Ελένη Γλύκατζη
Κοινοτητα Φαρασα
[χειρόγραφο, φάκελος ΚΠ-361, σσ. 217-276]
επιμέλεια: Τρύφων Τοπαλίδης
Εισαγωγή
Το έργο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών για τα Φάρασα
Τα Φάρασα κατείχαν ξεχωριστή θέση στην προπολεμική και μεταπολεμική περίοδο της ερευνητικής εποποιίας του Κέντρου Μικρασιατικών
Σπουδών (ΚΜΣ). Ήταν ο πρώτος οικισμός του μικρασιατικού ελληνισμού
που μελέτησε συστηματικά για περισσότερο από τριάντα χρόνια, με απαρχή τη φωνογράφηση οκτώ Φαρασιώτικων λαϊκών ασμάτων από τον Σύλλογο
Δημοτικών Τραγουδιών.1
1. Η φωνογράφηση έγινε στο θέατρο Αλάμπρα την Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 1930 και
τα άσματα τραγούδησαν a cappella οι Φαρασιώτες πρόσφυγες Λάζαρος Χατζίνης και
Παναγιώτης Κοντεπερίδης. Ο Σύλλογος Δημοτικών Τραγουδιών (ΣΔΤ) ιδρύθηκε στις
αρχές της ίδιας χρονιάς από επιφανείς Αθηναίους, μετά από πρόταση του Γάλλου
νεοελληνιστή καθηγητή Hubert Pernot. Στα 1930-31, με άμισθη διευθύντριά του την
εθνομουσικολόγο Μέλπω-Λογοθέτη Μερλιέ, ο ΣΔΤ φωνογράφησε 639 τραγούδια σε
222 δίσκους 78 στροφών από τον ελλαδικό χώρο, την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά
Ασία και τα ιταλοκρατούμενα τότε Δωδεκάνησα. Αυτό το πρωτοποριακό έργο επιτεύχθηκε χάρη στην επιχορήγηση 500.000 δραχμών που έλαβε από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου και την τεχνική υποστήριξη του Γαλλικού Οίκου Pathé, που έστειλε
για τον σκοπό αυτό στην Αθήνα τα τελειότερα φωνοληπτικά μηχανήματα της εποχής
και δύο ειδικευμένους μηχανικούς ήχου. Με την πάροδο του χρόνου τα λαογραφικά
στοιχεία πλαισίωσαν τις μουσικές καταγραφές και η μουσικολογία έδωσε τη θέση της
στη λαογραφία. Έτσι το 1933 ιδρύθηκε το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο (ΜΛΑ) και λίγο αργότερα το Αρχείο της Μικρασιατικής Λαογραφίας (ΑΜΣ), ως τμήμα του ΜΛΑ,
με σκοπό την αποτύπωση του πολιτισμού και της ιστορίας των μικρασιατικών κοιτίδων του προσφυγικού πληθυσμού που συνέρρευσε στην Ελλάδα με την ανταλλαγή
362 ΤρύΦων Τοπαλιδ
Στα προσφυγικά του Μοσχάτου, όπου στις αρχές του 1925 είχαν εγκατασταθεί «ώς 50 οικογένειες»2
ανταλλαξίμων από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, η Μέλπω Μερλιέ μαζί με τον πρώτο συνεργάτη της, λαογράφο
Δημήτρη Λουκόπουλο,3
εντόπισαν πληροφορητές που θα τους αποκάλυπταν μιαν άγνωστη ελληνική κοινότητα της μικρασιατικής ενδοχώρας, τα
Φάρασα. «Εἴχαμε τὴν ἐντύπωση –γράφει η Μερλιέ– πὼς τὸ χωριὸ αὐτό, χαμένο μέσα στὸ ἔρημο φαράγγι ποὺ χωρίζει τὸν Ταῦρο ἀπὸ τὸν Ἀντίταυρο, εἶχε
των πληθυσμών. Το 1949 το ΑΜΛ, διευρύνοντας τη θεματολογία και το περιεχόμενο
των ερευνητικών του στόχων, μετονομάστηκε σε «Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών –
Ίδρυμα Μέλπως & Οκτάβιου Μερλιέ». Για την ίδρυση και το έργο του ΣΔΤ και του
ΑΜΣ, βλ. αντίστοιχα: Μέλπω Μερλιέ, Ἡ Μουσικὴ Λαογραφία στὴν Ἑλλάδα. Δοκίμιο,
Ἀθήνα 1935· τῆς ἴδιας, Τὸ Ἀρχεῖο τῆς Μικρασιατικῆς Λαογραφίας: πῶς ἱδρύθηκε – πῶς
ἐργάστηκε, Ἀθήνα 1948.
2. Αρχείο ΚΜΣ, φ. ΣΕ17 (Σημερινή Εγκατάσταση): Περιφέρεια Φαράσων και
Αποικιών Φαράσων.
3. Ο Δημήτρης Λουκόπουλος (Αρτοτίνα 1874 – Θέρμο 1943) αποτελεί ιδιαίτερη
περίπτωση στον χώρο της ελληνικής λαογραφίας. Δημοδιδάσκαλος στο επάγγελμα,
υπηρέτησε από τον Νοέμβριο του 1892 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1925 στο κοντινό
προς τη γενέτειρά του Θέρμο (παλαιό Κεφαλόβρυσο) Αιτωλοακαρνανίας, με ενδιάμεση διακοπή ενός χρόνου υπηρεσίας στα Γρεβενά (1913-14) ως επιθεωρητής δημοτικών
σχολείων. Από τα νεανικά του χρόνια και χωρίς ειδική επιστημονική κατάρτιση επέδειξε ιδιαίτερη κλίση στη λαογραφία· σύμμεικτα λαογραφικά θέματα της πατρίδας
του δημοσιεύθηκαν στους πρώτους κιόλας τόμους του περιοδικού «Λαογραφία» με
παρότρυνση του Νικολάου Γ. Πολίτη, που εντυπωσιάστηκε από την ακρίβεια των
περιγραφών του. Το 1925 αποσπάστηκε στο Ιστορικό Λεξικό και έναν χρόνο μετά στο
Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1935. Στο διάστημα αυτό έκανε πολλές αποστολές στη Ρούμελη, στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία,
συλλέγοντας πλουσιότατο λαογραφικό υλικό που αποτυπώνεται σε 27 χειρόγραφά του
συγκείμενα από 10.950 σελίδες. Την ίδια περίοδο εξέδωσε τα πιο σημαντικά έργα του:
«Αἰτωλικαὶ οἰκήσεις, σκεύη καὶ τροφαί» (1925), «Πῶς ὑφαίνουν καὶ ντύνονται οἱ Αἰτωλοί» (1927), «Ποιμενικὰ τῆς Ρούμελης» (1930), «Στὰ βουνὰ τοῦ Κατσαντώνη» (1934)
κ.ά., με κορυφαίο τα «Γεωργικὰ τῆς Ρούμελης» (1938). Ο Λουκόπουλος ήταν μέλος
της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας από το 1909 και διετέλεσε επί σειρά ετών γενικός γραμματέας της (1927-1941). Η γνωριμία του με τη Μέλπω Μερλιέ το 1922 και η
μετέπειτα εικοσάχρονη συνεργασία τους μετατόπισε τους ερευνητικούς ορίζοντες του
Ρουμελιώτη λαογράφου: καταπιάστηκε με τη συλλογή μαρτυριών από πρόσφυγες της
Καππαδοκίας και ιδιαίτερα των Φαράσων, στα οποία αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια
της ζωής του. Για μια πρώιμη αποτίμηση της συμβολής του στην ελληνική λαογραφία,
βλ. αφιέρωμα περιοδικού «Ἐλεύθερα Γράμματα» στον Δημήτρη Λουκόπουλο (τεύχος
59, Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 1947).
Κοινοτητα Φαρασα: Εισαγωγή 363
βαστάξει, καὶ στὴ γλῶσσα καὶ στὴ ζωή του, χαρακτηριστικὰ ποὺ ἄξιζε νὰ μελετηθοῦν. Ὅσο συνεχίζαμε τὴν ἔρευνα, τόσο ἡ πρώτη αὐτὴ ἐντύπωση ἔβγαινε δικαιολογημένη. Πόση δουλειά, πόσος κόπος, πόσες χιλιάδες δελτία, πόσες περιγραφὲς χρειάστηκαν γιὰ νὰ ξαναδημιουργήσωμε τὸ χωριὸ τέτοιο ποὺ ὑπῆρξε,
γιὰ νὰ δοῦμε τὸ φυσικό του πλαίσιο, τὸν οὐρανό, τὰ βουνά, τὰ ποτάμια, τὰ ζῶα
καὶ τὰ φυτά του· γιὰ νὰ χαράξωμε τίς στράτες καὶ τὰ σοκάκια του· νὰ τοποθετήσωμε τὴν ἐκκλησία, τὸ σχολεῖο καὶ τὰ σπίτια· νὰ τὰ περιλάβωμε σὲ συνοικίες
καὶ σὲ κοινότητες· νὰ περπατήσωμε παντοῦ κάνοντας τὸ γῦρο τῆς κοινοτικῆς
περιφέρειας τοῦ χωριοῦ».4


Για οκτώ συναπτά έτη (1933-1941) ο Λουκόπουλος εργαζόταν με δεκάδες
Φαρασιώτες πρόσφυγες στην Αθήνα και στον Πειραιά και τους «εξομολογούσε». Η συλλογή πληροφοριών για την τοπογραφία, τον αγροτικό βίο και
τον λαϊκό πολιτισμό των Φαράσων είχε εντατικοποιηθεί από το 1935, με την
αφυπηρέτηση του Λουκόπουλου από το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας και την ένταξη στο δυναμικό του ΜΛΑ του φιλολόγου-λαογράφου Θανάση Κωστάκη (1907-2009). Το υλικό του αρχείου για τα Φάρασα εμπλουτίστηκε σημαντικά με δύο αποστολές του Λουκόπουλου, το 1935 και το 1939,
στο Πλατύ της Θεσσαλονίκης (από το 1946 υπάγεται στον νομό Ημαθίας),
όπου ήταν εγκατεστημένες περισσότερες των 200 οικογενειών προσφύγων
από τα Φάρασα και τα πέντε χωριά-αποικίες του (Αφσάρι, Κάρσαντι, Κίσκα, Σατί και Τσουχούρι), που μιλούσαν σχεδόν απαράλλαχτα το ίδιο ελληνόφωνο γλωσσικό ιδίωμα.5
Στα τέλη του 1937 ο Λουκόπουλος είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη συγγραφή των δύο πρώτων τόμων, από τους έξι συνολικά, που προετοίμαζε να εκδώσει το ΜΛΑ για τα Φάρασα.6
Την ίδια περίοδο η Μέλπω Μερλιέ έγραφε
4. Μέλπω Μερλιέ, Τὸ Ἀρχεῖο τῆς Μικρασιατικῆς Λαογραφίας, ό.π., σ. 21.
5. Για το γλωσσικό ιδίωμα και τη λαϊκή παράδοση των Φαράσων είχαν ήδη εκδοθεί συστηματικές μελέτες. Βλ. Παύλος Καρολίδης, Γλωσσάριον συγκριτικὸν ἑλληνοκαππαδοκικῶν λέξεων, Σμύρνη 1885· Paul de Lagarde, NeuGriechisches aus KleinAsien,
Göttingen 1886· Henry Grégoire, “Notes sur le dialecte de Farasha”, Bulletin de
Correspondance Hellénique, 33 (1909), σσ. 148-159· R.M. Dawkins, Modern Greek in
Asia Minor: A study of the dialects of Sílli, Cappadocia and Phárasa with grammar,
texts, translations and glossary, with a chapter on the subject-matter of the folk-tales
by W. R. Halliday, Cambridge 1916· R.M. Dawkins, “Ἀναστασίου Λεβίδου Παροιμίαι
ἐκ Φαράσων”, Λαογραφία, 11 (1934), σσ. 131-150.
6. «Τὰ Φάρασα: Α´ Περιγραφὴ καὶ Ἱστορία» και «Τὰ Φάρασα: Β´ Τὰ Τοπωνύμια»
ήταν οι τίτλοι των δύο πρώτων τόμων, που προετοίμαζε να εκδώσει το ΒιβλιοπωΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΦΑΡ
364 ΤρύΦων Τοπαλιδ
μια πολυσέλιδη μελέτη για τις ελληνικές κοινότητες της Καππαδοκίας, που
δημοσιεύθηκε σαράντα χρόνια αργότερα.7
Μετά τη λήξη του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα μέρος του ανέκδοτου υλικού του Λουκόπουλου αξιοποιήθηκε για την έκδοση τριών μονογραφιών: το 1948 κυκλοφόρησε «Τὸ
γλωσσικὸ ἰδίωμα τῶν Φαράσων», με συγγραφέα τον καθηγητή γλωσσολογίας
στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Νικόλαο Ανδριώτη,8
το 1949 «Ἡ λαϊκὴ
λατρεία τῶν Φαράσων», με επιμέλεια του Δημήτρη Πετρόπουλου, και το 1951
οι «Παροιμίες τῶν Φαράσων», με επιμέλεια του Δημητρίου Λουκάτου.
Τη συλλογή προφορικών μαρτυριών από πληροφορητές των Φαράσων
συνέχισαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δύο νεότεροι συνεργάτες του
ΚΜΣ, ο τουρκομαθής Ερμόλαος Ανδρεάδης (1910-2004) και η Αγλαΐα Λουκοπούλου-Βαλέρη (1909-1992), φιλόλογος-κόρη του Δημήτρη Λουκόπουλου, που διεύρυναν σημαντικά το υλικό του αρχείου και συμπλήρωσαν τα
θεματικά κενά του. Αξιοσημείωτη, επίσης, ήταν και η συμβολή ενός λογίου
Φαρασιώτη, του αειμνήστου παπά-Θόδωρου Θεοδωρίδη,9
ο οποίος με ιδιαίλείο Ιωάννη Ν. Σιδέρη για λογαριασμό του ΜΛΑ, εγκαινιάζοντας την εκδοτική σειρά
«Καππαδοκία». Οι υπόλοιποι τέσσερις είχαν προσωρινούς τίτλους: «Οἰκογενειακὴ
ζωὴ τῶν Φαρασιωτῶν», « Ὑπαίθρια ζωὴ καὶ φυσικὸς κόσμος», «Ἀποικίες τῶν Φαράσων»
και «Γλωσσικὰ μνημεῖα τῶν Φαράσων». Το πολύτομο έργο είχε προαναγγείλει ο Λουκόπουλος με συνέντευξή του στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» (τεύχος 125, 22
Απριλίου 1939, σ. 12). Η επιμονή, όμως, της Μερλιέ για τη βελτίωση και συμπλήρωση
των χειρογράφων του Λουκόπουλου, μετέθεσε χρονικά την πραγμάτωση αυτού του
φιλόδοξου εκδοτικού εγχειρήματος, που τελικά ματαιώθηκε εξαιτίας της γερμανικής
Κατοχής και του αιφνιδίου θανάτου του στενού συνεργάτη της, στις 30 Ιουνίου 1943.
Βλ. Μέλπω Μερλιέ, Τὸ Ἀρχεῖο τῆς Μικρασιατικῆς Λαογραφίας, ό.π., σσ. 22, 23-24·
Γεώργιος Α. Μέγας, “Δημήτριος Λουκόπουλος” [νεκρολογία], Νέα Ἑστία, τεύχος 390
(1943), σσ. 1113-1114· Ευθυμία Παπασπύρου-Καραδημητρίου, “Ο Δημήτρης Λουκόπουλος και το έργο του”, Δελτίον τῆς Ἱστορικής καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας τῆς Ἑλλάδος,
23 (1980), σσ. 602-603.
7. Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ, “Οἱ ἑλληνικὲς κοινότητες στὴ σύγχρονη Καππαδοκία”, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 1 (1977), σσ. 29-74.
8. Ας αναφερθεί εδώ ότι το 1935 η Μέλπω Μερλιέ πρότεινε στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη να αναλάβει αυτός την επιμέλεια μιας έκδοσης για τα γλωσσολογικά και τη
γραμματική του Φαρασιώτικου ιδιώματος. Όμως ο δημοτικιστής γλωσσολόγος, απορροφημένος τότε στη συγγραφή της «Ιστορικής Εισαγωγής» και της «Νεοελληνικής
Γραμματικής» του, δεν είχε τον χρόνο για να καταπιαστεί με αυτήν την απαιτητική
εργασία, παρ’ όλο που τον ενδιέφερε.
