
«Μανόλης Αναγνωστάκης: Ένα ΥΓ. πριν τη σιωπή…
Καλλιτεχνικές-αισθητικές συγκρίσεις και αναλογίες»
της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού
Η έννοια της σιωπής, από τις προσφιλέστερες στην ποίηση: όχι μόνον επειδή «εικονίζεται» σε όλους τους ποιητές, αλλά και επειδή αισθητοποιεί το οικείο περιβάλλον γένεσης της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας. Η «εικόνα» της σιωπής συνδέεται με το βίωμα της θρησκείας και τα τελετουργικά της προσευχής, με τη σπουδή της συγκέντρωσης, με τον στοχαστικό εσωτερικό μονόλογο, με την ώρα της ενδοσκόπησης, με τις αθέατες περιελίξεις της φιλοσοφικής σκέψης, με του πνεύματος την ατελεύτητη κίνηση, με τη βίωση της μοναξιάς, με το άρρητο και το δέος, με το άφωνο μυστήριο, με τον υπαρξιακό φόβο και την έσχατη έκφανσή του – τον θάνατο. Ο ποιητής είναι αυτός που θα ακροαστεί την ίδια τη «φωνή» της. Και θα την επιστρέψει ως πρόταγμα σώφρονος «λόγου» στον άνθρωπο.
Στους ποιητές η σιωπή θα πάρει πολλές σημασίες, ήχους και νοήματα. Για τον Σεφέρη, «η ποίηση χρησιμοποιεί τη σιωπή, είναι καμωμένη από λόγο και από σιωπή, σμιλεύει τη σιωπή».
Αλλά έχει φωνή η σιωπή; Κι αν ναι, ποια είναι η «φωνή» της; Μια προφανής αντίθεση ή μια συν-ουσία της ποίησης – όχι μόνον ως αισθητικού γεγονότος αλλά της ίδιας της ποίησης της ζωής και του ανθρώπινου όντος. Οι ποιητές «ομιλούν», αλλά έχουν ως αφετηρία και τελευταίο σταθμό της ποιητικής διεργασίας τη σιωπή. Όλη η διαδικασία της δημιουργίας ενός αισθητικού γεγονότος μέσα στους άηχους συναισθηματικούς κραδασμούς του ποιητή είναι μια lectio divina, όπως η στοχαστική ανάγνωση των πνευματικών κειμένων. Έτσι τουλάχιστον βιώνεται και στη συνέχεια, με προϋποθέσεις εσωτερικής μέθεξης, ο αποδέκτης – μέσω της σιωπηλής ταύτισης με την «ομορφιά» που εκπέμπει το «έργο τέχνης»: σμιλεύοντας μέσα στην ασχήμια του κόσμου το ηθικό αίτημα αναμόρφωσής του.
Στην επικράτεια της ποίησης και της ζωής του Μανόλη Αναγνωστάκη ο λόγος και η σιωπή έχουν την άμεση και ουσιώδη συνάρτησή τους τόσο με τον υπαρξιακό, έφηβο στοχασμό του, τις αμφισβητήσεις, τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο (τόσο οικείο φαινόμενο της νεότητάς του), όσο και με τη δραματικότητα της σύγχρονης ιστορίας. και τη συνυφασμένη με αυτήν ιδεολογική πίστη στην οραματική ιδέα οικοδόμησης ενός δικαιότερου μεταπολεμικού κόσμου.
Η έννοια της σιωπής του Αναγνωστάκη αποτυπώνεται με μια διττή παρουσία: α. ως ποιητική της διαχείριση, ενσωματωμένη στον ποιητικό του λόγο, και β. ως συνειδητή, ρεαλιστική επιλογή μιας «πράξης»-πολιτικής, που, για δεδηλωμένους λόγους, θα σφραγίσει το ποιητικό του έργο νωρίς, και θα προσδώσει στον ίδιο και στο «κατορθωμένο σώμα» του έργου του ένα πρόσθετο ενδιαφέρον από την πλευρά της φιλολογικής κριτικής: ώστε να μπορούμε να μιλάμε τόσο για την ποιητική του έντεχνου λόγου του όσο και για την ποιητική της νοηματοδοτημένης σιωπής του.
Η πρώτη εμφανίζεται συνεχώς, από την πρώτη κιόλας ποιητική του συλλογή Εποχές, μέχρι το επιλογικό του ΥΓ. Η δεύτερη έχει αρχίσει να κυοφορείται πολύ νωρίτερα από την πραγμάτωσή της, ενυπάρχει μέσα στην ατμόσφαιρα των στίχων του, όταν δεν έχει κριθεί ακόμα το άσχημο παιχνίδι της ιστορίας και η οδυνηρή απόληξή του, που εμπεριέχει δραματικά και το τέλος των συλλογικών ψευδαισθήσεων, αλλά και την πίστη στη δύναμη της φωνής του ποιητή. Ο λόγος του Αναγνωστάκη, αψιμυθίωτος, δριμύς, ανυπόκριτος, εναντιώνεται κριτικά και στους ποιητές των ευτελών εποχών, αποτάσσοντας την παρουσία και τα ανωφέλευτα έργα τους.
