«Μας έμαθε Ο ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΛΒΑΤΣΗΣ πως το κύρος, η εκτίμηση και η αποδοχή κερδίζονται μέσα από τη συλλογική δράση»
Εκ μέρους του ΣΦΕΑ (Σύλλογος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων 1967-1974), ο Νίκος Τριανταφύλλου, μέλος του ΔΣ, μιλώντας στην τελετή αποχαιρετισμού για τον σ. Σπύρο Χαλβατζή, σημείωσε ότι τα μέλη του Συλλόγου «με σεβασμό και θλίψη από αυτόν τον ιστορικό χώρο αποχαιρετάμε έναν αγαπημένο συναγωνιστή και σύντροφο, που συναντηθήκαμε στον αντιδικτατορικό αγώνα, στις φυλακές και τις εξορίες, στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, μοιραστήκαμε μαζί του πόνο, λύπες, επιτυχίες και χαρές».
Επεσήμανε πως ο Σπύρος ως μέλος του ΔΣ του ΣΦΕΑ, πρόεδρος και αντιπρόεδρος, άφησε παρακαταθήκη τη συλλογική λειτουργία του φορέα, κάτι που ήταν αποτέλεσμα του κύρους και της εμπειρίας του, του χαρακτήρα του και της εν γένει αντίληψής του για τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων. Σημείωσε ακόμα ότι ο Σπύρος έχαιρε της εκτίμησης του συνόλου των αντιδικτατορικών αγωνιστών.
Αναφέρθηκε ακόμα στην προσφώνησή του από τους εργαζόμενους ως «ο Σπύρος μας», δείγμα της αποδοχής της λαϊκότητάς του, της σεμνότητάς του, της κοινωνικότητάς του, της βαθιάς κοινωνικής καλλιέργειας που διέθετε.
Υπογράμμισε δε πως «ο Σπύρος ήταν απαλλαγμένος από εγωιστικά συμπλέγματα και αστικούς καθωσπρεπισμούς, αφουγκραζόταν τις μάζες και άκουγε με προσοχή τις απόψεις των συνομιλητών του».
«Τον λόγιζαν για δικό τους άνθρωπο», τόνισε, υπολογίζοντας «ότι θα ήταν πάντα εκεί – και ήταν πάντα εκεί». Αναφέρθηκε επίσης στα χαρακτηριστικά του, τονίζοντας πως «είχε τη στόφα του λαϊκού αγωνιστή».
Στάθηκε ακόμα στις περιοδείες του Σπύρου Χαλβατζή τα τελευταία χρόνια σε σχολές, στις εκδηλώσεις Φοιτητικών Συλλόγων και της ΚΝΕ όπου ήταν ομιλητής, σημειώνοντας πως γινόταν αποδεκτός με ενθουσιασμό από τους φοιτητές, παρά τη διαφορά ηλικίας, αλλά και στο πώς στα ερωτήματα για τα βασανιστήρια και τα προσωπικά του βιώματα «απέφευγε τις βαρύγδουπες εκφράσεις, τους μιλούσε για τη στέρηση της ελευθερίας, για τον εγκλεισμό, εστίαζε πάντα στην πολιτική ανάλυση των καταστάσεων και όχι στο προσωπικό του βίωμα». Ενώ αφηγήθηκε και ιστορίες από τη χούντα που καταμαρτυρούσαν αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά του, την απλότητα και λαϊκότητα.
Αναφέρθηκε επίσης και σε άλλες, από τη μεταπολίτευση, τονίζοντας το πώς οι τότε ΚΝίτες, ακόμα και εκείνοι που αποστασιοποιήθηκαν με τα χρόνια, τον αποκαλούσαν «ο Γραμματέας μου», φέρνοντας το παράδειγμα ενός ΚΝίτη των μαθητικών χρόνων και νυν οργανοπαίχτη, που βλέποντάς τον μετά από χρόνια σταμάτησε και έπαιξε τον Υμνο της ΚΝΕ.
Κλείνοντας αναφέρθηκε και σε όσους τον αποχαιρετούν με διάφορες δικές τους εκτιμήσεις, σημειώνοντας ότι ως σύντροφος, φίλος και συνεργάτης του επί χρόνια «οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον σύντροφο και στέλεχος του ΚΚΕ Σπύρο Χαλβατζή, που με το παράδειγμά του με έμαθε – μας έμαθε – εκτός των άλλων πολλών πως το κύρος, η εκτίμηση και η αποδοχή δεν κατακτώνται διά της προσωπικής προβολής, αλλά μέσα από τη συλλογική δράση στα πλαίσια των συλλογικών επεξεργασμένων πολιτικών του Κόμματος». Και αποχαιρέτησε τον Σπύρο με τον στίχο του Ρίτσου: «Να λείπεις, δεν είναι τίποτα να λείπεις, αν έχεις λείψει για όσα πρέπει θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα που γι’ αυτά έχεις λείψει».