9. Ο πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Θεοδωρίδης (1908;-2005) υπήρξε επί σειρά
δεκαετιών συνεργάτης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και πολύτιμος πληρο-
Κοινοτητα Φαρασα: Εισαγωγή 365
τερη θέρμη και αφοσίωση τροφοδοτούσε διαρκώς με πολύτιμα σημειώματα
το υλικό της γενέτειράς του.
Ο αμητός της εργώδους ερευνητικής προσπάθειας των συνεργατών του
ΚΜΣ και προσωπικά της ιδρύτριάς του, για τη μελέτη και «ανασύσταση»
του οικισμού των Φαράσων, συμποσούται σε 7.848 δελτία, με σύμμεικτο
διαλεκτολογικό, λαογραφικό, ανθρωπολογικό και ιστορικό περιεχόμενο, που
περιλαμβάνονται σε 24 φακέλους του Αρχείου Προφορικής Παράδοσης
(ΑΠΠ).10 Στο υλικό αυτό δεν συνυπολογίζονται ορισμένα άλλα αυτοτελή
χειρόγραφα, χάρτες, τοπογραφικά σκαριφήματα και διάφορα λιτά έγγραφα
για τα Φάρασα, που ανήκουν σε άλλες αρχειακές ενότητες του Κέντρου,
καθώς και πλήθος φωτογραφιών που απεικονίζουν Φαρασιώτες πληροφορητές και τους χώρους όπου διαβίωναν τις πρώτες δεκαετίες της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα.
φορητής της γενέτειράς του. Από το αξιόλογο συγγραφικό έργο του για τα Φάρασα ξεχωρίζουν το (ανέκδοτο) Λεξικὸν τῆς Ἑλληνο-Καππαδοκικῆς Φαρασώτικης Διαλέκτου και τα «Τοπωνύμια καὶ Λαογραφικὰ τῶν Φαράσων τῆς Καππαδοκίας», που δημοσιεύθηκε σε τρεις συνέχειες στα Μικρασιατικὰ Χρονικά 13 (1967), σσ. 185-250· 14
(1970), σσ. 118-166· 15 (1972), σσ. 191-222. Πβλ. Ιορδάνης Παπαδόπουλος, «Μνήμη
Αιδεσιμώτατου Θεόδωρου Θεοδωρίδη (1910-2005)», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών
Σπουδών 15 (2008), σσ. 456-460.
10. Για το περιεχόμενο και την αξία του ΑΠΠ ως ανεξάντλητου μεταλλείου έρευνας του μικρασιατικού ελληνισμού, βλ.: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ὁ τελευταῖος Ἑλληνισμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἔκθεση τοῦ ἔργου τοῦ Κέντρου Μικρασιατικῶν
Σπουδῶν (1930-1973): Κατάλογος, Αθήνα 1974· Georgios A. Yiannakopoulos, “The reconstruction of a destroyed picture: The oral history archive of the Center for Asia
Minor Studies”, Mediterranean Historical Review, 8/2 (1993), σσ. 201-217· Ιωάννα
Πετροπούλου, “Η δυναμική του προφορικού λόγου: ένα παράδειγμα”, Τα Ιστορικά,
18/34 (2001), σσ. 221-225· Ματούλα Ρίζου-Κουρουπού, “Πολύμοχθο οδοιπορικό στα
μονοπάτια της μνήμης”, εφημερίδα «Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες» [αφιέρωμα στο
Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών], 2-6-2002, σσ. 8-13· Penelope Papailias, “Writing
Home in the Archive: “Refugee Memory” and Ethnography of Documentation”,
στο: Francis X. Blouin Jr., William G. Rosenberg (ed.), Archives, Documentation,
and Institutions of Social Memory, Ann Arbor 2006, σσ. 402-416· Evangelia Balta,
“Le fonds ethnographique des réfugiés grecs d’Anatolie: questions d’histoire
et d’historiographie”, Ateliers du LESC [En ligne], 32 (2008), DOI: https://doi.
org/10.4000/ateliers.1402· Evi Kapoli, “Archive of oral tradition of the Centre for
Asia Minor Studies: its formation and its contribution to research”, Ateliers du
LESC [En ligne], 32 (2008), DOI: https://doi.org/10.4000/ateliers.1143
366 ΤρύΦων Τοπαλιδ
Η Ελένη Γλύκατζη στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών
Με ρίζες από τα Μουδανιά των μικρασιατικών παραλίων, η Ελένη Γλύκατζη πέρασε φτωχικά αλλά ευτυχισμένα παιδικά και νεανικά χρόνια στα προσφυγικά του Βύρωνα την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το 1945
αποφοίτησε με άριστα από το Δ´ Γυμνάσιο Θηλέων Αθηνών και στις αρχές
του 1946 γράφτηκε μετά από εξετάσεις στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο τρίτο έτος των σπουδών της επέλεξε να ακολουθήσει
το (νεοσύστατο τότε) Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Σχολής και τον
Οκτώβριο του 1950 πήρε το πτυχίο της με βαθμό «λίαν καλώς».11 Ενόσω
ήταν ακόμη φοιτήτρια έπαιρνε μαθήματα γαλλικών και σχετίστηκε με τον
κύκλο του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εκεί γνώρισε τη Μέλπω Μερλιέ,
που την προσέλαβε στο νεοσύστατο τότε ΚΜΣ με μισθό που δεν κάλυπτε
τις ανάγκες της.12
Στα χρόνια που εργάστηκε στο ΚΜΣ (1949-1953) η Ελένη Γλύκατζη
ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη συλλογή μαρτυριών από Καππαδόκες και Βιθυνούς πρόσφυγες.13 Την περίοδο εκείνη ο εκπατρισμένος ελληνισμός της
Καππαδοκίας ήταν στο επίκεντρο της μικρασιολογικής έρευνας του ΚΜΣ
και, καθώς το υλικό που είχε συναχθεί για την περιοχή αυτή ήταν ήδη άφθονο, η Μέλπω Μερλιέ ζήτησε από τη νεαρή ερευνήτρια να γράψει αν μπορεί
«συνθετικά μελετήματα» για τρεις ελληνικές κοινότητες της Καππαδοκίας:
το Μισθί, το Τσαρικλί και τα Φάρασα.
Στις αρχές φθινοπώρου του 1953 η Ελένη Γλύκατζη διέκοψε τη συνεργασία της με το ΚΜΣ και έφυγε με υποτροφία στο Παρίσι για να συνεχίσει
11. Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ – Αρχείο Φιλοσοφικής Σχολής, Μητρώο Φοιτητών (πανεπιστημιακά έτη 1945-1949) και Μητρώο Πτυχιούχων (ευρετήριο 1950).
12. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Μια ζωή χωρίς άλλοθι, όπως την αφηγήθηκα στον
Γιάννη Ν. Μπασκόζο, Αθήνα 2017, σ. 59.
13. Η Ελένη Γλύκατζη συνέλεξε υλικό προφορικών μαρτυριών για τις κοινότητες
Αγιρνάς, Ανδρονίκιο, Αξός, Βέξε, Γκέλβερι, Ένεχιλ, Ζιντζίντερε, Ιντζέσου, Λιμνά, Μαλακοπή, Μιστί, Νέβσεχιρ, Τσαρικλί και Φλοϊτά της «επαρχίας» Καππαδοκίας και τις
κοινότητες Απολλωνιάδα, Ασάκιοϊ, Εσμέ, Κιζίλκαγια, Κιούπλια, Μιχαλίτσι, Σαγινάτοι,
Τσάμ’τζα και Τσεσνεΐρι της «επαρχίας» Βιθυνίας. Παράλληλα, έκανε αποστολές και
στην επαρχία· η πρώτη ήταν στην Ανάβυσσο Αττικής (Μάρτιος 1952) και η τελευταία
στη Μακεδονία (Τούμπα Θεσσαλονίκης, Δημητρίτσι Σερρών, Καλαμπάκι Δράμας).
Πβλ. Ελένη Γλύκατζη, «Ὁδοιπορικὸ τῆς ἀποστολῆς γιὰ συλλογὴ ὑλικοῦ στὴ Μακεδονία (13-26 Αὐγούστου 1953)”, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 3 (1982),
σσ. 197-208.

Intel(R) JPEG Library, version [1.51.12.44]


Κοινοτητα Φαρασα: Εισαγωγή 367
τις σπουδές της· η μετέπειτα λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και το
έργο της είναι γνωστά. Συμπληρώνοντας 96 χρόνια ζωής, μοιρασμένα ανάμεσα στο Παρίσι και στην Αθήνα, η αειθαλής «Κυρία Πρύτανης» εξακολουθεί σήμερα να παρακολουθεί με αδιάπτωτο ενδιαφέρον την τρέχουσα
επικαιρότητα, να παρεμβαίνει με ομιλίες και συνεντεύξεις της στα δημόσια
πράγματα της χώρας και, μέχρι πρότινος, να ασκεί τα καθήκοντά της ως
πρόεδρος του Δ.Σ. του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών.
Το κείμενο
Το χειρόγραφο μελέτημα της Ελένης Γλύκατζη «Κοινότητα Φάρασα», που
δημοσιεύεται εδώ με τη συγκατάθεσή της, ανήκει στα πρώιμα έργα της διαπρεπούς ιστορικού-βυζαντινολόγου. Είναι γραμμένο με μαύρο μελάνι στη
μία όψη 30 φύλλων χαρτιού διαστάσεων 14,3 x 21,2 εκ., καταλαμβάνει έκταση 60 σελίδων και βρίσκεται στον φάκελο ΚΠ-361 του ΑΠΠ. Χρονολογείται
στα τέλη του 1950 και είναι εκτενέστερο των δύο άλλων ομολόγων μελετημάτων της για το Μισθί (30 σελίδες) και το Τσαρικλί (45 σελίδες), που τα
έγραψε νωρίτερα την ίδια χρονιά.
Η διάρθρωση του κειμένου ακολουθεί πιστά τη δομή και το περιεχόμενο
του δακτυλόγραφου ερωτηματολογίου για την έρευνα των μικρασιατικών
κοινοτήτων, που συνέταξε η Μέλπω Μερλιέ με τη βοήθεια συνεργατών
της.14 Αποτελείται από δώδεκα σύντομα κεφάλαια –με εξαίρεση το ένατο
που είναι εκτενές– και επίμετρο. Τα πρώτα οκτώ κεφάλαια περιγράφουν
τις διαδικασίες εκλογής της δημογεροντίας και τις λειτουργικές εκφάνσεις
του κοινοτικού θεσμού στα Φάρασα

. Το ένατο, που καλύπτει 24 σελίδες
του χειρογράφου, πραγματεύεται μια σειρά θεμάτων: τη φορολογία και την
είσπραξη των φόρων, τις αρμοδιότητες της κοινότητας στα ζητήματα τάξης
και ασφάλειας, τη διαιτησία και την απονομή δικαιοσύνης όταν αναφύονταν διενέξεις μεταξύ κατοίκων του χωριού, την κοινοτική αλληλεγγύη και
πρόνοια, το σχολείο και την ενοριακή εκκλησία, τις σχέσεις της κοινότητας
με τις τουρκικές αρχές, με τη Μητρόπολη Καισαρείας και τις γειτονικές
κοινότητες. Τα επόμενα τρία κεφάλαια περιγράφουν τα οικονομικά της κοινότητας, τα έσοδα και την περιουσία της εκκλησίας, καθώς και τη δράση
14. Μια πρώτη προσωρινή μορφή του ερωτηματολογίου εκδόθηκε μια δεκαετία
αργότερα σε ένα τευχίδιο 15 σελίδων που κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ἐρωτηματολόγιο γιὰ τὶς κοινότητες, τὴν ὀργάνωση καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή τους, Αθήνα 1961.
368 ΤρύΦων Τοπαλιδ
των μουχτάρηδων (προέδρων) των δύο δημογεροντιών των Φαράσων –του
«Πάνου Μεχά» και του «Κάτου Μεχά»– που είχαν ξέχωρη κοινοτική εκπροσώπηση. Στο επίμετρο η συγγραφέας στέκεται σε δύο ιδιορρυθμίες των
Φαράσων, που της προξενούν εντύπωση και επιχειρεί να ερμηνεύσει: το
φαινόμενο της ύπαρξης διπλού κοινοτικού συμβουλίου στο χωριό και την
υπερβολική εξουσία του παπά.
Αποκλειστική πηγή του μελετήματος της Γλύκατζη για την κοινότητα
των Φαράσων είναι οι προφορικές μαρτυρίες των προσφύγων. Η συγγραφέας μελέτησε όλα τα σχετικά δελτία των Δ. Λουκόπουλου και Θ. Κωστάκη
που υπήρχαν ώς τότε στο αρχείο του ΚΜΣ. Στα δελτία αυτά είναι καταγεγραμμένες οι μαρτυρίες των Φαρασιωτών πληροφορητών Γιάννη Μπαλαχτσή, Λάζαρου Κοσκερίδη, Ευθύμη Ζαχαρόπουλου και Γιάννη Μεζόγλου.
Από αυτές, η Γλύκατζη ξεχώρισε τις μαρτυρίες του πρώτου πληροφορητή
και, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, τις χρησιμοποίησε κατά κόρον
στο κείμενό της. Ο Γιάννης Μπαλαχτσής ή Παλακτσόγλου (Φάρασα 1896
– Άλιμος Αττικής 1.3.1984) ήταν από τους πιο πολύτιμους και αξιόπιστους
τροφοδότες του ΑΠΠ για τα Φάρασα. Σε ηλικία μόλις 18 ετών εκλέχθηκε
κεχάς (κοινοτικός σύμβουλος) του «Πάνω Μαχαλά» των Φαράσων και, ως
πληροφορητής, διακρινόταν για τη σαφήνεια του λόγου του και την παραστατικότητα των περιγραφών του. Επιπλέον, είχε καλό μνημονικό και εναργή εικόνα του ευρύτερου χωρικού περιβάλλοντος των Φαράσων καθώς και
των δρωμένων που έλαβαν χώρα στη γενέτειρά του τις δύο πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες του 20ού αιώνα.15 Η Γλύκατζη φαίνεται ότι τον συνάντησε
και συνεργάστηκε μαζί του, με σκοπό να εκμαιεύσει περισσότερες πληροφορίες για το θέμα της και να διευκρινίσει μερικά πιθανόν διφορούμενα
σημεία ή ασάφειες που βρήκε στα δελτία του Λουκόπουλου.16
15. Ένα πρώτο βιογραφικό σημείωμα του Γιάννη Μπαλαχτσή έγραψε το 1935 ο
Δημήτρης Λουκόπουλος, χαρακτηρίζοντάς τον «καλοπροαίρετο ἄνθρωπο, ἐξυπνότατο
καὶ ἐγγράμματο» (ΑΠΠ, φ. ΚΠ-343, σσ. 459-461). Το συμπλήρωσε το 1954, με πολλές
αναφορές στην περιπετειώδη ζωή του, η Αγλαΐα Λουκοπούλου (ΑΠΠ, φ. ΚΠ-343, σσ.
463-470).
16. Στον φάκελο ΚΠ-343 του ΑΠΠ, που περιέχει όλα τα δελτία μετάβασης συνεργατών του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών στους πληροφορητές των Φαράσων, δεν
βρέθηκε δελτίο με αναφορά σε συνάντηση της Ελένης Γλύκατζη με τον Γιάννη Μπαλαχτσή. Η ίδια, ωστόσο, μας βεβαίωσε ότι τον συνάντησε. Αυτό προκύπτει έμμεσα και
από την ανάγνωση του κειμένου της: «μοῦ λέει σκεφτικὸς ὁ κ. Μπαλαχτσῆς», «ὅπως
θυμᾶται ὁ κ. Μπαλαχτσῆς» κ.ο.κ.