Ξαναδιαβάζοντας σήμερα, μετά από χρόνια εμβριθούς αναστροφής, την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, και κάτω από το πρίσμα της «σιωπής», έχω την αίσθηση ότι, σε όλη την έκταση της ποιητικής του δημιουργίας, κυοφορείται η «χειρονομία» της σιωπής, που αρχίζει ως υπαρξιακό βίωμα κατατεθειμένο στους στίχους του. Δεν εμφανίζεται απλώς ως ιδέα ή περιβάλλον, αλλά ως ένα «φαινόμενο» εσωτερικής κατάδυσης, φορτωμένο από αισθήματα: φόβου, απογοήτευσης, ματαίωσης, κενού, αδιεξόδων της Ιστορίας και της μικροϊστορίας των ανθρώπινων προσδοκιών, αμφιθυμίας. Τα παραπάνω διατυπώνονται τόσο καθαρά, με τη δραματικότητα του ψυχικού τραύματος, στις Εποχές: «Εσύ που ξέρεις πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω». Στο Υστερόγραφο «Ελπίζει από απελπισία», αφήνοντας σε κάθε περίπτωση ανοιχτή την πόρτα στην «Ελπίδα», να επεξεργάζεται το όραμα του καλύτερου ως ζωτική έννοια, που θα τον κρατήσει όρθιο στο πέρασμα των χρόνων να αναμετρά «τα σάπια φύλλα του ημεροδείχτη».
Ο «κόσμος», είτε είναι ο ίδιος ο ποιητής μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι (αντίσταση, φυλακή, εξορία, δίκες, καταδίκη σε θάνατο…) είτε στη «μεθιστορική» ιδιωτική φάση της ωρίμανσης και του καθημερινού του αγώνα, δεν αφήνει περιθώρια στο φως. Γι’ αυτό η νύχτα, το σκοτάδι, η μοναξιά (και μέσα στο πλήθος), οι ίσκιοι οι βουβοί, η χαμένη άγνοια της παιδικότητας –αθωότητα που λογίζεται–, τα χαλάσματα, τα γκρεμισμένα σπίτια, οι νεκρές στέγες της πολιτείας, ο θάνατος –της αυταπάτης πάνω απ’ όλους τους θανάτους– θα φιλοξενηθούν φιλοτεχνημένα σε ποίηση υπαρξιακή με συλλογικούς αποδέκτες.
Η «σιωπή» του ποιητή Αναγνωστάκη, παρούσα σε κάθε του σχεδόν ποίημα, είτε ως λεκτικό σημαίνον είτε ως νοηματοδοτημένο σημαινόμενο, υποδέχεται τις πολλαπλές «φωνές» του δημιουργού της: τη μελαγχολική του frustration, την οργή, την απόγνωση, την ειρωνεία, τον σαρκασμό, τα αμείλικτα ερωτήματα, τη διεισδυτική βάσανο των γιατί. Αλλά και η «φωνή», λεκτική ή περιγραφική μέσα από πράγματα και καταστάσεις, εκβάλλει στο ίδιο αδιέξοδο, πεσσιμιστικό –όχι αναίτια– συναισθηματικό τοπίο. Και μόνον οι μνήμες της παιδικότητας, που η «Παρέα των Τυμβωρύχων» ανασκάπτει, έρχονται με χαρούμενες παιδικές φωνές και τραγούδια γιορτινά:
Η σιωπή
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δω μέσα. / Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση. (Ό.π., Παρενθέσεις, Τοπίο, σ. 67)
«Τραγούδια γιορτινά» μονάχα «όταν γυρνάς στα παιδικά σου / χρόνια». (Ό.π., Εποχές 2, VIII, σ. 54)
Οι φωνές
…ξαγρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες χωρίς δίπλα / μας να ’ναι κανείς ν’ ακούσει την αγωνία της / φωνής μας (Ό.π., Εποχές, Οι Νικημένοι, σ. 20)
Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε / μάχης…
Η δραματική «συνήχηση» σιωπής και φωνής, ένα ποιητικό ritornello, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε αλληλοαναιρούνται στην ποίηση του Αναγνωστάκη. Δεν το επιδιώκει εικονικά ή επεξεργασμένο θεωρητικά, όπως ο Ε. Ε. Cummings. Η «συνήχηση» αυτή ορίζει –εκτός από την κοινωνική-πολιτική εικόνα– και τον ψυχογραφικό χάρτη της ποίησής του. Ένας ιστός πλεγμένος από ρεαλισμό και όνειρο περιβάλλει τη σύνολη ποιητική του δημιουργία, συνηγορία της πικρής γεύσης μιας προϊούσας σήψης. Ό,τι ανθρώπινο ανασκαλεύει δεν βρίσκεται ούτε καν στη νεότητα που διαβρώθηκε από τα «ανομήματα» της κρυφής ιστορίας.
