
Ανέστης Αναστασιάδης
Πρώην πολιτικός κρατούμενος στα χρόνια της χούντας (1967–1974)
Ξαναήρθε η 21η Απριλίου, και εμείς που ζούμε ακόμη θυμόμαστε τη ζωή μας στις φυλακές και στις ασφάλειες της χούντας, όπου πολλοί φέρονταν σαν κτήνη και όχι σαν άνθρωποι.
Θυμάμαι τη Μεγάλη Παρασκευή, που ψέλναμε οι πολιτικοί κρατούμενοι τον ύμνο της λευτεριάς και τραγουδούσαμε «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Θυμάμαι όλα εκείνα τα παιδιά με τα οποία ζήσαμε στις φυλακές της Αίγινας και στο Επταπύργιο, να περιμένουμε κάθε μέρα τη μεγάλη είδηση: πότε θα πέσει η χούντα. Και όμως, δεν έπεφτε.
Στην Αίγινα, καθώς ο κόσμος περνούσε έξω από τις φυλακές, εμείς μέσα τραγουδούσαμε και ελπίζαμε. Η αγωνία όλων ήταν ένα επισκεπτήριο, ένα γράμμα, ένα νέο από τον έξω κόσμο — να μάθουμε ποιος ζει και ποιος έχει φύγει. Έτσι έμαθα κι εγώ πως πέθαναν η αδελφή του πατέρα μου και ο αδελφός της μητέρας μου, ο Αναστάσιος Γαβριηλίδης, μεγάλος πολιτικός της εποχής και φίλος του Γεωργίου Παπανδρέου και του Σοφοκλή Βενιζέλου.
Θυμάμαι τον πατέρα μου, όταν ήρθε να με δει στην Αίγινα. Του είπα να μη στεναχωριέται, κι εκείνος μου απάντησε: «Αν γίνεις πατέρας, τότε θα καταλάβεις».
Ένα από τα πιο τραγικά στη φυλακή ήταν η μοναξιά. Ένα γράμμα μπορούσε να φέρει χαρά ή πόνο. Πολλοί μάθαιναν πως οι γυναίκες τους δεν άντεξαν και έφυγαν, ή πως τους ξέχασαν οι δικοί τους. Ένας ποινικός κρατούμενος μου είχε πει: «Αν είσαι εδώ μέσα, σε ξεχνάνε όλοι, ακόμη και η μάνα σου». Και έκλαιγε συχνά.
Στο κελί μου στην Αίγινα θυμάμαι τον Παύλο Ζάννα, που έκανε μαθήματα αγγλικών και μετέφραζε Προυστ. Τον Ανδρέα Αρχοντάκη, γιατρό από την Κρήτη, που μετέφραζε ιατρικά βιβλία. Τον Νίκο Χλωρό, πάντα αφοσιωμένο στο σκάκι. Τον Αντώνη Γούλα, τον ζωγράφο του κελιού μας. Τον Νικόλα Βούλελη, που έγραφε κείμενα για να βγουν προς τα έξω. Από εκείνο το κελί ζούμε σήμερα μόνο ο Νικόλας κι εγώ.
Εγώ προσπαθούσα να κρατάω το ηθικό ψηλά, να κάνω τους άλλους να γελάνε, ενώ μάθαινα γερμανικά και γαλλικά με δασκάλους τον Γεράσιμο Νοταρά και τον Σωτήρη Δέδε — και οι δύο έχουν φύγει πια από τη ζωή.
Θυμάμαι και το Επταπύργιο, όπου μας μετέφεραν από την Αίγινα. Εκεί, στο κάτεργο, προσπάθησαν να μας φορέσουν ριγέ ρούχα για να μην μπορούμε να αποδράσουμε. Αντιδράσαμε με απεργία πείνας που κράτησε πάνω από δύο μήνες.
Θυμάμαι επίσης όταν ζητήσαμε αποφυλάκιση στα δύο τρίτα της ποινής μας και η απάντηση ήταν αρνητική.
Δεν ξέρω πόσοι ακριβώς ήμασταν τότε στις φυλακές της Αίγινας και στο Επταπύργιο. Αυτό που ξέρω είναι πως οι περισσότεροι έχουν φύγει από τη ζωή. Ελάχιστοι έχουμε απομείνει — λίγοι στη Θεσσαλονίκη και μερικοί στην Αθήνα.
Όταν βγήκα από τη φυλακή, όλα είχαν αλλάξει. Αναρωτιόμουν τι δουλειά να κάνω, ενώ η χούντα εξακολουθούσε να με παρακολουθεί.
Πριν πέσει η χούντα, έκανα τον γάμο της ζωής μου με τη Χαρούλα, με ελάχιστους φίλους και πολιτικούς, στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, για λόγους ασφαλείας. Σήμερα είμαστε τρεις: εγώ, η Χαρούλα και ο μοναχογιός μας, Αλέξης.
Στην πτώση της χούντας βρέθηκα στην επιστράτευση, όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Κύπρο. Είχα πει στα παιδιά: «Πάμε να ρίξουμε τη χούντα και μετά βλέπουμε τους Τούρκους». Ένας συνταγματάρχης με κάλεσε και μου είπε: «Είσαι ελεύθερος να φύγεις».