Κοινοτητα Φαρασα: Εισαγωγή 369
Όταν γράφτηκε το κείμενο, εργασίες για τον θεσμό της δημογεροντίας –ιδιαίτερα όπως αυτός φανερωνόταν στις κοινότητες των Ρωμιών του
μικρασιατικού χώρου– εξέλιπαν από την ελληνική βιβλιογραφία με εξαίρεση μια γενική μελέτη.17 Από την άποψη αυτή, το μελέτημα της Γλύκατζη
για τα Φάρασα μπορεί να θεωρηθεί αυτόχρημα πρωτοποριακό και θεματικά πρωτότυπο: αναφέρεται περιοριστικά στην οργάνωση, στην εσωτερική
λειτουργία και στις παραδοσιακές εκφάνσεις του κοινοτικού θεσμού μιας
ορεινής κοινότητας της μικρασιατικής ενδοχώρας των αρχών του 20ού αιώνα, όπου και τοποθετούνται χρονικά οι μαρτυρίες των πληροφορητών. Η
απουσία άλλων γραπτών ιστορικών πηγών, περιλαμβανομένων των οθωμανικών, από το κείμενο είναι ευεξήγητη· την εποχή εκείνη μαθήματα τουρκικών σπουδών δεν διδάσκονταν στα δύο ελληνικά πανεπιστήμια και, πολύ
περισσότερο, τα οθωμανικά αρχεία ήταν σχεδόν άγνωστα και απρόσιτα στην
ερευνητική κοινότητα.18
Σύντομο ιστορικό περίγραμμα των Φαράσων
(τέλη 19ου – αρχές 20ού αιώνα)
Απομονωμένα και δυσπρόσιτα στο νοτιοανατολικό άκρο του σαντζακιού
της Καισαρείας, τα Φάρασα είχαν στις αρχές του περασμένου αιώνα γύρω
στα 280 νοικοκυριά με πληθυσμό που μόλις ξεπερνούσε τα 900 άτομα.19
17. Κωνσταντίνος Γ. Λαμέρας, “Περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπὶ τουρκοκρατίας δημογεροντιῶν”, Μικρασιατικὰ Χρονικά 3 (1940), σσ. 1-73. Εδώ μπορούμε να προσθέσουμε
κι ένα μεταγενέστερο χρονικά αδημοσίευτο (;) χειρόγραφο σημείωμα του Γεωργίου
Κ. Ασκητόπουλου “ Ἡ Μουχταροδημογεροντία”, από το προσωπικό του αρχείο που
ανήκει στη συλλογή της Ιωάννας Βαρίκα.
18. Σήμερα, για παράδειγμα, από την αναδίφηση στα οθωμανικά αρχεία μαθαίνουμε ότι οι πρώτες εκλογές ανάδειξης των μουχτάρηδων στα χωριά του καζά Ντέβελι
(Develi) του σαντζακιού Νίγδης, όπου υπάγονταν τότε διοικητικά τα Φάρασα, έγιναν
στις 12 Ιουνίου 1835. Βρίσκουμε μάλιστα καταχωρισμένα και τα ονόματα των Ρωμιών
και των Μουσουλμάνων εκπροσώπων του «Πάνω Μαχαλᾶ» (Yukarı Mahalle) και του
«Κάτω Μαχαλᾶ» (Aşağı Mahalle) των Φαράσων, που είχαν εκλέξει τότε ξεχωριστά οι
Ρωμιοί και ξεχωριστά οι Μουσουλμάνοι του χωριού (BOA, Bâb-ı Âsafî Ruus Kalemi
Defter No. 1687, σσ. 1-3). Πβλ. Mehmet Süme, “Muhtarlık Teşkilatının Kuruluşu ve
Develide İlk Muhtarlık Seçimi”, στο: I. Uluslararası Develi Aşık Seyrani ve Türk
Kültürü Kongresi (Develi, 4-6 Ekim 2018), σ. 190.
19. Σε πίνακα στατιστικής πληθυσμού των χωριών του σαντζακιού της Καισαρείας που διαβίβασε τον Σεπτέμβριο του 1915 ο οικείος μουτασερίφης στο οθωμανικό
υπουργείο Εσωτερικών, τα Φάρασα αναφέρονται με 911 κατοίκους· 883 Ρωμιούς και
370 ΤρύΦων Τοπαλιδ
Το κλείσιμο των μεταλλείων σιδήρου της περιοχής, στα τέλη της δεκαετίας
του 1860, που μέχρι τότε αποτελούσαν την κυριότερη πηγή εισοδήματος
των κατοίκων,20 συνετέλεσε στην οικονομική παρακμή των Φαράσων. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη περιγραφή του σπουδαίου Καππαδόκη λογίου Αναστασίου Λεβίδη (1834-1918), για το χωριό και τον χαρακτήρα των
κατοίκων του στα τέλη του 19ου αιώνα: «[…] αἱ ὁδοὶ στεναί, καὶ ἀνώμαλοι
καὶ ἀκάθαρτοι, αἱ οἰκίαι ἀθλιέστατοι, οἱ κάτοικοι πτωχοὶ ἀποζῶντες ἐκ τῆς γεωργίας καὶ ἀμπελοφυτείας καὶ ἐκ ζητείας· αἱ ἄρουραι ὀλίγαι καὶ ἀνεπαρκεῖς,
ὄθεν ὀσημέραι διασκορπίζονται· πρότερον ἠργάζοντο τὸν σίδηρον, ἤδη ὅμως
ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν ἀγγλικῶν σιδήρων, ἐν μέρει δὲ ἕνεκα ὀκνηρίας, δὲν ἐργάζονται· ἀγαπῶσι τὰς διαχύσεις καὶ τὰς ματαίας συναναστροφὰς· εἰσὶν ὅμως
πνευματώδεις καὶ ἀνδρεῖοι· ἔκδοτοι εἰς τὰ ποτὰ καὶ τὸ κυνήγιον· ἐν ᾧ δ’ ἔχουσι
τοσαύτας ἀμπέλους πολλάκις δὲν εὑρίσκουσι διὰ τὴν λειτουργίαν οἶνον· προϊόντα ἔχουσιν ἐκτὸς τῶν σταφυλῶν, σταφίδας, σιτηρὰ ὀλίγα, δενδρολίβανον ἐξερχόμενον ἐκ δένδρου ἐγχωρίως στουράδζι καλουμένου, ὅπερ εἶνε ὁ ἑλληνικὸς
στύραξ, οὗπερ οἱ καρποὶ χρησιμεύουσιν αὐτοῖς ἀντὶ σάπωνος· ἡ γλῶσσα τῶν
κατοίκων, χριστιανῶν τε καὶ τούρκων, οἵτινες εἰσὶν εὐάριθμοι, εἶνε ἡ ἑλληνικὴ
μεμιγμένη τῇ ἀρχαίᾳ καππαδοκικῇ».
21
Την οικονομική δυσπραγία των Φαράσων επέτεινε ο μεγάλος λιμός, εξαιτίας παρατεταμένης ξηρασίας, που έπληξε στα 1873-1875 πολλές επαρχίες
της κεντρικής Ανατολίας, με ανυπολόγιστες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές
και ζωικό κεφάλαιο.22 Ο λιμός αυτός, όπως και ο μικρότερης έντασης που
28 Μουσουλμάνους (BOA, DH.EUM.2.Şb.73/40). Πβλ. Oya Gözel Durmaz, “Tehcir
ve Ermeni Nüfusu Tartışmasına Bir Katkı: Kayseri Sancağı”, Kebikeç, 38 (2014),
σ. 123.
20. Από τη μελέτη των ανέκδοτων οθωμανικών βιβλίων πληθυσμού (Nüfus Defterleri) των Φαράσων, του έτους 1830-31 (Hicrî 1246), διαπιστώνουμε ότι το ένα τρίτο
σχεδόν των καταγεγραμμένων ενηλίκων ανδρών της κοινότητας ασκούσε το επάγγελμα
του σιδηρουργού (demirci), βλ. BOA, NFS.d.03554, σ. 202 και BOA, NFS.d.03555,
σσ. 104-111.
21. Ἀναστάσιος Λεβίδης, Ἱστορικὸν δοκίμιον διῃρημένον εἰς τόμους τέσσερας καὶ περιέχον τὴν θρηκευτικὴν καὶ πολιτικὴν ἱστορίαν, τὴν χωρογραφίαν καὶ ἀρχαιολογίαν τῆς Καππαδοκίας, Τόμος Γ´ Περιγραφὴ Καππαδοκίας, Ζιντζίδερε 1897, σσ. 435-436 του δακτυλογραφημένου αντιγράφου από το πρωτότυπο αδημοσίευτο χειρόγραφο του συγγραφέα που απόκειται στο αρχείο χειρογράφων του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών.
22. Οι εκτιμήσεις για τις ανθρώπινες απώλειες εξαιτίας του λιμού ποικίλλουν από
100.000 έως και 250.000 άτομα. Βλ. Donald Quataert, “Famine in Turkey 1873-1875”,
Regional Studies 201 (7 March 1968), σ. 49, υποσημείωση 130· The Famine in Asia-
Κοινοτητα Φαρασα: Εισαγωγή 371
ακολούθησε στα 1880-1881, εξώθησε πολλούς Φαρασιώτες στην οικονομική μετανάστευση. Η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, τα Άδανα και μερικές
εύρωστες κοινότητες Ρωμιών στις επαρχίες Νίγδης και Καισαρείας ξένιζαν
ολόκληρες ομάδες Φαρασιωτών.23 Μετά το κλείσιμο των μεταλλείων οι περισσότεροι εξ’ όσων απέμεναν στο χωριό βιοπορίζονταν από τη γεωργία,
παρά τις σχετικά περιορισμένες εκτάσεις της κοινότητας που ήταν ευεπίφορες για καλλιέργεια, λιγοστοί από την κτηνοτροφία και κάμποσοι από
το πλανόδιο μικροεμπόριο στο οποίο έστρεψαν το ενδιαφέρον τους.24 Στο
γύρισμα του 20ού αιώνα τα Φάρασα άρχισαν να ανακάμπτουν λόγω και της
οικονομικής βοήθειας που λάμβαναν πολλές οικογένειες του χωριού από
τους ξενιτεμένους.
Με απαρχή το 1909 μέχρι την υποχρεωτική ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών που συντελέστηκε το 1924, οι Ρωμιοί των Φαράσων όπως
άλλωστε και σύμπας ο μικρασιατικός ελληνισμός, δοκιμάστηκαν από μείζονος σημασίας ιστορικά γεγονότα. Η υποχρεωτική στράτευση όλων ανεξαιρέτως των Οθωμανών υπηκόων, συμπεριλαμβανομένων δηλ. των μη μουσουλμάνων, που θεσπίστηκε με το νέο Σύνταγμα των Νεοτούρκων του 1909,
οδήγησε πολλούς νέους άνδρες Φαρασιώτες είτε στη λιποταξία είτε στη
φυγή στο εξωτερικό. Οι απηνείς διωγμοί και οι σφαγές των Αρμενίων της
Καππαδοκίας και, ακόμα περισσότερο, της Κιλικίας (1909, 1915), ο ελληMinor: Its History, compiled from the pages of the “Levant Herald”, Istanbul 1989
(ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1875)· Yener Bayar, 1873-1875 Orta Anadolu
Kıtlığı (πτυχιακή διατριβή υποβληθείσα στο Τμήμα Τουρκικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μαρμαρά), İstanbul 2013· Mehmet Yavuz Erler, Osmanlı Devleti’nde
Kuraklık ve Kıtlık Olayları (1800-1880), İstanbul 2010, σσ. 146-154· Özge Ertem,
“Considering Famine in the Late Nineteenth Century Ottoman Empire: A Comparative Framework and Overview”, Helsinki Collegium for Advanced Studies, 22
(2017), σσ. 151-172. Επίσης, τις σχετικές μαρτυρίες Φαρασιωτών πληροφορητών (ΑΠΠ,
φ. ΚΠ-361, σσ. 167-199, φ. ΚΠ-362, σσ. 181-185, 194-195).
23. Βλ. Ἀναστάσιος Λεβίδης, Πραγματεία περὶ πολιτισμοῦ καὶ διανοητικῆς ἀναπτύξεως τῶν Καππαδοκῶν καὶ τῶν ἐκ Καππαδοκίας διαλαμψάντων ἐπισήμων ἀνδρῶν ἀπὸ τῶν
ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ζινζίνdερε 1899, σ. 409 του δακτυλογραφημένου
αντιγράφου από το πρωτότυπο αδημοσίευτο χειρόγραφο του συγγραφέα που απόκειται στο αρχείο χειρογράφων του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Επίσης, το σημείωμα του Δημήτρη Λουκόπουλου για την ξενιτειά των Φαρασιωτών, Δελτίο Κέντρου
Μικρασιατικών Σπουδών 5 (1984), σσ. 505-511.
24. Βλ. Μαρία Β. Ἀσβέστη, Ἐπαγγελματικὲς ἀσχολίες τῶν Ἑλλήνων τῆς Καππαδοκίας, Αθήνα 1980, σσ. 157-160, 169-171.
372 ΤρύΦων Τοπαλιδ
νοτουρκικός πόλεμος (1919-1922) όπως και η Γαλλική κατοχή της Κιλικίας
(1919-1921) είχαν επιπτώσεις και στους γηγενείς χριστιανικούς πληθυσμούς
της περιοχής, καθώς η βαθμιαία ανάδυση και έξαρση του τουρκικού εθνικισμού, που βρήκε ανταπόκριση ακόμα και στα μικρά μουσουλμανικά χωριά, δηλητηρίασε την μάλλον αρμονική έως τότε συμβίωση χριστιανών και
μουσουλμάνων στο εσωτερικό της Ανατολίας. Πιο οδυνηρές, όμως, αποδείχτηκαν οι ληστρικές επιδρομές, οι βιαιοπραγίες και οι δολοφονίες που
διέπραξαν οι τσέτες (ένοπλες ομάδες ατάκτων) σε βάρος του χριστιανικού
πληθυσμού, καθώς δρούσαν ανενόχλητοι όλη αυτήν την περίοδο υπό την
ανοχή αν όχι και ενθάρρυνση των τουρκικών αρχών.25
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε εδώ στο γλωσσικό ιδίωμα των
Φαράσων, που προσέλκυσε το ενδιαφέρον γλωσσολόγων, έγινε αντικείμενο
συστηματικών μελετών και παρήγαγε αξιόλογες μονογραφίες και επιστημονικά άρθρα μέχρι σήμερα.26 Στους συνεργάτες του ΚΜΣ πιστώνεται το έργο της διάσωσης σημαντικού μέρους των μνημείων του λόγου και των πλουσίων λαϊκών παραδόσεων των Φαράσων, όπως τα κατέγραψαν πρωτογενώς
από τα στόματα των πληροφορητών τους. Η διάλεκτος είναι αναντίλεκτα
το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολιτισμού των Φαράσων και, όπως
γράφει ο Λουκόπουλος, «δίχως αὐτὴ ἴσως δὲ θἄξιζε καὶ τόσος κόπος γιὰ νὰ
τὰ περισώσουμε».27
Το μελέτημα της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ για τα Φάρασα, παρά την
υποκειμενικότητα και ελλειπτικότητα των προφορικών μαρτυριών στις
οποίες στηρίζεται και την παρέλευση 70 και πλέον ετών από τότε που γράφτηκε, παρέχει στον σημερινό αναγνώστη μια εναργή εικόνα της εσωτερικής
οργάνωσης και της κοινοτικής ζωής στα Φάρασα των αρχών του 20ού αιώνα. Το δημοσιευμένο εδώ κείμενο είναι πιστή αντιγραφή του χειρογράφου,
χωρίς επεμβάσεις στο συντακτικό και την ορθογραφία της συγγραφέως.
25. Στον φ. ΚΠ-363 του ΑΠΠ υπάρχουν πολλές μαρτυρίες Φαρασιωτών προσφύγων γι’ αυτά τα ιστορικά γεγονότα.
26. Από τις μελέτες των νεοτέρων, αναφέρουμε ενδεικτικά: Βασίλειος Κ. Ἀναστασιάδης, Ἡ σύνταξη στὸ Φαρασιώτικο ἰδίωμα τῆς Καππαδοκίας (διατριβὴ ἐπὶ διδακτορίᾳ), Θεσσαλονίκη 1976· Ανατολή Θεοδωρίδη, Καππαδοκικές διάλεκτοι και φαρασιωτική: κοινωνιογλωσσικά και δομικά στοιχεία της γλωσσικής επαφής τους με την τουρκική
(διδακτορική διατριβή), Ρόδος 2017· Metin Bağrıaçık, Pharasiot Greek: Word order
and clause structure (doctoral dissertation), Universiteit Gent, 2018.
27. Δημήτρης Λουκόπουλος, “Τὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας. Μέρος Ε´: Τὰ Κείμενα”, ανέκδοτο χειρόγραφό του στο αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών.
