ΟΜΙΛΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΧΙΝΙΔΗ

Θέλω να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο του Γραφείου Προϋπολογισμού αλλά και τα μέλη του που εργάστηκαν για τη σύνταξη αυτής της έκθεσης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η συζήτηση για το χρέος, με αφορμή την έκθεση που συνέταξε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, είναι μια από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση και την επιστροφή σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία. Η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού περιέχει ενδιαφέροντα στοιχεία για τη συζήτηση που θα κάνουμε, αλλά και εμφανείς αδυναμίες.

Για παράδειγμα, η χρήση των όρων «χρηματοδοτικό κενό» και «δημοσιονομικό κενό» δε συμβαδίζει με αυτή που γίνεται από την Κυβέρνηση και τους θεσμικούς πιστωτές. Τέλος, θα περίμενε κανείς, να βρει στην Έκθεση πολύ πιο ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν την ανάλυση για τη δυναμική του χρέους, κάτι το οποίο δεν έγινε, γιατί θεωρώ, ότι το Γραφείο Προϋπολογισμού στηρίζεται κυρίως σε άλλες πηγές και όχι σε πρωτογενή έρευνα.

 

Με την ενίσχυση των δυνατοτήτων του Γραφείου Προϋπολογισμού, εκτιμώ, ότι το Γραφείο Προϋπολογισμού θα επανέλθει με επικαιροποιημένες εκθέσεις μέχρι το θέμα του χρέους να αντιμετωπισθεί οριστικά, οπότε, και θα διορθώσει αλλά και θα εμπλουτίσει το περιεχόμενο μελλοντικών Εκθέσεων.

 

Ακόμα και μετά την αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους από τη χώρα, θεωρώ αναγκαίο, το Γραφείο Προϋπολογισμού να συνεχίσει να παρακολουθεί κατά τρόπο συστηματικό τη δυναμική του χρέους και να ενημερώνει τα μέλη της Επιτροπής για την πορεία του, ώστε η χώρα μας, που από την συγκρότηση της το 1830 έχει ένα ιστορικό δημοσιονομικών κρίσεων και κρίσεων χρέους να μην βρεθεί ξανά στο σημείο που βρέθηκε το 2009.

 

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις για να μπορούμε να καταλήξουμε σε προτάσεις πολιτικής. Η χώρα ως μέλος της ευρωζώνης δεν έχει άλλο εργαλείο πολιτικής, πέρα από αυτό της δημοσιονομικής πολιτικής, διότι την νομισματική πολιτική την καθορίζει πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τη συναλλαγματική πολιτική την συναποφασίζουν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τις χώρες, υπό τον όρο ότι δεν θα επηρεάζει το στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την σταθερότητα των τιμών. Με δεδομένο, ότι βρισκόμαστε μακριά από την προοπτική δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού, αναδιανεμητικού δημοσιονομικού μηχανισμού μέσω του οποίου θα μπορούσαν να μεταβιβάζονται ενισχύσεις σε χώρες σε συνθήκες ύφεσης, το μόνο εργαλείο πολιτικής που διαθέτει η χώρα, είναι η ενίσχυση της ζήτησης, μέσω των δαπανών ή της μείωσης των φόρων. Όσο το χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα η χώρα στερείται αυτής της δυνατότητας και θα είναι χωρίς εργαλεία πολιτικής κάθε φορά που θα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ύφεση. Αυτό είναι που βιώνουμε τώρα και γι’ αυτό θα πρέπει να μειώσουμε το χρέος.

 

Μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης κάποιοι, μεταξύ των οποίων και Κόμματα, υποστηρίζουν ότι το χρέος της χώρας ή τμήμα του, είναι «ειδεχθές» ή «επαχθές». Διεθνώς η νομική αυτή θεώρηση αφορά χρέος που έχει συναφθεί από δικτατορικές ή «τυραννικές» κυβερνήσεις επ’ ονόματι και για λογαριασμό της κρατικής οντότητας, και επιπρόσθετα, τα ποσά των δανείων χρησιμοποιήθηκαν για τον προσωπικό πλουτισμό των δικτατόρων και όχι για τις ανάγκες των πολιτών. Οι υποστηρικτές αυτής της θεώρησης παραβλέπουν, ότι στην περίπτωση της Ελλάδας, το χρέος έχει συναφθεί από εκλεγμένες από τον ελληνικό λαό κυβερνήσεις. Επιπρόσθετα, έχει εγκριθεί η σύναψη του χρέους από το Ελληνικό Κοινοβούλιο στις συζητήσεις για τον Προϋπολογισμό αλλά και σε αυτές για τον Απολογισμό και Ισολογισμό του Κράτους. Είναι προφανές, ότι μέσω αυτής της προσέγγισης επιχειρούν να δώσουν απάντηση στο θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, καθοριστικός παράγοντας για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση.

