίας.