Κοινοτητα Φαρασα: Εισαγωγή 373
Συμπληρώνεται με υποσημειώσεις που παρέχουν επιπρόσθετες πληροφορίες και, επιπλέον, διανθίζεται από έξι ανέκδοτες φωτογραφίες: μία του
Γερμανού ανατολιστή γεωγράφου Hugo Grothe (1869-1954) που πέρασε
από τα Φάρασα στις 3/4 Οκτωβρίου 1906 στο ξεκίνημα σχεδόν της μακράς
διαρκείας εξερευνητικής αποστολής του στην Εγγύς Ανατολή (Ιούνιος 1906
– Δεκέμβριος 1907)28 και πέντε των Άγγλων Richard M. Dawkins (1871-
1955) και William R. Halliday (1886-1966), που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της τετραήμερης παραμονής τους στα Φάρασα (21-24 Ιουλίου 1911)
στο πλαίσιο της περιοδείας τους σε ελληνόφωνες κοινότητες της Καππαδοκίας για τη συλλογή διαλεκτικού υλικού.Ἑλένη Γλύκατζη
Κοινοτητα Φαρασα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι.
Γενικότητες
α. Φάρασα
Τὸ χωριὸ εἶχε κοινοτικὴ ἀρχή. Τὴ λέγαν μουχταρλίκι ἢ καὶ μεντζιλίσι (κυρίως
ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ κοινοτ. συμβούλιο). Ὑπῆρχαν μάλιστα δύο κοινότητες στὸ χωριὸ: 1) Κοινότης τοῦ Πάνου Μεχᾶ (μαχαλᾶ) καὶ 2) Κοινότης τοῦ
Κάτου Μεχᾶ. Καθένα ἀπὸ τὰ δυὸ κοινοτ. συμβούλια ἢ κοινότητες περιλάμβανε ἀπὸ 6 μαχαλάδες. Ἔτσι ὁ πάνου Μεχὰς περιλάμβανε τοὺς παρακάτω
μαχαλᾶδες: 1) Μεχὰς τοῦ Μπαλαχτσῆ 2) Μεχὰς τοῦ Σαροῦ 3) Μεχὰς τοῦ
Ποετζῆ 4) Μεχὰς τῆς Κυρέζας 5) Μεχὰς τοῦ Παπαθόδωρου 6) Μεχὰς τοῦ
Κονένη. Ἡ Κοινότητα τοῦ Κάτου Μεχὰ περιλάμβανε: 1) Τὰ Κάτου τὸ Μεχὰ
2) τὸ Μεχὰ τοῦ Κουπρου[τ]ζῆ 3) τὸ Μεχὰ Γαρακεΐση 4) τοῦ Χατζιτζινῆ 5)
τοῦ Γαραμουράτη καὶ 6) τοῦ Συμεώνη τὸ Μεχά.29
β. Στὴν κοινότητα Φαράσων ὑπάγονταν καὶ δυὸ μικρὰ τουρκικὰ χωριά,
τὸ Τσαβdάρτες ποὺ εἶχε καμμιὰ δεκαριὰ σπίτια καὶ τὸ Ταττοσμάνο.30 Πολ29. Ο Οθωμανικός νόμος περί διοικητικής οργάνωσης των βιλαετιών του 1871
(İdâre-i Umûmiye-i Vilâyet-i Nizâmnâmesi) όριζε γενικά ότι ένας μαχαλάς (mahalle)
θα περιλάμβανε τουλάχιστον 50 σπίτια (πβλ. Kemal H. Karpat, “Ottoman Population
Records and the Census of 1881/82-1893”, International Journal of Middle East
Studies, Vol. 9, No. 3 (Oct., 1978), σ. 248). Αυτό ίσχυε για τις πόλεις, αλλά στα χωριά
οι μαχαλάδες περιλάμβαναν πολλές φορές ακόμα και δωδεκαριά σπίτια. Οι Φαρασιώτες ξεχώριζαν και έδιναν στους δευτερεύοντες μαχαλάδες του χωριού τα ονόματα των
«επιφανών» προσώπων που κατοικούσαν σε αυτούς. Όμως το κριτήριο αυτό δεν ήταν
κοινά παραδεκτό και υπήρχαν διαφοροποιήσεις από πληροφορητή σε πληροφορητή
τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς τις ονομασίες των μαχαλάδων του χωριού.
30. Το χωριό Τσαβdάρτες (σήμερα Çavdaruşağı) βρίσκεται στη δυτική όχθη του
ποταμού Ζαμάντη, σε απόσταση 5,5 χλμ. Ν-ΝΑ των Φαράσων (κάπου δύο ώρες δρόμος με τα πόδια μέσω δύσβατων μονοπατιών). Παραπέρα, 2,5 χλμ. Ν-ΝΔ του χωριού
Τσαβdάρτες, ήταν χτισμένα σε δασώδη πλαγιά τα λιγοστά σπίτια του μικροσκοπικού
Κοινοτητα Φαρασα 375
λὰ βοσκοτόπια καὶ χωράφια τους ἦσαν ἀνακατεμένα μὲ τὰ Φαρασιώτικα.
Εἶχαν λοιπὸν κοινὰ τὰ κοινοτικὰ συμφέροντα καὶ γι’ αὐτὸ ἔστελναν ἀντιπρόσωπό τους στὸ κοινοτικὸ συμβούλιο Φαράσων. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν
χωριῶν αὐτῶν ἔπαιρνε μέρος στὸ κοινοτικὸ συμβούλιο τοῦ Πάνου Μεχᾶ.
οικισμού Ταττοσμάνος. Εκεί κοντά, στην τοποθεσία που οι Φαρασιώτες ονόμαζαν
«Καρώνα», σώζονταν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα απομεινάρια ενός παλαιού και
άγνωστου χριστιανικού οικισμού. Βλ. ΑΠΠ, φ. ΚΠ-349, σσ. 81-95 και φ. ΚΠ-348, σσ.
270-274· Θεοδωρίδης, «Τοπωνύμια καὶ λαογραφικὰ τῶν Φαράσων», Μικρασιατικὰ
Χρονικά 15 (1972), σ. 203, 206.
Φωτ. 1. Ο οικισμός των Φαράσων, ανάμεσα στα βουνά Aladaglar (Αντίταυρος)
και το φαράγγι του ποταμού Ζαμάντη, όπως τον αποτύπωσε από τα νοτιοδυτικά
στις 3 Οκτωβρίου 1906 ο φωτογραφικός φακός του Hugo Grothe. (SLUB / Deutsche Fotothek,
http://www.deutschefotothek.de/documents/obj/71666380)
376 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
Τὰ σύνορα τῆς κοινοτικῆς περιφέρειας31 (ἡ κοινοτικὴ περιφέρεια ἦταν
κοινὴ καὶ γιὰ τὰ δυὸ κοινοτικὰ συμβούλια) ἦταν τὰ παρακάτω: ΒΔ. Ἀχιαβοῦδες, Ντερέκιοϊ, Γαλενεκλέσι· Δ. Βουνά· ΝΔ. Παραμιέζη· Ν-ΝΔ. Γαπούζμπασι, Τσαχιροῦ· Ν. Ταττοσμάνος, Τσαβdάρτες· ΝΑ. Παλτζῆδες, Γένgι· Α.
Τελέλdες· ΒΑ. Τικμάνι· Β. Σαζάχι, Τασάνι.
(Σημ. Χωριὸ μὲ διπλῆ κοινότητα εἶναι σπάνιο. Στὴν κυρίως Ἑλλάδα μοῦ
φαίνεται ὅτι ἔχουμε ἕνα μοναδικὸ παράδειγμα τῆς Χρυσοβίτσης, φαίνεται
ὅμως πὼς στὴν Τουρκία ἦταν συνηθισμένο. Ὁ πληροφορητής μας λέει ὅτι
αὐτὸ ἔγινε στὸ χωριό τους σύμφωνα μὲ τὰ τούρκικα πράγματα. Ἔτσι δυὸ
κοινότητες εἶχαν καὶ οἱ Ἀχιαβοῦδες).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ.
Ἡ κοινοτικὴ ἀρχή (Δημογέροντες, πρόκριτοι κ.λπ.)
καὶ ἡ προέλευσή της
α. Καθένα ἀπὸ τὰ δυὸ κοινοτικὰ συμβούλια περιλάμβανε 6 μέλη, δηλ. ἕνα
ἀντιπρόσωπο ἀπὸ κάθε μαχαλᾶ. Στοῦ Πάνου Μεχᾶ ὅμως τὴ κοινότητα εἴχαμε καὶ τοὺς Τούρκους ἀντιπροσώπους (κεχάδες) πότε ἕναν πότε δυὸ γιὰ
τὰ τούρκικα χωριὰ Ταττοσμάνο καὶ Τσαβdάρτες ποὺ περιλαμβάνοταν στὴν
κοινοτικὴ περιφέρεια Φαράσων.
Τὰ μέλῃ τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου εἶχαν τὰ παρακάτω ὀνόματα: Ὁ
πρόεδρος τῆς κοινότητας λεγόταν ἐβὲλ-μουχτάρ [muhtar-ı evvel], ὁ ἀντιπρόεδρος σανή-μουχτάρ [muhtar-ı sani] καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μαχαλάδων ἐλέγονταν κεχάδες ἢ καὶ ἀζάδες.
β. Τὸ κοινοτικὸ συμβούλιο ἐξέλεγαν οἱ κάτοικοι μὲ ἐκλογὲς ἀρκετὰ μὲν
ὑποτυπώδεις στὴ διεξαγωγὴ (βλ. λεπτομέρειες στὸ σχετικὸ κεφάλαιο),
ἱκανὲς ὅμως νὰ δηλώσουν τὴ γνώμη τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ.
31. Για να περπατήσει κανείς την περίμετρο της ορεινής κοινοτικής περιφερείας
των Φαράσων, που είχε σχήμα ελλειψοειδές, χρειάζονταν τρεις μέρες· «τρία ἡμέρες
παρπατίγκες νὰ ὑπᾶς», έλεγε ο σχεδόν εκατοντάχρονος στα 1936 Φαρασιώτης Πρόδρομος Πουλπούλης στον Δημήτρη Λουκόπουλο (ΑΠΠ, φ. ΚΠ-345.2, σ. 4).
Κοινοτητα Φαρασα 377
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ.
Ἐκλογὲς
1. Προσόντα τῶν ἐκλεγομένων
Κοινοτικοὶ ἄρχοντες μποροῦσαν νὰ ἐκλεγοῦν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ μόνιμοι
κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, φτάνει νὰ εἶχαν κάποια δικαιώματα, μιὰ ἐλάχιστη δηλαδὴ περιουσία γιὰ τὴν ὁποίαν νὰ πληρώνουν φόρο, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔλειπε
ἀπὸ κανένα γιατί ὅπως διηγεῖται ὁ κ. Μπαλαχτσῆς ἡ γῆ τόσο ἀπέραντη καὶ
ἀδέσποτη ἐκεῖ, ἀνῆκε σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν καλλιεργοῦσε. Ἔπρεπε πάντως οἱ
ἄρχοντες ἂς ποῦμε νὰ εἶναι ντόπιοι, γραμμένοι δηλαδὴ στοὺς καταλόγους
τῆς κοινότητας.32
Ὁπωσδήποτε οἱ κάτοικοι γιὰ κοινοτικοὺς ἄρχοντες προτιμοῦσαν τοὺς
πιὸ πλούσιους ποὺ εἶχαν ὀντὰ (δηλαδὴ δωμάτιο διαθέσιμο γιὰ κοινοτικὸ
γραφεῖο, μὲ ἀχούρι κάτω γιὰ τὰ ζῶα τῶν χωροφυλάκων τῶν τζαντάρμηδων)
καὶ πιὸ πολλὲς γνωριμίες στὸ Ἔβερεκ,33 ὥστε νὰ μποροῦσαν νὰ τελειώνουν
γρήγορα τίς δουλειὲς τῆς κοινότητας στὸν καϊμακάμη.
Βέβαια ὑπῆρχαν πέντε-ἕξι οἰκογένειες ἀπὸ τίς ὁποῖες ἔβγαιναν κυρίως
οἱ μουχτάρηδες· στὸν Πάνου Μεχὰ ἦταν οἱ Μεζέδες, οἱ Ποετζῆδες, οἱ Μπαλαχτ[σ]ῆδες, οἱ Σαρήκεχαδες κ.ἄ.· στὸν Κάτου Μεχὰ ἦταν οἱ Συμεώνιδες,
32. Μουχτάρηδες («σφραγιδοφύλακες») στα χωριά μπορούσαν να εκλεγούν όσοι
είχαν συμπληρώσει το τριακοστό έτος ηλικίας και πλήρωναν 100 γρόσια τουλάχιστον
σε άμεσους φόρους ετησίως. Επιπλέον, σύμφωνα με τους οθωμανικούς νόμους, έπρεπε να γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση, να μπορούν να τηρούν λογαριασμούς και να
συντάσσουν τους καταλόγους των ατομικών και συλλογικών φόρων που επιβάλλονταν
στην κοινότητα, να μην είχαν καταδικαστεί για κακουργηματικές πράξεις και να μην
ήταν χρεωκοπημένοι. Βλ. Δημήτριος Νικολαΐδης, Ὀθωμανικοὶ Κώδικες, τόμος Δ´, Κωνσταντινούπολη 1891, σσ. 3799, 3836-3838· Tülay Ercoşkun, “Osmanlı Devleti’nde
Muhtarlık Kurumunun İşleyişine İlişkin Düzenlemeler ve Gözlemler”, Bilig: Türk
Dünyası Sosyal Bilimler Dergisi, 60 (Kış 2012), σσ. 131-154· Ali Akyıldız, λήμμα
“Muhtar”, TDV İslâm Ansiklopedisi, Ankara 2006, τόμος 31, σσ. 51-53, https://cdn2.
islamansiklopedisi.org.tr/dosya/31/C31010024.pdf
33. Το Έβερεκ (Everek) ήταν η πολυπληθέστερη αρμενική συνοικία ενός ευρύτερου οικιστικού συμπλέγματος που περιλάμβανε την επίσης αρμενική συνοικία Fenese,
τη συνοικία των Ρωμιών Άγιος Κωνσταντίνος (Aykösten) και την τουρκική Develi,
όπου από το 1870 ήταν έδρα του ομωνύμου καζά του σαντζακιού της Καισαρείας. Στο
Ντέβελι, όπου υπάγονταν και τα Φάρασα, ήταν συγκεντρωμένες οι τοπικές διοικητικές, δικαστικές, οικονομικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές.
378 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
Χατζηλουκάδες κ.ά. Φτάνει λοιπὸν νὰ εἶναι κανεὶς λίγο ξύπνιος καὶ ἄξιος
καὶ ἔτσι, γραμματισμένος ἢ ἀγράμματος, μποροῦσε νὰ γίνει μουχτάρης μιὰ
δυὸ ἢ καὶ περισσότερες φορὲς συνέχεια, ἀνάλογα μέ τὴν ἀξιοσύνη του.
Οἱ μουχτάρηδες ἔπρεπε νὰ εἶναι τοὐλάχιστον 20 χρονῶν κι’ ἀπάνου. Γιὰ
τοὺς κεχάδες ὅμως δὲν ἦταν φαίνεται ὁρισμένο. Ὁ πληροφορητής μας κ.
Μπαλαχτσῆς ἦταν μόλις 18 χρονῶν ὅταν ἔγινε κεχάς.
2. Προσόντα τῶν ἐκλογέων
α. Τοὺς ἄρχοντες τοὺς ἐξέλεγαν ὅλοι οἱ κάτοικοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί,
γραμματισμένοι καὶ ἀγράμματοι. Καμμιὰ φορὰ μάλιστα ἂν κανεὶς ἦταν ἄρρωστος μποροῦσε νὰ ψηφίσει γι’ αὐτὸν ἡ γυναῖκα του.34
Ἕνας ξένος μποροῦσε νὰ ψηφίσει μόνο ἂν ἔμενε στὸ χωριὸ μόνιμος πιὰ
καὶ εἶχε δικαιώματα, μιὰ ὁποιαδήποτε δηλ. περιουσία, ὁπότε ἦταν καὶ γραμμένος στὴν κοινότητα. Οἱ ἐκλογεῖς ὅμως ἔπρεπε νὰ εἶναι 20 τοὐλάχιστον
χρονῶν μέχρι καὶ 60. Ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ πληρώνουν πατέλι (στρατιωτικὸ
φόρο – τὸν ἐπλήρωναν στὸ κράτος ὡς ἐξαγορὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας).
β. Στὴν κοινότητα δὲν ὑπῆρχε εἰδικὸς κατάλογος τῶν ἐκλογέων. Ἦταν
ὅλοι γνωστοὶ μεταξύ τους καὶ δὲν γινόταν ἔτσι νοθεῖες.
3. Διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν
Ὅταν ἦταν νὰ γίνει νέα ἐκλογή, κι αὐτὸ γινόταν συνήθως μιὰ Κυριακὴ τοῦ
Μάρτη, ὁ Κιζὶρ (ἀπὸ τὸ τούρκ. gezer = περίπολος) ὁ ἀγροφύλακας τοῦ χωριοῦ, ἀνέβαινε σ’ ἕνα ὑψηλὸ δῶμα (= ταράτσα ἀπὸ χῶμα πατημένο) ὅπως
π.χ. τὸ δῶμα τοῦ Μεζὲ ἢ τοῦ Μουρβάτη καὶ φώναζε: «Εὐλοημένοι Χριστενοί, τὸ μεσημέρι ἢ τὸ βράδυ (ἀνάλογα μέ τὴν ὥρα ποὺ ὅριζαν) σωρευθῆτε σου Μπουλγάρη τὸ δῶμα πάνου ἢ σοῦ Φιλάνη τὸν ὀdὰ (ἂν ἦταν νύχτα). Ἔχουμε μεντζιλίσι (συνέλευση) ‘ὑρεύουμε νὰ ν’ ἄξουμε τὸ μιχτάρη.
Γιοβοῦτο γιό!» Αὐτὸ τὸ γιοβοῦτο γιό! σήμαινε ὅτι τέλειωσε τὸ διαλάλημα· ὁ
πληροφορητής μας δὲν μπορεῖ ἀλλιῶς νὰ τὸ ἐξηγήσει.
Γινόταν λοιπὸν συνέλευση τῶν κατοίκων, μεντζιλίσι ὅπως λέγανε (αὐτὸ
βέβαια εἶναι τὸ γενικὸ μεντζιλίσι ὅλων τῶν κατοίκων, ἔχουμε ἀντίθετα τὸ
στενὸ μεντζιλίσι τὸ κοινοτικὸ δηλαδὴ συμβούλιο), πότε σὲ κανένα δῶμα
34. [σημείωση Μέλπως Μερλιέ στο χειρόγραφο:] Σὰν περίεργο μοῦ φαίνεται αὐτό.
Ἐξερευνῆστε τὸ παρακαλῶ γιὰ τὰ Φάρασα καὶ ρωτήσετε ἂν γίνεται καὶ σ’ ἄλλα χωριά.
Κοινοτητα Φαρασα 379
πότε στὸ μισοχώρι,35 συνήθως ὅταν ἦταν καλοκαίρι, καὶ πότε στὸν ὀντά τοῦ
μουχτάρη ἢ κανενὸς ἄλλου, ὅταν ἦταν χειμῶνας.
Στὴ γενικὴ αὐτὴ συνέλευση τῶν κατοίκων λογοδοτοῦσε τὸ παλιὸ κοινοτικὸ συμβούλιο· καὶ ἂν τὰ ἔργα του ἦταν καλὰ μποροῦσε νὰ ἐκλεγεῖ μιά-δυὸ
καὶ περισσότερες φορὲς συνέχεια.
Στὸ μέρος ποὺ μαζεύονταν γιὰ τίς ἐκλογὲς εἶχαν ἕνα τραπέζι καὶ πάνω
ἕνα κατάλογο (βοϊρουλdοῦ ὅπως λέγανε) μὲ τὰ ὀνόματα αὐτῶν ποὺ θέλαν
νὰ γίνουν κοινοτικοὶ ἄρχοντες, καὶ ποὺ κάθε μαχαλᾶς εἶχε διαλέξει γιὰ ἀντιπρόσωπό του ὕστερα ἀπὸ μικροσυζητήσεις γύρω ἀπὸ τὴν ἱκανότητά του,
ποὺ γινόταν μεταξὺ τῶν γειτόνων του. Κάθε κόμμα (ταράφι) εἶχε καὶ δικό
35. Μισεχώρι>μεσοχώρι = η πλατεία των Φαράσων, που βρισκόταν στον «Κάτου
Μεχά», καμιά εκατοσταριά μέτρα νοτιοδυτικά της ενοριακής εκκλησίας του Άη-Βαράση. Εκεί ήταν συγκεντρωμένα τα «dουκάνε» (τουρκικά dükkân = μαγαζιά, καταστήματα) και «γαφιάδε» (τουρκικά kahve = καφενεία) όπου συνέκλιναν τα περισσότερα σοκάκια του χωριού.
Φωτ. 2. Το φαράγγι του ποταμού Ζαμάντη
κοντά στα Φάρασα, Ιούλιος 1911 (φωτογραφία του William R. Halliday· αναπαραγωγή
με την άδεια της Βρετανικής Σχολής Αθηνών).
380 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
του κατάλογο· ἔτσι ὁ Φαρασιώτης ποὺ ψήφιζε πήγαινε στὸν κατάλογο τοῦ
κόμματος ποὺ συμπαθοῦσε καὶ ἔβαζε μιὰ ὑπογραφή. Ἂν δὲν ἤξερε νὰ ὑπογράψει μελάνωνε τὸ δάχτυλό του καὶ τὸ πατοῦσε στὸ χαρτί, ἔβαζε ἕνα σταυρὸ ἢ πατοῦσε τὴν μπρούτζινη σφραγῖδα του (τὸ μουχούρι ὅπως λέγανε).
Τὴ συνέλευση (μεντζιλίσι) τὴν διεύθυνε ὁ παλιὸς μουχτάρης, ὁ παπᾶς
καὶ γενικὰ οἱ μεγάλοι καὶ σεβαστοί τοῦ χωριοῦ ποὺ ἀποτελοῦσαν ἐπίσης ἕνα
εἶδος ἐπιτροπῆς τῶν ἐκλογῶν, καὶ τῆς ψηφοφορίας.
Ἡ ψηφοφορία διαρκοῦσε μιά, δυὸ ἢ καὶ περισσότερες μέρες γιατί κάθε
κόμμα, ποὺ συνήθως ἢ δυὸ ἀντίπαλα ἢ τὸ πολὺ τρία, γύριζε τὸν κατάλογο
τῶν ἐκλεκτῶν του καὶ στὰ σπίτια αὐτῶν ποὺ δὲν εἶχαν ψηφίσει.
Ἀπὸ τὴν τούρκικη μεριὰ συνήθως παρευρισκόταν ὁ χότζας, κι αὐτὸ γιατί
ψήφιζαν καὶ οἱ λιγοστοὶ Τοῦρκοι τοῦ χωριοῦ.36 Γενικὰ ὅμως ὁ χότζας ἐθεωρεῖτο πρόσωπο ἀξιοσέβαστο.
Ὕστερα ἀπὸ τίς ἐκλογὲς καταμετροῦσαν τίς ὑπογραφές, καὶ ὅποιος κατάλογος εἶχε συγκεντρώσει τίς πιὸ πολλὲς αὐτὸς εἶχε καὶ τὸ μελλοντικὸ
κοινοτικὸ συμβούλιο τοῦ χωριοῦ. Τοὺς καταλόγους μὲ τίς ὑπογραφές, τόσο
τοῦ νικητῆ ὅσο καὶ τοῦ νικημένου, τοὺς στέλναν στὸν καϊμακάμη, γιὰ νὰ
ἐπικυρώσει καὶ διορίσει τὸ συμβούλιο.
Μετὰ τίς ἐκλογὲς δὲν συντάσσονταν πρακτικὸ οὔτε καὶ γινόταν καμμιὰ
τελετή. Ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι ξέρουμε γιὰ τὴν παλιὰ Ἑλλάδα.
4. Ἐπικύρωση τῶν ἀποτελεσμάτων
Τὰ ἀποτελέσματα ἔπρεπε νὰ ἐπικυρωθοῦν ἀπὸ τίς τουρκικὲς ἀρχὲς δηλαδὴ
ἀπὸ τὸν καϊμακάμη τοῦ Ἔβερεκ. Ὁ καϊμακάμης μποροῦσε ἂν ἤθελε νὰ μὴν
36. Στα πρώιμα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα των Φαράσων (Karye-i Faraşa,
αρχές-μέσα 16ου αιώνα) καταγράφηκαν και μουσουλμάνοι, που φαίνεται πως συμβίωναν μάλλον αρμονικά με τους πολυπληθέστερους ρωμιούς κατοίκους του χωριού.
Στα 1830-31, στην πρώτη αναλυτική απογραφή του άρρενος πληθυσμού των Φαράσων
καταγράφηκαν 690 ρωμιοί και 46 μουσουλμάνοι (βλ. ανέκδοτα Nüfus Defter No.
3555 και No. 3554, σσ. 104-111 και σ. 202 αντίστοιχα). Ο μουσουλμανικός πληθυσμός
των Φαράσων μειώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα (το 1915 καταγράφονται μόνον 28
άτομα, γυναίκες και άνδρες), ενώ το καλοκαίρι του 1924, όταν οι ρωμιοί των Φαράσων εγκατέλειψαν οριστικά τις εστίες τους, είχαν απομείνει στο χωριό –σύμφωνα με
μαρτυρίες Φαρασιωτών πληροφορητών του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών– μόνο
τρεις οικογένειες μουσουλμάνων που δεν ξεπερνούσαν τα 15 άτομα· λίγα χρόνια πρωτύτερα μερικές άλλες μουσουλμανικές οικογένειες είχαν μετακομίσει στο γειτονικό
χωριό Τσαβdάρτες.
Κοινοτητα Φαρασα 381
ἐπικυρώσει τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν. Μποροῦσε, ἀντὶ τὸν ἐκλεκτό
τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐγκρίνει τὸν μειοψηφίσαντα, ἢ ἀκόμα μποροῦσε μὲ τὸ
ἔτσι θέλω νὰ διορίσει κάποιον ἄλλον ἀρεστό του ἢ νὰ διατάξει τὴν ἐπανάληψη τῶν ἐκλογῶν. Αὐτὸ γινόταν γιὰ ὅλα τὰ ὀνόματα τοῦ καταλόγου. Ὅλο
δηλ. τὸ ἐπίδοξο κοινοτικὸ συμβούλιο ἀκολουθοῦσε τὴν τύχη τοῦ μουχτάρη.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλα ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὸν καϊμακάμη τοῦ Ἔβερεκ, προσπαθοῦσε κάθε κόμμα (ταράφι) νὰ ἐπιβάλει τοὺς ὑποψήφιούς του, εἴτε πλειοψήφισαν εἴτε ὄχι, ἐξασφαλίζοντας τὴν εὔνοιαν τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν.
Ὁπωσδήποτε ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐκλογῶν ἢ ὁ νεοεκλεγεῖς μουχτάρης πήγαινε τοὺς καταλόγους στὸν καϊμακάμη. Ἐκεῖνος ἐνέκρινε συνήθως τον πλειοψηφοῦντα· αὐτὴ ἡ ἔγκριση ἦταν στὴν κυριολεξία πιὰ βοϊρολdοῦ37 δηλ.
διορισμὸς (Σημ.: στὴν πρώτη περίπτωση βοϊρολdοῦ σήμαινε ἁπλὰ ψηφοδέλτιο). Ἔτσι τὸ χωριὸ ἀποχτοῦσε μουχτάρη καὶ κοινοτικὸ συμβούλιο.
Μιὰ καὶ διορίστηκε τώρα ἕνας μουχτάρης, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, οὔτε ὁ δεσπότης μποροῦσε νὰ τὸν ρίξει. Αὐτὸ ἦταν μόνο στὰ χέρια τοῦ χωριοῦ. Ἂν
δηλαδὴ ὁ νεοεκλεγεῖς μουχτάρης καὶ τὸ κοινοτικὸ συμβούλιο ἔκανε αὐθαιρεσίες, καταχρήσεις ἢ ἀμελοῦσε τίς ὑποθέσεις τοῦ χωριοῦ, τότε μποροῦσαν
οἱ κάτοικοι νὰ τὸν διώξουν ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχε τελειώσει ὁ χρόνος τῆς
ἀρχῆς του. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὴν ἐξουσία ὅλη σχεδὸν τὴν παρέδιδαν
στὸν παπᾶ ὥσπου νὰ γίνουν, ἀπὸ μέρα σὲ μέρα βέβαια, οἱ ἐκλογές. Ὁ ὑπὸ
δυσμένεια μουχτάρης ἔδινε λόγο γιὰ τίς πράξεις του, κι ἂν τὸ χωριὸ τίς
εὕρισκε αὐθαίρετες καὶ κακὲς γιὰ τὸ συμφέρον του, δὲν δίσταζε νὰ τὸν ξυλοκοπήσει ἀγρίως, ὅπως π.χ. ἔγινε μὲ τὸν μουχτάρη Πρόδρομο Πατὰτ στὰ
χρόνια τοῦ Α´ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV.
Κόμματα
Ὅπως παντοῦ ἔτσι, λέει, καὶ στὰ Φάρασα ὑπῆρχαν κόμματα ποὺ κυνηγοῦσαν τὴν ἐξουσία τοῦ μουχτάρη. Τὰ κόμματα τὰ λέγανε ταράφια (ἀπὸ τὸ
τούρκικο taraf = μέρος, κόμμα). Ἦταν κόμματα προσωπικά, στηρίζοταν
στὴν ἱκανότητα καὶ ἐξυπνάδα τοῦ ἀρχηγοῦ τους. Σχηματίζοταν ἀπὸ τὰ συγγενολόγια, τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονες. Τέτοια κόμματα ὑπῆρχαν δύο
37. Στα τουρκικά Buyuruldu ή buyruldu σημαίνει διάταγμα ή γραπτή εντολή που
εξέδιδαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης.
382 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
συνήθως, ἀντίπαλα ἢ τὸ πολὺ τρία. Στὸν Πάνου Μεχὰ ἦταν τὸ κόμμα Σαταγαλοῦ (εἶναι παρατσούκλι λέει ὁ κ. Μπαλαχτσῆς) ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν οἱ
Ποετζῆδες, οἱ Μπαλαχτσῆδες, οἱ Σαρικεχάδες κ.ἄ. καὶ τὸ κόμμα τοῦ Ζαροῦ.
Στὸν Κάτου Μεχὰ ἦταν οἱ Συμεώνιδες, οἱ Τσαλήχηδες, κ.ἄ.
Οἱ κομματικοὶ ἀνταγωνισμοὶ ἦταν μεγάλοι καὶ πολλὲς φορὲς ἔφτασαν
σὲ μεγάλη ὀξύτητα. Δὲν ἦταν καθόλου σπάνιος ὁ ξυλοδαρμὸς μεταξὺ τῶν
ἀντιπάλων κομμάτων. Αὐτοὶ ποὺ νικοῦσαν στὶς ἐκλογές, ἔπιναν συνήθως το
βράδυ μεταξύ τους χωρὶς ἄλλες ἐπιδείξεις καὶ φασαρίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V.
Ἀνάληψη τῆς Ἐξουσίας
Οἱ νεοεκλεγόμενοι παίρναν τὸ βοϊρολdοῦ δηλ. τὸν διορισμό τους ἀπὸ τὸν
καϊμακάμη, τίς κοινοτικὲς σφραγῖδες ἀπὸ τοὺς προκατόχους τους καὶ ἀναλάβαιναν τὴν διοίκηση.
Οὔτε γλέντι, οὔτε γιορτὲς γινόταν στὸ χωριό. Τὸ μόνο ποὺ γινόταν ἦταν
κεράσματα στοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόμματος.
Ὅρκο ἐπίσημο δὲν δίνανε σὲ κανένα. Ὑποσχόταν μόνο στὸν παπᾶ, στοὺς
μεγάλους καὶ ἀξιοσέβαστους τοῦ χωριοῦ π.χ. ἐκείνους ποὺ κάποτε παλιὰ
ἦταν μουχτάρηδες, στὸν ἔξαρχο κ.ἄ. ὅτι θὰ διοικήσουν τὸ χωριὸ μὲ σωφροσύνη καὶ σύνεση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI.
Ἕδρα καὶ γραφεῖα
Στὰ Φάρασα δὲν ὑπῆρχε αὐτὸ ποὺ λέμε ἐμεῖς σήμερα «γραφεῖο κοινότητας» γιατί ἁπλούστατα τὸ γραφεῖο αὐτὸ ἦταν κινητό. Τὸ κοινοτικὸ συμβούλιο, δηλαδή, χρησιμοποιοῦσε γιὰ ἕδρα τὸν ὀντά τοῦ μουχτάρη ποὺ ἦταν
κάθε φορά.