 

Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία χρήσιμη μεθοδολογία, βάσει της οποίας μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο και πότε όχι. Η έκθεση επικεντρώνεται στο ποσοστό 120% που έχει τεθεί ως στόχος για το 2020 από τους θεσμικούς πιστωτές. Η Ιαπωνία έχει ένα χρέος κοντά στο 200% χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η βιωσιμότητα του, ενώ η Πορτογαλία είχε χρέος κοντά στο 80% όταν αμφισβητήθηκε η βιωσιμότητά του και αποκόπηκε από τις αγορές. Το 120% είναι αυθαίρετο και χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο από τους πιστωτές, γιατί σε διαφορετική περίπτωση – αν δηλαδή οριζόταν σε χαμηλότερο σημείο – θα εμφανιζόταν η Ιταλία, που έχει υψηλό χρέος, να θεωρείται ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο. Η βιωσιμότητα επηρεάζεται και από τη στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωνε το Πρόγραμμα OΜΤ το 2010, δηλαδή εάν ο Trichet έλεγε αυτό που είπε ο Draghi, «ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να υποστηρίξουμε μια χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κερδοσκοπικής επίθεσης», ίσως να μην τίθετο ποτέ ζήτημα βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Η αναφορά, στην ‘Εκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού, στα ευρήματα της εργασίας των Reinhart και Rogoff για να τεκμηριωθεί η άποψη, ότι οι χώρες με χρέος άνω του 90% κινδυνεύουν από μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης, δεν συμβάλλει στη συζήτηση για την αναζήτηση του επιπέδου βιώσιμου χρέους.

 

Άλλωστε, η μελέτη αυτή έχει αμφισβητηθεί ως προς τη μεθοδολογία της αλλά και ως προς τα ευρήματα της. Οφείλουμε να ξεκινήσουμε με την παραδοχή, ότι η βιωσιμότητα του χρέους είναι σχετική έννοια, και ότι οι χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα πιθανότατα να έχουν αρκετά υψηλό χρέος, χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η βιωσιμότητά του. Αντίθετα, χώρες-μέλη της ευρωζώνης οφείλουν να διατηρούν σε επίπεδα αρκετά κάτω του 100% το χρέος τους, για να μη βρεθούν αντιμέτωπες με μια κρίση χρέους, αλλά και για να έχουν το εργαλείο της δημοσιονομικής πολιτικής διαθέσιμο σε περίπτωση που βρεθούν σε συνθήκες ύφεσης.

Η βιωσιμότητα του χρέους επηρεάζεται από παράγοντες, όπως η ύπαρξη ή μη ελλειμμάτων, το ύψος των επιτοκίων, η πορεία του ΑΕΠ.  Όσο πιο  γρήγορα αυξάνεται το ονομαστικό Α.Ε.Π. τόσο πιο  εύκολα μπορεί να εξυπηρετηθεί το χρέος,  και μειώνεται ο λόγος  χρέους προς  Α.Ε.Π. που αξιολογούν οι αγορές. Οι αποφάσεις που έχουν παρθεί από τους εταίρους στο παρελθόν, για περίοδο χάριτος, μείωση επιτοκίων  και επιμήκυνση διάρκειας χρέους, βοήθησαν σε ένα σημαντικό βαθμό στην αντίληψη που  διαμορφώνουν οι αγορές για τη βιωσιμότητα  του ελληνικού χρέους.  Εκτός από την παραγωγή  πρωτογενών πλεονασμάτων, ένας υψηλός πληθωρισμός – κάτι για  το οποίο δεν γίνεται καθόλου συζήτηση στην Έκθεση – ή μια γρήγορη αύξηση του Α.Ε.Π., βοηθάει στη μείωση του βάρους του χρέους.