Ένας αποχαιρετισμός από καρδιάς
Τους γιατρούς και νοσηλευτές στα νοσοκομεία που νοσηλεύτηκε ο πατέρας του, όλους όσους υπερέβαλαν εαυτό φροντίζοντας τον ευχαρίστησε εισαγωγικά στον δικό του αποχαιρετισμό ο γιος του Σπ. Χαλβατζή, Αλέκος.
Αναφέρθηκε στους χιλιάδες ανθρώπους που εκτίμησαν ειλικρινά τον πατέρα του και εκείνους που τον αγάπησαν πραγματικά, στα όσα γράφονται για την ανθρωπιά και τη λαϊκότητα του όπως την εννοεί ο καθένας, επισημαίνοντας πως υπάρχει ο κίνδυνος μιας μυθοποίησης που τελικά προσδίδει έστω ακούσια μεταφυσικές διαστάσεις, αποσπά τον άνθρωπο απ’ το ανθρώπινο όπως σημείωσε. Ενώ αναφέρθηκε στο πώς όλοι μέχρι και πρόσφατα χαίρονταν που συναντούσαν τον Σπύρο που πάντα τους έλεγε «αντέχουμε, θα τα καταφέρουμε», έδινε στήριξη.
Μίλησε ακόμη για τις δυσκολίες με τις οποίες μεγάλωσε ο πατέρας του, τη φτώχεια, τις εξορίες και το κυνηγητό, όλα αυτά που διαμόρφωσαν μια γενιά, για τα όσα ήταν αναγκαία και τους επέτρεψαν να περάσουν από φωτιά και σίδερο χωρίς να υποταχτούν, αλλά με μεγάλο κόστος όπως είπε, σε πολλά επίπεδα, σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως πολλές φορές με τα παραπάνω βιώματα διαμορφώθηκε η πεποίθηση πως δεν πρέπει να φανερώνεται οτιδήποτε μπορεί να εκλάβει ο αντίπαλος ως αδυναμία.
Μίλησε ακόμη για το πώς μεγάλωσαν εκείνος και ο αδερφός του σε μια οικογένεια κομμουνιστών, για το κλίμα ευθύνης, επαγρύπνησης και περιφρούρησης, για τα όσα έμαθε από παιδί, σημειώνοντας πως «τόσο εγώ όσο αδερφός είμαστε χαρούμενοι για την οικογένειά μας».
Με αφορμή και την πρόσφατη έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, σημείωσε πως οι ιστορίες του πατέρα του του έμαθαν τι σημαίνει λαϊκός αγωνιστής επαναστάτης, κομμάτι από τη σάρκα του λαού αναπόσπαστο και αναφέρθηκε στο πώς μεγάλωσαν με αυτές και απ’ αυτές έμαθαν τι σημαίνει αλληλεγγύη και νοιάξιμο, ατομικό και συλλογικό καλό, με αναμνήσεις από στιγμές τρυφερές, ευχάριστες, αστείες ή αμείλικτα σκληρές και απάνθρωπες που λέγονταν με τρόπο όχι διδακτικό αλλά χιουμοριστικό, γλαφυρό, αυτοσαρκαστικό και σκωπτικό. Και αναφέρθηκε στη συστολή του πατέρα του να αποτυπώσει τις ιστορίες αυτές στο χαρτί, από έγνοια μήπως το πρώτο πρόσωπο φανεί ως περιαυτολογία, και από το βάρος της ευθύνης για το ότι αυτές θα αποτυπώνονταν δημόσια, στον πλούτο παραπέρα ιστοριών που υπάρχει.
Ενώ έκλεισε την ομιλία του με ένα ξεχωριστό τρόπο με ένα ηχητικό με τον ίδιο τον Σπύρο στην τελευταία του επίσκεψη στην Κοζάνη μαζί με την οικογένειά του να τραγουδάει το αγαπημένο αποκριάτικο τραγούδι του «Μ’ έστειλαν να πάω στου μύλου με τη θεία μου την Κοντύλω».
ΠΗΓΗ: 902 FM
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.