Οὔτε ὑπαλλήλους μὲ τὴν κυριολεξία εἶχε ἡ κοινότητα. Στὴν ὑπηρεσία
της βρισκόταν μόνο ὁ κιζὶρ (κι αὐτὸς καταχρηστικά, γιατί ἡ δουλειά του
ἦταν νὰ φυλάει τοὺς ἀγροὺς· ἐξ’ ἄλλου πληρωνόταν σπίτι-σπίτι ἀπὸ τὸ
χωριὸ ὁλόκληρο, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν κοινότητα).
Ὁ Κιζὶρ λοιπὸν ἐξασκοῦσε καὶ χρέη τελάλη, ὅπως εἴδαμε στὸ κεφάλαιο
διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν.
Κοινοτητα Φαρασα 383
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII.
Συγκρότηση Κοινοτικῆς Ἀρχῆς
Βγαίναν 6 ἀντιπρόσωποι (μέλη) σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τίς δυὸ κοινότητες τοῦ
χωριοῦ. Ἀριθμὸς ποὺ ἀντιστοιχοῦσε μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν μαχαλάδων ποὺ περιλάμβανε κάθε κοινοτικὸ συμβούλιο. Μόνο ἡ κοινότητα τοῦ Πάνου Μεχᾶ
εἶχε ὅπως εἴπαμε καὶ τοὺς Τούρκους ἀντιπροσώπους, πότε ἕνα καὶ γιὰ τὰ
δυὸ χωριά, πότε δύο, τοῦ Τσαβdάρτες καὶ τοῦ Ταττοσμάνου. Κάθε μαχαλᾶς
ἔβγαζε τὸν ἀντιπρόσωπό του ὕστερα ἀπὸ συζητήσεις συνήθως ἀνάμεσα
στοὺς κατοίκους. Πάντως ψηφιζόταν ὅλοι τὴν ἴδια μέρα καὶ στὸ ἴδιο μέρος.
Ἀναπληρωματικοὺς ἔβγαζαν μονάχα στὴν ἀνάγκη καὶ ὄχι στὶς ἐκλογές.
Ὅταν δηλ. ἀρρώσταινε ἢ πέθαινε κανείς, τὸν ἀντικαταστοῦσαν μὲ ἄλλο ποὺ
ὁ μαχαλᾶς ἔκρινε κατάλληλο.
Κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς κοινοτικοὺς εἶχε σχεδὸν καὶ κάποια ἁρμοδιότητα.
Ὑπῆρχε ὁ πρόεδρος (ἐβὲλ μουχτάρ)· ὁ ἀντιπρόεδρος, ποὺ σὲ ὥρα ἀνάγκης
στεκόταν στὸ πόδι τοῦ προέδρου (σανὴ μουχτάρ)· ὑπῆρχε ἕνας γραμματέας, συνήθως ὁ πιὸ ἐγγράμματος, καὶ τέτοιος ἦταν πάντοτε σχεδὸν ὁ παπᾶς
τοῦ χωριοῦ, ὁ ὁποῖος, μολονότι δὲν ἦταν ὀργανικὸ μέλος τοῦ κοινοτικοῦ
συμβουλίου, ἦταν ἀπαραίτητος γιὰ τίς δουλειές του, γιατί ἦταν ἀδύνατο
νὰ παρθῇ μιὰ ὁποιαδήποτε ἀπόφαση χωρὶς νὰ τὴν ἐγκρίνει ὁ παπᾶς καὶ
χωρὶς νὰ σφραγίσει καὶ μὲ τὴ δική του τὴν σφραγῖδα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.
Ὑπῆρχε ἐπίσης καὶ ἕνας ταμίας. Συνήθως τὸ πιὸ ἔμπιστο πρόσωπο τοῦ συμβουλίου, πολλὲς φορὲς ὁ ἴδιος ὁ μουχτάρης ἢ καὶ ὁ παπᾶς. Ὅσοι μόνον ἦταν
ἀντιπρόσωποι τῶν μαχαλάδων τους εἶχαν δουλειὰ νὰ φροντίζουν γι’ αὐτοὺς
καὶ νὰ ἐλέγχουν κάθε πράξη του μουχτάρη.
Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ὅτι τίς ἁρμοδιότητες αὐτὲς τίς κανονίζαν μεταξύ τους σύμφωνα μὲ τὴν ἀξία τοῦ καθενός. Κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ πληροφορητῆ κ. Γ. Μπαλαχτσῆ φαίνεται ὅτι ἡ ἀξιωσύνη ἦταν ἡ ἀρετὴ ποὺ καθόριζε τόσο τὰ μέλη τῆς κοινότητας κάθε φορά, ὅσο καὶ τίς ἁρμοδιότητές τους.
Οἱ κοινοτικοὶ ἦταν ἄμισθοι. Πολλὲς φορὲς ὅμως χρηματίζοταν καὶ μόνοι
τους. Πρᾶγμα ποὺ ἔκανε πολλοὺς νὰ ἐπιζητοῦν τὸ μουχταρλίκι. Πάντως ἡ
τιμωρία τους ἂν τοὺς ἀνακάλυπταν, καὶ σχεδὸν ποτὲ δὲν ξέφευγαν, ἦταν
σκληρή, συνήθως ἀνελέητος ξυλοδαρμός.
Συνεδρίαζαν ὅποτε ἦταν ἀνάγκη. Μπορεῖ καὶ κάθε μέρα κατὰ τὸ βράδυ
συνήθως. Τίς συνεδριάσεις τίς καλοῦσε ὁ μουχτάρης (πρόεδρος). Γιὰ νὰ
πάρουν ἀποφάσεις ἔπρεπε νὰ συμφωνήσουν πάνω ἀπὸ τοὺς μισούς. Στὶς
384 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
συνεδριάσεις ἀπαραίτητος ἦταν ὁ παπᾶς τοῦ χωριοῦ, ἂν ὑπῆρχαν πολλοὶ ὁ
μεγαλύτερος στὸ βαθμό, κι ἂν ἦταν ὁμοιόβαθμοι, ὁ γεροντότερος. Ἂν καμμιὰ φορὰ ἔλειπε ὁ παπᾶς, στὴ θέση του, τιμῆς ἕνεκεν, φώναζαν τὸν χότζα.
Ὁ κάτου μεχάς, ἂν δὲν εἶχε δεύτερο παπᾶ τὸ χωριὸ ἔπαιρνε στὴ θέση τοῦ
ἰμάμη,38 ἕνα ἁπλό, ἀξιοσέβαστο συνήθως πρόσωπο.
Ἐκτὸς τῶν κοινοτικῶν καὶ τοῦ παπᾶ παίρναν μέρος καμμιὰ φορὰ στὶς
συνεδριάσεις καὶ οἱ ἐπίτροποι τῆς ἐκκλησίας ἢ οἱ ἔφοροι τοῦ σχολείου, ἂν
φυσικὰ ἐπρόκειτο νὰ συζητηθοῦν πράγματα ποὺ τοὺς ἐνδιέφεραν. Πρακτικὰ κρατοῦσαν γιὰ πολὺ σπουδαῖα μόνο ζητήματα, καὶ τίς ἀποφάσεις ποὺ
τίς σφράγιζαν κιόλας.
Ἂν οἱ κοινοτικοὶ δὲν φτάναν σὲ συμφωνία καλοῦσαν τὸ λαὸ σὲ συνέλευση (μεντζιλίσι) γιὰ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσε καὶ νὰ
παρθῇ ἀπόφαση ἀπὸ κοινοῦ.
Ἡ ἀρχὴ τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου ἦταν ἐτήσια ἕνα ὅμως κοινοτικὸ συμβούλιο, ἂν εἶχε κάνει ὠφέλιμα γιὰ τὸ χωριό, μποροῦσε νὰ μείνει δυὸ χρόνια
συνέχεια ἀλλὰ καὶ περισσότερα.
Ἡ κοινότητα εἶχε δύο σφραγῖδες. Τὴ μία τὴν κρατοῦσε ὁ πρόεδρος. Ἦταν
κυκλικὴ καὶ γύρω-γύρω ἔγραφε μὲ τούρκικα γράμματα «Φάρασα καργεσί.
ἐβὲλ μουχτὰρ», δηλαδὴ κοινότητα Φαράσων πρόεδρος (στὴν κυριολεξία
πρῶτος πρόεδρος). Τὴν δεύτερη τὴν κρατοῦσε ὁ ἀντιπρόεδρος, ἔγραφε μέσα τὰ ἴδια, ἀλλὰ ἀντὶ ἐβὲλ ἔγραφε σανή-μουχτὰρ δηλ. ἀντιπρόεδρος (κυριολ. δεύτερος πρόεδρος). Ἕνα ἔγγραφο ὅμως γιὰ νὰ ἔχει κῦρος ἔπρεπε νὰ
ἔχει καὶ τὴ σφραγῖδα τοῦ παπᾶ. Ὁ πληροφορητής μας δὲν θυμᾶται τί εἶχε
ἐπάνω αὐτὴ ἡ σφραγῖδα.
Τὰ ἄλλα μέλη τοῦ συμβουλίου, οἱ κεχάδες ἢ ἀζάδες, εἶχαν ἀτομικὲς
σφραγῖδες μικρότερες μὲ τὸ ὄνομά τους. Τὸ κέντρο κάθε σφραγῖδας ἦταν
λευκό. Ἐκεῖ μέσα ὑπέγραφε αὐτὸς ποὺ τὴν κρατοῦσε μόνο μὲ τὰ ἀρχικά τοῦ
ὀνόματός του, π.χ. Ι. Π. Ἰωάννης Παλαχτσής.
Γιὰ τίς σφραγῖδες πρέπει νὰ προσθέσω κάτι ποὺ εἶδα στὰ χαρτιὰ τοῦ
Λουκόπουλου καὶ ποὺ μοῦ φαίνεται πιὸ σωστὸ καὶ ποὺ ὕστερα ἀπὸ πολλὲς
ἐρωτήσεις τὸ θυμήθηκε καὶ ὁ κ. Μπαλαχτσῆς.
Οἱ σφραγῖδες, λέει, ἦταν ὁλοστρόγγυλες καὶ στὸ περιθώριο εἶχαν χαραγμένα τούρκικα γράμματα. Τοῦ προέδρου τοῦ Πάνου Μεχᾶ ἔγραφε: Φάρασα γιουκαρὶ μαχαλεσὶ Μουχτάρ-ἐβὲλ = Φαράσων πάνου Μαχαλᾶ ὁ πρῶτος
38. [σημείωση Μέλπως Μερλιέ στο χειρόγραφο:] Πρώτη φορὰ ἀκούω γιὰ ἰμάμη
στὰ Φάρασα. Ρωτήσετε, παρ.[ακαλώ] περισσότερα.
Κοινοτητα Φαρασα 385
πρόεδρος. Τοῦ ἀντιπρόεδρου ἔγραφε τὰ ἴδια ἄλλα ἀντὶ Μουχτάρ-ἐβὲλ
ἔγραφε Μουχτάρ-σανή, δηλ. ὁ δεύτερος πρόεδρος.
Τοῦ προέδρου τοῦ κάτου Μεχᾶ ἔγραφε: Φάρασα ἀσσαγὶ μαχαλεσὶ Μουχτάρ-ἐβὲλ = τοῦ κάτου μαχαλᾶ τῶν Φαράσων ὁ πρῶτος πρόεδρος. Τοῦ
ἀντιπροέδρου ἔγραφε πάλι τὰ ἴδια ἀλλὰ ἀντὶ μουχτάρ-ἐβὲλ ἔγραφε μουχτάρ-σανή.
Γιὰ τὴ σφραγῖδα ποὺ κρατοῦσε ὁ παπᾶς ὑποθέτει [ὁ πληροφορητὴς]
ὅτι θὰ ἔγραφε: Ρουχανὶ καργεσὶ Φάρασα = τοῦ παπᾶ τοῦ χωριοῦ Φάρασα,
ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ σφραγῖδα τοῦ παπᾶ Μαλακοπῆς.
Στὸ κέντρο οἱ σφραγῖδες εἶχαν ἕνα ἁλώνι ἄσπρο· μέσα σ’ αὐτὸ ὑπόγραφε αὐτὸς ποὺ τὴν κρατοῦσε μὲ μόνο τὸ βαφτιστικὸ του π.χ. Βασίλ, Γρεγόρ,
κ.τ.λ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII.
Τιμητικὲς διακρίσεις
Οἱ κοινοτικοὶ ἐθεωροῦντο γενικὰ πρόσωπα ἀξιοσέβαστα εἶχαν τιμητικὴ θέση στὴν ἐκκλησία, στὶς διάφορες γιορτὲς τοῦ σχολείου ἢ τοῦ χωριοῦ. Τοὺς
τιμοῦσαν ἀκόμα καὶ οἱ Τοῦρκοι, τόσο οἱ ἁπλοὶ ὅσο καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶχαν κάποια θέση. Τέλος πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τοὺς κοινοτικοὺς τοὺς τιμοῦσαν καὶ
τὰ ξένα χωριὰ ὅποτε ἦταν νὰ τὰ ἐπισκεφτοῦν κ.τ.λ..
Ὅταν παύαν νὰ εἶναι μέλη τῆς κοινότητας ἔχαναν καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ προνόμια ἂς ποῦμε. Βέβαια δὲν παύαν νὰ τοὺς θεωροῦν γιὰ ἀνθρώπους μυαλωμένους, ποὺ πάντα σὲ ὥρα ἀνάγκης θὰ μποροῦσαν νὰ συμβουλευτοῦν.
Ἰδιαίτερο ὄνομα δὲν εἶχαν· τοὺς φώναζαν ἁπλῶς μὲ τὰ ὀνόματά τους.
Μιὰ καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἐκλέγουν στὴν κοινότητα τοὺς πιὸ σοβαροὺς
καὶ μυαλωμένους ἀνθρώπους, ἦταν ἑπόμενο οἱ συγχωριανοὶ τους νὰ τοὺς
συμβουλεύονται γιὰ τίς ἰδιωτικές τους ὑποθέσεις. Ἂν π.χ. μάλλωνε κανεὶς
μὲ τὴ γυναῖκα του, ἢ μὲ τὸ γιό του, ἢ βρισκόταν σὲ μιὰ δύσκολη θέση ζητοῦσε τὴ συμβουλὴ ἢ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ μουχτάρη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλων
τῶν ἄλλων ἀνθρώπων τοῦ χωριοῦ ποὺ θεωροῦσε πρόσωπα ἀξιοσέβαστα.
Ζητοῦσε π.χ. τὴ συμβουλὴ τοῦ παπᾶ, τοῦ ἔξαρχου, τῶν ἐπιτρόπων κ.τ.λ.
386 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ.
Ἁρμοδιότητες τῆς Κοινότητας
1. Κατανομὴ καὶ εἴσπραξη τῶν φόρων τοῦ τουρκικοῦ κράτους
α. Ὑπῆρχαν φόροι προσωπικοὶ καὶ φόροι ποὺ τοὺς ζητοῦσαν ἀπὸ τὸ χωριὸ
συλλογικά. Συλλογικὰ ζητοῦσαν ἀπὸ ὅλο τὸ χωριὸ γενικοὺς φόρους ὅπως
ἦταν ὁ δασικὸς (ὁρμὰν παρασί), τὰ διόδια ἢ φόροι γιὰ τοὺς δρόμους, ὅπως
χαρακτηριστικὰ λέει ὁ πληροφορητής μας (γιὸλ παρασὶ), τὸ ταμετουὰτ39
παρασὶ ποὺ νομίζει πὼς ἦταν γιὰ τ’ ἀμπέλια ἢ τὰ καρποφόρα· ὁ κ. Μπαλαχτσῆς δὲν εἶναι βέβαιος γιατί δὲν θυμᾶται πιὰ καλά, ἡ ἐξήγηση πάντως μοῦ
φαίνεται λανθασμένη. Τοὺς φόρους γενικὰ τοὺς λέγανε σαλιάνι ἢ βεργκὶς
(κι αὐτὸ δὲν ξέρει νὰ τὸ ἐξηγήσει, λέει μονάχα πὼς αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομα ποὺ
ἔδιναν οἱ φαρασιῶτες).