Αυτοί οι δύο βασικοί πόροι –σιωπή και φωνή– περιβάλλουν ολόκληρο το κλίμα της ποιητικής του έκφρασης: τόσο η αίσθηση ή μάλλον η «ανάγνωση» της παρακμής γύρω του, όσο και η στοχαστική του στάση απέναντι στην εποχή, σύζευξη της καρυωτακικής décadence και της σεφερικής στοχαστικότητας, ανταποκρίνονται στην αιτιακή σχέση έργου-δημιουργού, επομένως και στην ιστορικότητά τους, όπως ο Arthur Danto τη διατυπώνει θεωρητικά. Γι’ αυτό, μπορούμε να θεωρήσουμε την παρακμιακή αποτύπωση της εποχής του Αναγνωστάκη στην ποίησή του απότοκη όχι μιας προσωπικής «κλινικής» καταθλιπτικής συνθήκης, αλλά μιας ορθολογικής νόησης, ψύχραιμης και διαυγούς αποτίμησης των πραγμάτων.
Ήταν διατεθειμένος ωστόσο ο ποιητής να ξαναρχίσει για δεύτερη φορά. Αλλά ούτε η πραγματικότητα ούτε η ποίηση ή η οποιαδήποτε μορφή δράσης είχε πια νόημα. Τα ποιήματά του ήταν –αντίθετα– η ανέλιξη του «χρονικού ενός προαναγγελθέντος θανάτου». Θα εξακολουθεί όμως να εκλιπαρεί για κάποιο δρόμο: «Φίλε, …δείξε / μου κάποιο δρόμο / Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίπο / τα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω» (Ό.π., Εποχές, Αναζήτηση, σ. 21). Όμως προεξαγγελτικά, μέσω της ποίησης, θα αρθρώσει πυκνωμένη τη «νεκρολογία» του: «Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να’ ναι οι τελευταίοι… / Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια / Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι /…» (Ό.π., Εποχές 3, Επίλογος, σ. 96). Και ως εντάφιος λίθος της προσδοκίας, στον καταληκτικό του Επίλογο: «Κι όχι αυταπάτες προπαντός. / …Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μά- / ζες / Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα» (Ό.π., Ο Στόχος, Επίλογος, σ. 167).
Το 1971 θα σταματήσει ουσιαστικά η ποιητική δραστηριότητα του Αναγνωστάκη. Είχε ωστόσο παροχετεύσει σε ηχηρή ποιητική φωνή αυτή την κυοφορούμενη για χρόνια χειρονομία της σιωπής. Αυθεντική ποίηση, όπως και το συναίσθημα και η νόησή του. Στη συνέχεια, δεν επιδίωξε τη μυθοποίηση της πράξης του. Ο λόγος του ήταν πεζός, αφοριστικός, ρεαλιστικός: «… Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου…» (Είμαι Αριστερόχειρ ουσιαστικά, πρόλογος Παντελής Μπουκάλας, επιμέλεια-επίμετρο Μισέλ Φάις, Πατάκης, Αθήνα 2024, σ. 58). Και σε συνέντευξή του στη γαλλική Liberation: «… ίσως να σταμάτησε η ανάγκη μου για την ποιητική έκφραση από τότε που σιγά-σιγά, με την πάροδο των ετών και το βιολογικό καταστάλαγμα, άρχισαν να λιγοστεύουν οι αυταπάτες για τις δυνατότητες μιας τέτοιας επικοινωνίας».
Δεν είναι εύκολο να διαχωρίσουμε αν επρόκειτο αποκλειστικά για μια συνειδητή επιλογή η απόφαση της ποιητικής σιωπής ή αν η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη ήταν «η ποίηση της Επανάστασης», αναπόσπαστα και οργανικά δεμένη με την επική ατμόσφαιρα και το βίωμα της θυσίας για έναν ποθούμενο καλύτερο κόσμο. Αποσαρκωμένη η μεταπολεμική και μετεμφυλιακή πατρίδα από κάθε ιδεαλισμό, εμάρανε και τις ρίζες της ποιητικής του έμπνευσης.
Εντέλει, «σιώπησε» ο ποιητής; Ή η σιωπή του «φωνάζει» με κείνη την «εκκωφαντική», μέχρι τρέλας, σιωπή των ανηχωικών θαλάμων; Γιατί, όπως εκεί, ακούμε στη σιωπή και στη φωνή του τον παλμό της καρδιάς του, τη ροή του αίματός του, τον ήχο των οστών του στην κίνηση… Μάλλον δεν τίθεται σωστά το ερώτημα. Με ποιες «φωνές» σιώπησε ο ποιητής, είναι καλύτερα να ρωτήσουμε. Προς ώρας, ας αρκεστούμε, μετά από τα πολλά που κατά καιρούς έχουν γραφεί –και θα γράφονται–, στο ότι η σιωπή του Μανόλη Αναγνωστάκη δεν ήταν ούτε έλλειψη γλώσσας ούτε αδυναμία της φωνής, αλλά η ίδια η «επανάσταση του ανείπωτου».