Βρέθηκα στην Τσιμισκή, μπροστά στα γραφεία της εφημερίδας «Μακεδονία», όπου συνάντησα τον Γιώργο Σιπητανό, συναγωνιστή από τη φυλακή. «Τι κάνουμε τώρα;» τον ρώτησα. Και χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίσαμε να φωνάζουμε «Κάτω η χούντα». Σε λίγο, έγινε η πρώτη μεγάλη πορεία στην Τσιμισκή. Πήραμε θάρρος όταν είδαμε ότι ακόμα και η αστυνομία ήταν δίπλα μας.
Αφιερώνω αυτά τα λίγα λόγια στις αδελφές μου Βασιλική, Τασούλα και Σοφία, και στα αδέλφια μου Βενιαμίν και Απόστολο — ο οποίος έχει φύγει από τη ζωή. Και στη νύφη μου, τη Βούλα Παπαποστόλου, που ήρθε από τη Γερμανία να με δει στις φυλακές της Αίγινας μαζί με τον μικρό τότε Θανάση, και που επίσης έφυγε από τη ζωή.
Θυμάμαι ακόμη, σαν σκηνή από ταινία, όταν με πέντε επιστολές που στείλαμε σε πολιτικούς αρχηγούς σε όλη την Ευρώπη, πήραμε ένα μεγάλο ρίσκο — και τα καταφέραμε.
Δεν ξεχνώ την πεθερά μου, που στάθηκε δίπλα μου στα χρόνια της χούντας και μετά.
Πολλά θα μπορούσα να πω. Αυτά τα λίγα τα γράφω στη μνήμη όσων έφυγαν και προς τιμήν όσων στάθηκαν δίπλα μας εκείνα τα δύσκολα χρόνια.
Όσο ζω, θα τα θυμίζω — απλά και ανθρώπινα.
Ποτέ ξανά χούντα. Πάντα ειρήνη και δημοκρατία.
Αν θέλεις, μπορώ να το κάνω και πιο «δυνατό» σαν λόγο για εκδήλωση ή να το μικρύνω για ανάρτηση στο Facebook.
Ξαναήρθε η 21η Απριλίου…
Και εμείς που ζούμε ακόμη, θυμόμαστε.
Θυμόμαστε τα χρόνια της χούντας. Τις φυλακές, τις ασφάλειες, την αγωνία, τον φόβο — αλλά και την ελπίδα.
Θυμάμαι τη Μεγάλη Παρασκευή μέσα στη φυλακή, να ψέλνουμε και να τραγουδάμε «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Θυμάμαι τα πρόσωπα των συγκρατουμένων μου στην Αίγινα και στο Επταπύργιο, να περιμένουμε κάθε μέρα μια είδηση: πότε θα πέσει η χούντα.
Θυμάμαι ένα γράμμα να γίνεται χαρά ή πόνος. Να μαθαίνεις ποιος ζει και ποιος έφυγε. Να φοβάσαι μήπως σε ξεχάσουν.
Θυμάμαι όμως και τη δύναμη. Την αλληλεγγύη. Το κουράγιο που δίναμε ο ένας στον άλλον για να αντέξουμε.
Και θυμάμαι τη μέρα που βγήκαμε στον δρόμο, φωνάζοντας «Κάτω η χούντα», χωρίς φόβο πια.
Σήμερα, από εκείνους τους ανθρώπους, λίγοι έχουμε απομείνει.
Αλλά δεν ξεχνάμε.
Τα γράφω αυτά στη μνήμη όσων έφυγαν και για όσους στάθηκαν δίπλα μας στα δύσκολα.
Όσο ζω, θα θυμίζω:
Ποτέ ξανά χούντα.
Πάντα ειρήνη και δημοκρατία.
Ανέστης Αναστασιάδης
Πρώην πολιτικός κρατούμενος (1967–1974)
Ξαναήρθε η 21η Απριλίου…
Και εμείς που ζούμε ακόμη, θυμόμαστε.
Θυμόμαστε τα χρόνια της χούντας. Τις φυλακές, τις ασφάλειες, την αγωνία, τον φόβο — αλλά και την ελπίδα.
Θυμάμαι τη Μεγάλη Παρασκευή μέσα στη φυλακή, να ψέλνουμε και να τραγουδάμε «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Θυμάμαι τα πρόσωπα των συγκρατουμένων μου στην Αίγινα και στο Επταπύργιο, να περιμένουμε κάθε μέρα μια είδηση: πότε θα πέσει η χούντα.
Θυμάμαι ένα γράμμα να γίνεται χαρά ή πόνος. Να μαθαίνεις ποιος ζει και ποιος έφυγε. Να φοβάσαι μήπως σε ξεχάσουν.
Θυμάμαι όμως και τη δύναμη. Την αλληλεγγύη. Το κουράγιο που δίναμε ο ένας στον άλλον για να αντέξουμε.
Και θυμάμαι τη μέρα που βγήκαμε στον δρόμο, φωνάζοντας «Κάτω η χούντα», χωρίς φόβο πια.
Σήμερα, από εκείνους τους ανθρώπους, λίγοι έχουμε απομείνει.
Αλλά δεν ξεχνάμε.
Τα γράφω αυτά στη μνήμη όσων έφυγαν και για όσους στάθηκαν δίπλα μας στα δύσκολα.
Όσο ζω, θα θυμίζω:
Ποτέ ξανά χούντα.
Πάντα ειρήνη και δημοκρατία.
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.