Ἡ κοινότητα μοίραζε στοὺς κατοίκους τοὺς φόρους αὐτοὺς ἀνάλογα μέ
τὴν περιουσία τοῦ καθενός. Ὁ γραμματέας της κράταγε εἰδικὰ φορολογικὰ
βιβλία ποὺ ἦταν γραμμένο τί χρώσταγε ὁ καθεὶς καὶ τί πλήρωνε. Ἡ εἴσπραξη τῶν φόρων γινόταν κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο. Ἐρχόταν στὸ χωριὸ ὁ τοῦρκος φορατζὴς γιὰ τίς εἰσπράξεις. Ἔπαιρνε μαζί του τὸ μουχτάρη, καμμιὰ
φορὰ ἕνα χωροφύλακα καὶ τὸν γραμματέα τῆς κοινότητας ποὺ συνήθως
ἦταν καὶ ταμίας (τὸν γραμματέα τὸν λέγαν γαμζιμάλ· πιθανῶς ἀπὸ τὸ τούρκικο kabzımal = εἰσπράκτορας φόρων σὲ εἴδη). Αὐτοὶ γύριζαν ἕνα-ἕνα τὰ
σπίτια καὶ κάναν τίς εἰσπράξεις τῶν φόρων. Αὐτὸ γινόταν 2 καὶ 3 φορὲς τὸ
χρόνο γιατί πολλοὶ κάτοικοι δὲν μποροῦσαν νὰ ξεπληρώσουν τοὺς φόρους
τους μὲ μιᾶς. (Σημείωση: τοὺς φορατζῆδες τοὺς λέγαν καὶ ταξιντάρηδες).
β. Προκειμένου τώρα γιὰ τοὺς ἄλλους φόρους τοὺς προσωπικοὺς ὅπως
π.χ. ἦταν τὸ πατέλι (φόρος ἐξαγορᾶς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας),40 τὸ ἰμπλά39. Πρόκειται για τον φόρο επιτηδεύματος (temettü vergisi) που, αν και θεσπίστηκε το 1839, εισπράχθηκε πρώτη φορά το 1860 από όσους ασκούσαν εμπόριο, τέχνη
και βιομηχανική γενικά δραστηριότητα. Αρχικά ο συντελεστής του φόρου ήταν 3%, το
1878 έγινε 4% και το 1886 αυξήθηκε σε 5%, με επέκταση της εφαρμογής του στους
μισθωτούς και ημερομίσθιους εργάτες, ώστε κατέστη στην πράξη πραγματικός φόρος
εισοδήματος. Για το φορολογικό σύστημα της ύστερης περιόδου του οθωμανικού κράτους, βλ. Stanford J. Shaw, “The Nineteenth-Century Ottoman Tax Reforms and Revenue System”, International Journal of Middle East Studies, 6/4 (1975), σσ. 421-459.
40. Ο φόρος απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία (Bedel-i Askeri) αντικατέστησε τον κεφαλικό φόρο τζίζιε (cizye) που πλήρωναν εξαρχής οι μη-μουσουλμάνοι
Κοινοτητα Φαρασα 387
κι (φόρος ἰδιοκτησίας),41 ὁ φιρδὲς (φόρος ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων ἢ γενικὰ
βοσκημάτων)·42 ἡ κοινότητα δὲν εἶχε νὰ κάνει καμμιὰ κατανομὴ γιατί αὐτὰ
ἦταν κανονισμένα προσωπικὰ γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ τὸ Ἔβερεκ, καὶ μποροῦσε ὁ καθένας νὰ τὰ πληρώσει ἀπ’ εὐθείας στὸν καϊμακάμη ἂν ἤθελε· γιὰ εὐκολία ὅμως τὰ μάζευε ὁ μουχτάρης ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους τους συλλογικούς.
2. Ἐκτέλεση διαταγῶν τουρκικῆς διοίκησης
Ἡ κοινότητα ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐκτελεῖ τίς τούρκικες διαταγές. Οἱ διαταγὲς αὐτὲς ἦταν κάθε εἴδους. Κυρίως ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐνδιαφέρονταν γιὰ
υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η καθιέρωση κοινών υποχρεώσεων στρατιωτικής θητείας για μουσουλμάνους και μη-μουσουλμάνους νομοθετήθηκε το 1871, αλλά
στην πράξη εφαρμόστηκε μόνο μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων. Το 1909 ο φόρος Bedel-i Askeri καταργήθηκε και όλοι οι άνδρες Οθωμανοί υπήκοοι ανεξαρτήτως
θρησκεύματος υποχρεούνταν να υπηρετούν στον στρατό. Διεξοδικά για το θέμα, βλ.
τη μονογραφία του Ufuk Gülsoy, Osmanlı Gayrimüslimlerinin Askerlik Serüveni,
Κωνσταντινούπολη 2000.
41. Emlak vergisi, πρόκειται για κτηματικό φόρο.
42. Ο φόρος προβάτων (ağnam resmi) εισπράττονταν παραδοσιακά σε είδος.
Φωτ. 3. Ο νότιος δρόμος των Φαράσων που οδηγεί στα Άδανα. Διακρίνονται μουλάρια
με φορτία ξυλείας και στο βάθος τα βουνά του Ταύρου, 24 Ιουλίου 1911
(φωτογραφία του William R. Halliday· αναπαραγωγή με την άδεια
της Βρετανικής Σχολής Αθηνών).
388 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
τοὺς φόρους, τὴν καλὴ καὶ γρήγορη εἴσπραξη, καὶ γιὰ τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα. Ἔτσι ὁ μουχτάρης καὶ τὸ κοινοτικὸ συμβούλιο (μεντζιλίσι) ὤφειλε, μέσῳ πάντα τοῦ μουχτάρη, νὰ ἀναφέρει τὴν κίνηση τοῦ πληθυσμοῦ
(γάμους-γεννήσεις, θανάτους). Γιὰ τὰ στρατολογικὰ ζητήματα ἦταν πάλι
ὑπεύθυνος ὁ μουχτάρης, ἐπίσης γιὰ τὴ φιλοξενία ὑψηλῶν προσώπων, κυβερνητικῶν ὑπαλλήλων κ.τ.λ.
3. Τάξη καὶ ἀσφάλεια
Ἡ κοινότητα ἦταν ὑπεύθυνη γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴν ἀσφάλεια, γιατί ἐξ ἄλλου
ἦταν καὶ ἡ μόνη ἐπίσημη ἀρχή. Ἂν γινόταν ἕνας φόνος, μιὰ λῃστεία, εἰδοποιοῦσε ἀμέσως τον καϊμακάμη, παράλληλα ὅμως φρόντιζε καὶ μὲ τὰ δικά
της μέσα νὰ βρεῖ τὸν δράστη. Στὴν περίπτωση ποὺ δὲν τὸ κατόρθωνε δὲν
εἶχε νὰ πάθῃ τίποτα, μόνο ἐπὶ Κεμάλ, λέει, ἔγινε ἕνας νόμος σύμφωνα μὲ
τὸν ὁποῖο ἡ κοινότητα καὶ τὸ χωριὸ ὁλόκληρο ἦταν ὑπεύθυνο γιὰ τὴν τάξη·
ἂν λοιπὸν δὲν βρισκόταν ὁ δράστης ἑνὸς φόνου ἢ μιᾶς λῃστείας, τὸ χωριὸ
ἦταν ὑποχρεωμένο νὰ πληρώσει πρόστιμο στὸ κράτος.
Ἡ ἁρμοδιότητα τῆς κοινότητας στὶς ζωοκλοπές, ἀγροζημίες κ.τ.λ. ἦταν
νὰ βρεῖ τὸ δράστη. Στὶς μικροϋποθέσεις, ὅταν τὸν εὕρισκε, τὸν ἔβαζε νὰ
πληρώσει πρόστιμο στὴν ἐκκλησία.
Προκειμένου τώρα γιὰ τὰ ὄργανα ποὺ ἐφάρμοζαν τὴν τάξη παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: Στὴν ἀρχὴ μόνος ὁ Κιζίρ43 (ἀγροφύλακας) ἐπαρκοῦσε γιὰ τίς
ἀνάγκες ἀσφαλείας, ὕστερα εἶχαν καὶ τὸν μπεχτσῆ44 (φύλακας ἀμπελιῶν)·
αὐτὸν στὰ τελευταῖα κυρίως χρόνια.
43. Τουρκικά kızır. «Ὁ κιζίρης ἦταν αὐτὸς ποὺ φύλαγε τὰ χωράφια […] ἔκανε καὶ
δουλειὲς στὸ χωριό. Ἔδινε τελάλη, τὸν ἔστελνε ὁ μουχτάρης νὰ φωνάξει κάποιον, νὰ περιποιηθεῖ τὰ ἄλογα τῶν ζαπτιέδων, νὰ ψήσει καφέδες, νὰ εἰδοποιήσει τὸ χωριὸ γιὰ κάτι
κτλ. Ἕνα κιζίρη εἶχαν καὶ τὸν πλήρωνε τὸ χωριὸ μὲ σιτάρι. Ὅταν ἐρχόταν στὸ ἁλώνι ὁ
φορατζὴς γιὰ νὰ πάρει τὸ φόρο πήγαινε μαζί του καὶ ὁ κιζίρ. Τοῦ ἔδινε ὁ καθένας ὅ,τι
ἦταν σωστὸ· 5,8,10,15 ὀκάδες σιτάρι, ἀναλόγως τὴν παραγωγὴ ποὺ εἶχε. Μποροῦσε νὰ
πάει καὶ ὕστερα νὰ τὸ ζητήσει στὸ σπίτι τὸ δικαίωμά του. Μποροῦσε ὅμως νὰ ἐξοφλήσει
καὶ μὲ ἄλλα εἴδη: μὲ ἁλάτι, μὲ δέρματα· λεπτὰ σπανίως νὰ ἔδινε κανεὶς· καὶ μὲ κρέας
μποροῦσε νὰ ἐξοφλήσει. Ὁ Κιζίρης ἔπαιρνε ἀκόμη καὶ τὰ σύλληπτρα. Ἔπιανε νὰ ποῦμε
μιὰ κατσίκα, ἕνα βόδι, γαϊδούρι στὴ ζημιά, τὸ ἔφερνε στὸ σπίτι. Γιὰ νὰ τὸ πάρεις ἔπρεπε
νὰ δώσεις· ἂν ἦταν μικρὸ ζῶο ἕνα γρόσι, ἂν ἦταν μεγάλο τοῦ ἔπαιρνε 2-3 γρόσια. Ἦταν
κι’ αὐτὸ κάτι γιὰ τὸν κιζίρη.» (μαρτυρία Γιάννη Μπαλαχτσή στον Θανάση Κωστάκη,
ΑΠΠ, φ. ΚΠ-361, σσ. 294-295).
44. Τουρκικά bekçi. «Ὁ μπεχτσῆς φύλαγε τὰ ἀμπέλια τοῦ χωριοῦ μέρα καὶ νύχτα, κοι-
Κοινοτητα Φαρασα 389
Ἀργότερα ὅμως στὰ χρόνια κυρίως τοῦ πολέμου (Βαλκανικοῦ καὶ Εὐρωπαϊκοῦ) ἡ τάξη εἶχε πολὺ διασαλευθῇ. Ἀναγκάστηκαν λοιπὸν ν’ αὐξήσουν
τίς δυνάμεις τῆς τάξης. Τότε ἐγκαταστάθηκαν στὸ χωριὸ Τοῦρκοι χωροφύλακες, 2-3 τὸν ἀριθμό, ποὺ ἔτρωγαν ἀπὸ τὸ χωριό, ἐπληρώνοντο ὅμως ἀπὸ
τὸ κράτος. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ αὐτοὶ δὲν ἐπαρκοῦσαν, οἱ Ἕλληνες, δηλαδὴ ἡ
κοινότητα, καὶ γενικὰ τὸ χωριό, διάλεγε τὰ πιὸ γερὰ παλληκάρια γιὰ νυχτοφύλακες· αὐτοὶ ἐχτὸς ἀπὸ 2-3 μόνιμους (βλ. δελτία Λουκόπουλου) ἦσαν
ὅλοι ἄμισθοι. Ὁ κ. Μπαλαχτσῆς ἐπιμένει νὰ λέει ὅτι κανεὶς δὲν πληρωνόταν. Αὐτοὶ μποροῦσαν νὰ συλλάβουν τοὺς δράστες ἀδικημάτων, μποροῦσαν μάλιστα ἂν ἡ ἀνάγκη ἀπαιτοῦσε νὰ ὑπερασπισθοῦν τὸ χωριὸ μὲ τὰ
ὅπλα. Περιπολοῦσαν ὅλη τὴ νύχτα γύρω ἀπὸ τὸ χωριό, κυρίως φύλαγαν
τίς πύλες του νὰ ποῦμε, καὶ ἐπέβαλαν τὴν τάξη σὲ Ἕλληνες καὶ Τούρκους.
Ὡς πρὸς τὴν τάξη γιὰ τὴ διανομὴ τοῦ νεροῦ λέμε μονάχα ὅτι αὐτὴ ἐφαρμοζόταν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοὺς ἴδιους. Βέβαια ὅταν λέμε
νερὸ ἐννοοῦμε τὸ ποτιστικὸ νερὸ γιατί τὸ πόσιμο ἦταν ἐλεύθερο καὶ ἄφθονο γιὰ τὸν καθένα. Κανόνιζαν λοιπὸν μόνοι τους νὰ πηγαίνει τὸ νερὸ στὸ
περιβόλι τοῦ καθενὸς μὲ τὴ σειρά. Ἂν καμμιὰ φορὰ μαλώναν πήγαιναν στὸ
μουχτάρη γιὰ συμβιβασμό.
Τέλος, προκειμένου γιὰ τὰ ἀγορανομικὰ καθήκοντα τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου παρατηροῦμε ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανένας περιορισμὸς ἐκ μέρους τῶν
ἀρχῶν στὴν ἀγορά. Σὲ τόπο ποὺ στὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐμπορίου κυριαρχοῦσε ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνταλλαγῆς ἦταν ἑπόμενα νὰ μὴ συναντᾶμε τέτοιου
εἴδους οἰκονομικὴ παρακολούθηση.
μόταν ἐκεῖ, δὲ μποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ χωριό. Εἶχαν ἕνα μπεχτσῆ στὸν Παράτσο, ἕνα στὸ
Μαόκκο, ἕναν στὸ Μὲ[γ]ον τὸ Γουβί, ἕναν στοῦ Παχούμη, ἕναν στὴν Ἐgεφτσέ, δηλαδὴ
πέντε ἐν ὅλῳ. Σ’ αὐτὸν ἔδιναν λεπτά, ἀναλόγως μὲ τὸ μέγεθος τοῦ ἀμπελιοῦ ποὺ εἶχε ὁ
καθένας, δηλαδὴ ἀπὸ 2 γρόσια καὶ ἄνω. Τοῦ εἴχαμε ἂς ποῦμε ξεκομμένο γιὰ 5 μετζίτια τὸ
δικαίωμα τοῦ μπεχτσῆ γιὰ τοὺς 3-4 μῆνες ποὺ φύλαγε. Ὅταν πήγαιναν νὰ γράψουν τὸ φόρο –ὁ φορατζής, ἕνας παπᾶς καὶ δυὸ ἄλλοι– μαζὶ μὲ τὸ φόρο κανόνιζαν καὶ τοῦ μπεχτσῆ
τὸ δίκιο, πόσο θὰ πάρει κι’ αὐτός. Νὰ ποῦμε θὰ πλήρωνα 10 γρόσια φόρο γιὰ τ’ ἀμπέλι
μου, ὁ μπεχτσῆς θὰ πάρει δύο. Μπεχτσῆδες ὅμως λέγανε καὶ τοὺς φύλακες τοῦ χωριοῦ,
στὶς περιόδους ποὺ κινδύνευε. Μπεχτσῆ εἴχαμε τώρα στὸν Εὐρωπαϊκὸ πόλεμο. Οὔτε τὸν
πλήρωναν. Τὸν ἐφύλαγαν ὅμως νὰ μὴν πάει στρατιώτης, νὰ μὴν κάνει ἀγγαρεῖες κτλ.»
(μαρτυρία Γιάννη Μπαλαχτσή στον Θανάση Κωστάκη, ΑΠΠ, φ. ΚΠ-361, σσ. 293-295).
390 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
4. Δημοτολόγιο
Ἡ κοινότητα κρατοῦσε κατάλογο ὅλων ἀνεξαιρέτως των μόνιμων κατοίκων
τοῦ χωριοῦ. Ὁ κατάλογος αὐτός, ποὺ ἀποτελοῦσε καὶ ἕνα ἀνεπίσημο ληξιαρχικὸ βιβλίο λεγότανε κουτοῦκι.