 

Η Ελλάδα κατάφερε σε τέσσερα χρόνια, να δημιουργήσει πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, εξουδετέρωσε τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η χώρα σήμερα έχει αποπληθωρισμό, ο οποίος υπονομεύει τη δυναμική του χρέους, παρά το γεγονός ότι πετυχαίνουμε τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα. Για να το αποφύγουμε αυτό, η Ελλάδα πρέπει να έχει μικρότερο πληθωρισμό από το μέσο όρο της ευρωζώνης, όχι όμως αποπληθωρισμό που οδηγεί σε μείωση του ονομαστικού Α.Ε.Π. και επομένως, σε αύξηση του λόγου του χρέους προς ΑΕΠ.  Αυτή η στόχευση δυσχεραίνεται  από την επιλογή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας  να κρατά τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης  κάτω από το 1%, που είναι πολύ κάτω από το στόχο του 2% που ορίζει η συνθήκη του Maastricht.  Οι χώρες με πλεόνασμα,  θα πρέπει  να έχουν υψηλότερο πληθωρισμό  από αυτό που  έχει τώρα  η Ευρωζώνη, για να βοηθήσουν χώρες με ελλείμματα, όπως  είναι η Ελλάδα,  να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους χωρίς όμως να υπονομεύεται η προσπάθειά τους για μείωση του χρέους.

          Οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πρέπει να αντιμετωπίσουν το ταχύτερο δυνατό τον κίνδυνο που συνεπάγεται ο αποπληθωρισμός για την βιωσιμότητα του χρέους χωρών σε Πρόγραμμα, σε συνδυασμό βέβαια και με τις αποφάσεις που είναι να ληφθούν και στις οποίες θα αναφερθώ.

 

Όσο το χρέος αντιμετωπίζεται από τις αγορές ως μη βιώσιμο, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια της χώρας θα κινούνται σε απαγορευτικά επίπεδα. Αυτό επηρεάζει αρνητικά την προσέλκυση των επενδύσεων και επιπρόσθετα αυξάνει και το κόστος χρήματος για τις επιχειρήσεις, οι οποίες μετά από μια εξαετή ύφεση, πέρα από τα προβλήματα της περιορισμένης ζήτησης, αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα χρηματοδότησης. Έτσι οδηγούμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού η βιωσιμότητα του χρέους καθορίζεται από την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, αλλά η ανάπτυξη επηρεάζεται αρνητικά από το γεγονός, ότι οι αγορές θεωρούν ότι το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο και κρατούν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι και μόνο η προοπτική μιας νέας διευθέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι ικανή, με βάση τα σημερινά στοιχεία, να μειώσει τα SREADs των ελληνικών ομολόγων σε χαμηλά για την περίοδο επίπεδα.

 

              Σε κάθε περίπτωση, η διακράτηση μεγάλου μέρους του χρέους από χώρες και όχι από τις αγορές, επηρεάζει θετικά τη βιωσιμότητα του χρέους. Οι χώρες της Ευρωζώνης έχουν δεσμευτεί, ότι όταν επιβεβαιωθεί ότι η χώρα πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα το 2013, θα πάρουν θετικές αποφάσεις για το χρέος. Εκτιμάται ότι αυτές θα αφορούν τη μείωση των επιτοκίων και την επιμήκυνση του χρέους. Αυτές οι αποφάσεις μπορεί να επηρεάσουν θετικά την αξιολόγηση των αγορών ως προς τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Η προοπτική μιας απομείωσης του χρέους με πρωτοβουλία των δανειστών, η οποία θα διευκόλυνε πάρα πολύ την προσπάθεια της Ελλάδας, είναι θεμιτή, εμφανίζει όμως δυσκολίες με δεδομένη την αντίδραση που θα καταγραφεί στα Εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών, να πάρουν μια απόφαση που θα διαγράφει το ελληνικό χρέος και θα αυξάνει το δικό τους χρέος. Εξίσου δύσκολη είναι και η πρόταση που καταθέτει το Γραφείο Προϋπολογισμού απομείωσης του χρέους μέσω της αμοιβαιοποίησης, εξαιτίας βεβαίως των αντιδράσεων που σημειώνονται κυρίως από τη Γερμανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρόταση για την ευρωπαϊκή τραπεζική ενοποίηση βρίσκει την ουσιαστική αντίδραση της Γερμανίας, η οποία δεν θέλει να προχωρήσει ούτε ο μηχανισμός εξυγίανσης αλλά ούτε και η δημιουργία ενός Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων γιατί προϋποθέτουν σε ένα μεγάλο βαθμό την αμοιβαιοποίηση του χρέους.