Πρέπει νὰ προσθέσουμε ὅτι παρόμοιο κατάλογο κράταγε καὶ ἡ ἐκκλησία
γιὰ δική της δουλειά. Τέλος ὁ ἐπίσημος κατάλογος τῶν κατοίκων βρισκόταν
στὰ χέρια τοῦ καϊμακάμη στὸ Ἔβερεκ. Οἱ ἀλλαγὲς σημειώνονταν ὕστερα
ἀπὸ πληροφορίες τοῦ μουχτάρη· ἔτσι ἐξηγοῦμε καὶ γιατί μιὰ ἀπὸ τίς πιὸ
σοβαρὲς ἀσχολίες τοῦ μουχτάρη ἦταν νὰ ἀναφέρει κάθε τόσο στὸ Ἔβερεκ
τὴν κίνηση τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ χωριοῦ.
Ὁ κατάλογος αὐτὸς κρατιόταν στὴν κοινότητα γιὰ καθαρὰ φορολογικοὺς
καὶ στρατολογικοὺς σκοπούς.
Ὁ πληροφορητὴς μας λέγει ὅτι ἀπὸ ὅσα ἄκουσε ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ
ἄλλους τέτοιος κατάλογος ὑπῆρχε ἀνέκαθεν στὴ κοινότητα.
5. Δικαιοσύνη
Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ἀκριβῶς ὅτι οἱ κοινοτικοὶ ἐδίκαζαν καὶ νὰ δώσουμε
στὸ ρῆμα τὴν πραγματική του σημασία. Ἁπλῶς ἔκαναν μία διαιτησία στὶς
μικροδιαφορὲς καὶ ἔστρεφαν ὅλες τους τίς προσπάθειες στὸ συμβιβασμὸ
τῶν φιλονεικούντων κ.τ.λ. Μποροῦσε π.χ. ὁ Μουχτάρης σ’ ἕνα καυγᾶ νὰ
συμβιβάσει τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐπιβάλει πρόστιμο στὸ φταίχτη. Τὸ πρόστιμο αὐτὸ ἦταν πάντα ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου. Ἔτσι ἔβαζε πρόστιμο σ’ αὐτοὺς ποὺ μάλλωναν γιὰ τὸ ποτιστικὸ νερό, σ’ αὐτοὺς ποὺ προκαλοῦσαν ἀγροζημίες, σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔκαναν μικροκλοπὲς κ.τ.λ.
Ὡς πρὸς τὸ συμβιβασμὸ (τώρα) ποὺ προσπαθοῦσε νὰ πετύχει ὁ μουχτάρης ὅταν κατέφευγαν σ’ αὐτὸν οἱ ἀντίπαλοι, πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὴ δουλειὰ αὐτὴ τὴν ἔκανε πολλὲς φορὲς μὲ σοβαρώτερα ἀποτελέσματα ὁ παπᾶς
τοῦ χωριοῦ ἢ τὰ ἄλλα ἀξιοσέβαστα πρόσωπα.
Στὶς κληρονομικὲς τώρα διαφορές, καὶ σὲ διαφορὲς ποὺ ἦταν ἰδιωτικῆς
φύσης π.χ. διαζύγια, γάμοι κ.τ.λ. κατέφευγαν στὸν παπᾶ ποὺ προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ εὕρει συμβιβαστικὴ λύση. Ἂν δὲν τὸ κατόρθωνε τοὺς
ἔστελνε κατ’ εὐθεῖαν στὴ Καισάρεια, στὸ Δεσπότη.
Ἀντίθετα σὲ ζητήματα ἀστικῆς φύσεως (μισθοί, κλοπή, χρέη, κτήματα)
κατέφευγαν στὸν μουχτάρη, ἂν κι’ αὐτὸς δὲν κατάφερνε νὰ βρῇ λύση τοὺς
ἔστελνε στὸ καδὴ στὸ Ἔβερεκ.
Πάντως πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι στὶς ὑποθέσεις αὐτὲς παπᾶς, ἐπίτρο-
Κοινοτητα Φαρασα 391
ποι, μουχτάρης, κοινοτικὸ συμβούλιο συνεργάζονταν ὅλοι στενά. Ἐξ ἄλλου
φαίνεται εὔκολα αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸ ἁπλὸ γεγονὸς ὅτι κανένα χαρτὶ δὲν ἦταν
ἔγκυρο, ἂν δὲν ἔφερνε τὴ σφραγῖδα τῶν μουχτάρηδων καὶ τοῦ παπᾶ.
6. Πρόνοια
Πρέπει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ κάθε εἴδους κοινωνικὴ πρόνοια
βρισκόταν στὰ χέρια τῆς ἐκκλησίας. Φυσικὸ ἀφοῦ αὐτὴ εἶχε καὶ ταμεῖο καὶ
πόρους. Ἡ ἐκκλησία λοιπὸν μποροῦσε νὰ κάνει ὁποιαδήποτε φιλανθρωπία
ἀπαιτοῦσαν κάθε φορά οἱ ἀνάγκες τῶν κατοίκων. Αὐτὲς ἦταν οἱ ἔκτακτες
νὰ ποῦμε φιλανθρωπίες. Τακτικὰ ἔδινε σὲ χῆρες, ὀρφανά, γριὲς κ.τ.λ. 5-10
γρόσια τὴν ἑβδομάδα περίπου. Τὰ χρήματα διέθετε βέβαια τὸ ἐκκλησιαστικὸ ταμεῖο (παρακάτω στὸ κεφάλαιο περιουσία θὰ ἀναλύσουμε λεπτομερῶς
τα σχετικὰ μὲ τὴν ἐξεύρεση πόρων κ.τ.λ.).
Τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν κοινοτικὴ πρόνοια εἶχαν κυρίως ὁ παπᾶς, ὁ ἔξαρχος
καὶ οἱ ἐπίτροποι. Πάντως πάντα παίρναν τὴ συμβουλή τοῦ μουχτάρη καὶ
τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου· στὶς περιπτώσεις μάλιστα αὐτὲς ἔκαναν κοινὲς
συνεδριάσεις.
«Τὸ χωριό μας δὲν εἶχε οὔτε νοσοκομεῖο, οὔτε πτωχοκομεῖο, οὔτε κοινοτικὸ γιατρό, οὔτε ὀρφανοτροφεῖο». Στὶς δύσκολες περιπτώσεις κατέφευγαν
στὸ Ἔβερεκ.
7. Σχολεῖα
Ἡ κοινότητα ἢ καλλίτερα τὸ χωριὸ Φάρασα εἶχε ἕνα σχολεῖο.45 Τὸ κτίριο
βρίσκοταν στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας. Πιὸ παλιά, λέει ὁ πληροφορητής μας,
ὑπῆρχε τὸ Σχολεῖο τοῦ Κοκεχᾶ· ἦταν ἕνα μεγάλο σχολεῖο ποὺ στὶς μέρες
45. Για το σχολείο στα Φάρασα, με την όποια υποτυπώδη μορφή λειτουργούσε,
όπως και για τους κληρικούς και λαϊκούς δασκάλους του, οι μαρτυρίες των Φαρασιωτών προσφύγων είναι μάλλον περιορισμένες και αποσπασματικές. Ο μητροπολίτης
Καισαρείας Νικόλαος (1862-1927), σε στατιστικό πίνακα που συνέταξε το 1915 για
την εκπαιδευτική κίνηση στην επαρχία του, σημειώνει ότι τα Φάρασα διέθεταν γραμματοδιδασκαλείο, με έναν δάσκαλο και 70 μαθητές, ενώ 227 παιδιά του χωριού δεν
φοιτούσαν στο σχολείο «ἕνεκα πενίας» (βλ. ΥΔΙΑ, Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας,
1916 Εκπαιδευτικά Νομού Ικονίου και Επαρχίας Καισαρείας). Για την εκπαίδευση
των ρωμιών στην Καππαδοκία με εκτενή αναφορά και στα Φάρασα, βλ. Ιορδάνης Β.
Παπαδόπουλος, “Η εκπαίδευση στην Καππαδοκία από τις αρχές του 19ου αιώνα ώς
την ανταλλαγή των πληθυσμών”, εισήγηση στο 2ο Συνέδριο του ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. Δήμου
Νέας Ιωνίας, 25-27 Νοεμβρίου 2005, τόμος πρακτικών, σσ. 175-181.
392 ΕλΕνη ΓλύΚατζη
τοῦ κ. Μπαλαχτσῆ ἦταν πιὰ ἐρειπωμένο. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ ἔκτισαν τὸ
σχολεῖο στὴν ἐκκλησία. Γιὰ τὸ ἰδιωτικό τοῦ Χατζῆ-Εφεντῆ46 θὰ ποῦμε σὲ
συμπληρωματικὰ δελτία.
46. Ο Χατζή-εφεντής (1840;-1924), όπως αποκαλούσαν τον ιερομόναχο Αρσένιο
οι ομοχώριοί του (το κοσμικό του όνομα ήταν Θεόδωρος Αννητσαλήχος ή Αρπατζής)
υπήρξε διακεκριμένη πνευματική μορφή των Φαράσων, με φήμη θαυματουργού στην
ευρύτερη περιοχή της γενέτειράς του. Για πενήντα σχεδόν χρόνια ήταν ο θρησκευτικός
ηγέτης και ο καθοδηγητής των Φαρασιωτών, ενώ παράλληλα έκανε και τον δάσκαλο
στα παιδιά του χωριού από το 1876 μέχρι και τα τέλη σχεδόν της πρώτης δεκαετίας
του 20ού αιώνα. Ο Αναστάσιος Λεβίδης, που τον γνώρισε από κοντά, αναφέρει: «ὁ
δὲ ζῶν εἰσέτι παπᾶ Ἀρσένιος, ἱερομόναχος, φαίνεται προσπαθῶν ὑπὲρ τῆς πατρίδος,
διότι περιελθὼν διάφορα μέρη καὶ συνάξας συνδρομὰς ἐπεσκεύασε τὴν ἐκκλησίαν καὶ
ὁσάκις θέλει σπουδάζει τὰ παιδία τοῦ χωρίου πολλάκις δὲ διώκει αὐτὰ ὤν ἰδιότροπος καὶ
ὀξύθυμος καὶ δὲν δίδει ἡσυχίαν εἰς τοὺς ἔξωθεν προσκεκλημένους διδασκάλους, ἀλλὰ
θρῆσκος καθ’ ὅλην τὴν ἐντέλειαν» (βλ. Πραγματεία περὶ πολιτισμοῦ καὶ διανοητικῆς ἀναπτύξεως τῶν Καππαδοκῶν, ό.π., σ. 408). Ενώ ο Δημήτρης Λουκόπουλος, στο ανέκδοτο
Φωτ. 4. Ο Richard M. Dawkins στα Φάρασα συλλέγει λαϊκά παραμύθια
από κατοίκους του χωριού, Ιούλιος 1911 (φωτογραφία του William R. Halliday· αναπαραγωγή
με την άδεια της Βρετανικής Σχολής Αθηνών).
Κοινοτητα Φαρασα 393
Τὸ σχολεῖο τὸ ἔκτισε τὸ χωριὸ μὲ χρήματα τῶν κατοίκων. Ἐνδιαφέρθηκαν λέει κυρίως οἱ πιὸ πλούσιοι ποὺ εἶχαν παιδιά. Βοηθοῦσε καὶ ἡ ἐκκλησία
γιὰ τίς ἀνάγκες τοῦ σχολείου. Τὰ χρήματα ὅμως ποὺ διέθετε γιὰ τέτοιου
εἴδους δουλειὲς ἦταν σχεδὸν δανεικά, γιατί τὸ χωριὸ σὲ πρώτη εὐκαιρία τὰ
ἐπέστρεφε στὸ ἐκκλησιαστικὸ ταμεῖο.
Τὸ σχολεῖο τὸ διοικοῦσε μιὰ ἐφοριακὴ ἐπιτροπὴ ἀπὸ 4 ἢ περισσότερα
πρόσωπα. Τὴν ἐφορία τὴν ἔβγαζε τὸ χωριό. Μαζεύονταν, λέει, ὅσοι εἶχαν ἐνδιαφέρον γι’ αὐτὲς τίς δουλειές, σ’ ἕνα σπίτι καὶ διάλεγαν τοὺς πιὸ ἱκανούς.
Ἀντίθετα ὅμως στὰ δελτία τοῦ Λουκόπουλου διαβάζω ὅτι τὴν ἐφορία τὴν
διόριζε τὸ κοινοτικὸ συμβούλιο. Πάντως φαίνεται ὅτι ὅπως γιὰ ὅλες τίς σοβαρὲς δουλειὲς ρωτοῦσαν τὸ μουχτάρη, τοὺς κεχάδες, καὶ ὅλους γενικὰ τοὺς
προύχοντες, ἔτσι καὶ τώρα παίρναν τὴ συμβουλή τους ποὺ πολλὲς φορὲς
ἀρκοῦσε γιὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ σχολικὴ ἐφορία.
Ἐπίσης γιὰ νὰ διοριστῇ ἕνας δάσκαλος ἔπρεπε νὰ δώσουν τὴ γνώμη τους
τόσο οἱ ἐφοροεπίτροποι ὅσο καὶ ὁ παπᾶς καὶ ὁ μουχτάρης. Καθῆκον εἶχε
ἡ ἐφορία νὰ φροντίζει γιὰ τίς ἀνάγκες τοῦ σχολείου (π.χ. νὰ ἐπισκευασθῇ,
νὰ φτιαχτοῦν θρανία, νὰ φέρει δάσκαλο κ.τ.λ.) γιὰ τίς δουλειὲς αὐτὲς συνεννοεῖτο μὲ τὸν παπᾶ ποὺ ἀνήγγειλλε ἀπὸ τὸ βῆμα κάθε Κυριακὴ στοὺς
χωρικοὺς ὅλα τὰ ζητήματα τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ μουχτάρη καὶ τὸ
συμβούλιο γιὰ νὰ συμφωνήσουν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ· γι’ αὐτὸ σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἔχομε πάλι κοινὲς συνεδριάσεις. Οἱ ἔφοροι εἶχαν ἀκόμη καθῆκον
νὰ μαζεύουν ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν παιδιῶν τὰ δίδακτρα γιὰ νὰ πληρωθῇ ὁ δάσκαλος. Πολλὲς φορὲς πλήρωναν σὲ εἶδος (στάρι, κρασί, βούτυρο κ.τ.λ.). Ὁ
δάσκαλος ἔπαιρνε τὸ πολὺ 25 τούρκικες λίρες τὸ χρόνο. Ἡ ἐφορία μοίραζε
τὸ ποσὸ αὐτὸ στὰ παιδιὰ ἀνάλογα μέ τὴν δυνατότητα τὴν οἰκονομικὴ τοῦ
καθενός.
χειρόγραφό του «Πρώτη προσπάθεια γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ βιβλίου ‘Τὰ Φάρασα τῆς
Καππαδοκίας’», σημειώνει: «Ὁ περίεργος αὐτὸς παπᾶς ἀσκοῦσε αὐθεντικὴ ἐπιρροὴ
στοὺς πατριῶτες του γιὰ ἕνα πολὺ μακρὸ χρονικὸ διάστημα. Ὅλος ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του
εἶχε κάτι τὸ θρησκόληπτο, κι’ αὐτὸ ἦταν ποὺ ἔκανε τοὺς ἀγράμματους Φαρασῶτες νὰ τὸν
παραδέχονται γι’ ἅγιο ἄνθρωπο, ἰδίως οἱ γυναῖκες· ὅποια γυναῖκα Φαρασώτισσα κι’ ἂν
ρώτησα γιὰ τὸ Χατζῆ-ἐφεντῆ, μοῦ ἀνέφερε τὸ ὄνομά του μὲ σεβασμό. Ἀλλά, καὶ μ’ ὅλη
τὴ φαινομενικὴ αὐτὴ ἁγιοσύνη του, δάσκαλος ὑπῆρξε κακὸς ὁ Χατζῆ-ἐφεντῆς. Σ’ αὐτὸ
συμπίπτουν ὅλων τῶν πληροφορητῶν οἱ πληροφορίες». Το 1924 ο Χατζή-εφεντής ήρθε
με τους συγχωριανούς του στην Ελλάδα και πέθανε στις 10 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς στην Κέρκυρα. Από το 1986 με συνοδική πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου
«συναριθμῆται τοῖς Ὁσίοις καὶ Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας»
* * *
28. Βλ. Hugo Grothe, Meine Vorderasienexpedit

WordPress theme: Kippis 1.15