 

          Έχω υπερασπιστεί δημόσια την άποψη, ότι μέρος του χρέους θα μπορούσε να περάσει στο ESM, που είναι και μια από τις προτάσεις που περιλαμβάνει η Έκθεση. Θα ήθελα, όμως, την εκτίμηση του παριστάμενου Υπουργού αλλά και του Επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ, να μας πουν, αν αυτό ποτέ μπορέσει να συμβεί, τι ποσοστό του χρέους μπορεί να περάσει στο ESM; Επίσης, αν το όφελος για την Ελλάδα από αυτή την πρόταση, αυτή έρχεται σε αντίθεση με πιθανή επιλογή για διάθεση των μετοχών των τραπεζών που διαθέτει σήμερα το ΤΧΣ – οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν ωςενέχυρο στο ESM σε περίπτωση που τελικά υιοθετηθεί η πρόταση. Δηλαδή, σύγκριση οφέλους αν τις διαθέσουμε τώρα, ενώ η άλλη επιλογή θα ήταν να τις δώσουμε στο ESM και να γίνει μια απομείωση του χρέους μέσω αυτού του τρόπου.

            

          Για αυτό το λόγο εκτιμώ, ότι η χώρα θα πρέπει, αντί να θέτει ως διεκδικητικό πλαίσιο, ενδεχομένως κάτι το οποίο φαντάζει δύσκολο να ικανοποιηθεί από άλλα Κοινοβούλια δηλαδή την απομείωση του χρέους, να διεκδικήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα στήριξης από τις χώρες της Ευρώπης, ένα σχέδιο Μάρσαλ, που θα της επιτρέψει να επιστρέψει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και να αντιμετωπίσει με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα της βιωσιμότητας του χρέους. Εναλλακτικά, ο κύριος μοχλός τιθάσευσης του υψηλού χρέους, θα μπορούσε να είναι η άσκηση διακριτικής και ενεργητικής νομισματικής πολιτικής από το ευρωσύστημα, προκειμένου χώρες με ένα μη βιώσιμο χρέος να αποφύγουν την εμπλοκή τους στον παρόντα φαύλο κύκλο του αποπληθωρισμού και να περάσει στη φάση του ελεγχόμενου και χαμηλού πληθωρισμού.

 

        Επίσης, οφείλω να επισημάνω, ότι η δυνατότητα της χώρας να βγει στις αγορές εξαρτάται από την αντίληψη που έχουν αυτές για την βιωσιμότητα του χρέους. Επομένως, στο ερώτημα, που δημόσια έθεσα το Φθινόπωρο του 2013, ως προς τις δύο επιλογές που έχει η χώρα, δηλαδή, πρώτον, να προσφύγει στις αγορές και έτσι να καλύψει πλέον τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, και δεύτερον, να ζητήσει πρόσθετο δανεισμό από τους εταίρους, η επιλογή της προσφυγής στις αγορές τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της αντίληψης των αγορών για τη βιωσιμότητα. Προφανώς, αυτό τον κίνδυνο κατανόησε και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος σε πρόσφατο nonpaper ζήτησε από την Κυβέρνηση να μην προχωρήσει σε δανεισμό με επιτόκια της τάξεως του 6,5% ή 7%, επιτόκια με τα οποία θα δανείζονταν αν έβγαινε τώρα στις αγορές.

Άρα, αγαπητοί συνάδελφοι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τι απομένει για να χρηματοδοτηθούν τα ελλείμματα; Μόνο δανεισμός από τους εταίρους. Επομένως, πείτε μας καθαρά, αν λέτε ΟΧΙ στις αγορές,  ποιά είναι η πρότασή σας για όλο το διάστημα που η χώρα μας θα έχει χρηματοδοτικές ανάγκες; Από πού θα καλύψει αυτές τις χρηματοδοτικές ανάγκες;

 

WordPress theme: Kippis 1.15