«Περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση – Βιώσιμη ανάπτυξη οικισμών – Ρυθμίσεις δασικής νομοθεσίας»
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σήμερα καλούμεθα να συζητήσουμε το σχέδιο νόμου για την δασική νομοθεσία, την περιβαλλοντική αναβάθμιση και την ιδιωτική πολεοδόμηση, τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς καθώς και για την ανάπτυξη μικρών και παλιών εγκαταλελειμμένων οικισμών.
Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που αποτελεί μέρος της προσπάθειας του Υπουργείου για την οργάνωση του χώρου με στόχο την διαμόρφωση ενός σύγχρονου πλαισίου και την δημιουργία εθνικής πολιτικής για την γη, μιας πολιτικής με κοινωνική και αναπτυξιακή διάσταση.
Υπάρχουν ρυθμίσεις για την τακτοποίηση των προβλημάτων των οικοδομικών συνεταιρισμών που βρίσκονται σε δάση και δασικές εκτάσεις και όσων δεν μπόρεσαν να πολεοδομηθούν, για παράδειγμα, δεν προχώρησε το π.δ. έγκρισης μιας πολεοδομικής μελέτης εξαιτίας πολεοδομικών ή περιβαλλοντικών ζητημάτων, αλλαγών στην γεωμορφολογία του χώρου, ή λόγω ρυθμίσεων ή άλλων προβλημάτων σε σχέση με δασικές εκτάσεις, με την αρχαιολογία κ.λπ..
Επίσης, υπάρχουν ρυθμίσεις για την τόνωση και αναβίωση των μικρών, παραδοσιακών, εγκαταλελειμμένων οικισμών που φθίνουν με τον χρόνο.
Έχουμε ρυθμίσεις για την νομιμοποίηση οικισμών που προ του 1923 ή που είχαν κτισθεί και με ευθύνη της διοίκησης και στις περιοχές που κτίσθηκαν προέκυψαν διάφορα θέματα στην συνέχεια και κρατούσαν σε ομηρεία χιλιάδες συμπολίτες μας. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Αγίου Στεφάνου Αττικής που ενώ είχε κατασκευαστεί με σύννομο τρόπο, δηλαδή με άδειες που δεν ακυρώθηκαν ποτέ, σήμερα έχει τα προβλήματα και αδιέξοδα που όλοι γνωρίζουμε.
Εισάγονται επίσης ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση στρεβλώσεων και εν γένει προβλημάτων που έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα της διάσπαρτης δασικής νομοθεσίας και ασυμβατότητας πολλές φορές με την πολεοδομική και τουριστική νομοθεσία, είτε είναι θέματα που έχουν να κάνουν με χρήσεις γης είτε με χαρακτηρισμούς αναδασωτέων δασικών εκτάσεων.
Το μέγεθος και η σημασία της παρέμβασης που συνολικά επιχειρείται είναι πραγματικά πολύ μεγάλη, διότι έχουμε υποχρέωση όλα τα χρόνια εκκρεμή ζητήματα να τα προσεγγίζουμε με την απαιτούμενη προσοχή, διότι εμπλέκονται ευαίσθητα θέματα όπως η προστασία των δασών και του φυσικού τους πλούτου, αλλά με γνώμονα τις αρχές της χρηστής διοίκησης, του δημόσιου συμφέροντος, αλλά και του σεβασμού της ιδιωτικής περιουσίας και να λαμβάνουμε υπόψη την πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί και να δίνουμε λύσεις.
Γι’ αυτό λοιπόν, θα επιθυμούσα σήμερα να μην επαναληφθούν οι συνήθεις καταγγελίες και επιχειρηματολογίες της Αντιπολίτευσης, χωρίς καμία ουσιαστική εναλλακτική πρόταση για τη βελτίωση και τις αλλαγές του συγκεκριμένου νομοθετήματος.
Θα μπορούσαμε πραγματικά να κάνουμε μια συζήτηση επί συγκεκριμένων θεμάτων και να δούμε τις βέλτιστες λύσεις.
Από τη δική μας πλευρά, θα επιχειρήσουμε σε όλη τη συζήτηση μέχρι την Ολομέλεια, να αναδείξουμε και τα θετικά και να επισημάνουμε τα σημεία που πρέπει να βελτιωθούν ή να διορθωθούν για να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Θέλω, καταρχήν, να επισημάνω τα προβλήματα των οικοδομικών συνεταιρισμών, χιλιάδες μέλη των οποίων αγόρασαν ορισμένα μερίδια ως μέσο αποταμίευσης σε κάποια άλλη εποχή και με την πάροδο του χρόνου αυτές οι εκτάσεις δεν αξιοποιήθηκαν διότι προσέκρουσαν σε διάφορα κωλύματα δασικής/περιβαλλοντικής/πολεοδομικήςνομοθεσίας ή σε διάφορα άλλα διαδικαστικά, όπως αρχαιολογική υπηρεσία κ.ο.κ.
Έχουμε τους μικρούς και φθίνοντες οικισμούς, για τους οποίους πρέπει να ληφθούν αναζωογονητικά μέτρα, πρακτικά και συγκεκριμένα.
Όλα αυτά πρέπει να τα εξετάσουμε υπό το πρίσμα μια νέας κοινωνικής αλλαγής που συντελείται στη χώρα μας. Ως αποτέλεσμα της κρίσης, είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια έντονη στροφή ενδιαφέροντος στην Περιφέρεια και κυρίως στον πρωτογενή τομέα.
Μέχρι να γίνει όμως πράξη αυτό, πρέπει να λυθούν πολλά προβλήματα και οι διατάξεις αυτού του νομοθετήματος πρέπει να στοχεύσουν στην επίλυση τέτοιων ζητημάτων. Όπως είναι λόγου χάρη η ανάγκη οργάνωσης χωροταξικά και πολεοδομικά του χώρου της Περιφέρειας με σαφείς και συγκεκριμένους όρους και προδιαγραφές, ώστε να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες προϋποθέσεις αναθέρμανσης της υπαίθρου, να διασφαλίσουμε τις προοπτικές για μια περιφερειακή ανάπτυξη που θα βασίζεται στις αρχές της αειφορίας και να δώσουμε ώθηση στην πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή αγροτικών και δασικών προϊόντων.
Έτσι θα διευκολύνουμε και θα παρέχουμε νέες δυνατότητες όσον αφορά την ενασχόληση με δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα όπως η κτηνοτροφία, ο αγροτουρισμός, διάφορες καλλιέργειες, ίδρυση δασικών φυτωρίων, κλπ.
Αναφορικά τώρα με το Κεφάλαιο Α’ και τις ρυθμίσεις για την ιδιωτική πολεοδόμηση, τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς και τις δυνατότητες δημιουργίας νέων οικισμών μέσα από ανταλλαγή γης, θεωρώ ότι οι λύσεις θα πρέπει να προωθούν ένα μοντέλο ήπιας οικιστικής ανάπτυξης και ελεγχόμενης ρύθμισης του χώρου με περιβαλλοντικά και συγκεκριμένα πολεοδομικά χαρακτηριστικά.
Ως επί το πλείστον οι ρυθμίσεις του κεφαλαίου του νομοσχεδίου κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Θεσπίζονται τα πλαίσια δημιουργίας περιοχών περιβαλλοντικής αναβάθμισης, αδειοδότησης και ανάπτυξης της ιδιωτικής πολεοδόμησης. Οι σχετικές ρυθμίσεις καθορίζουν τους αναγκαίους πολεοδομικούς και χωροταξικούς όρους με διαδικασίες και προϋποθέσεις που εξυπηρετούν με οργανωμένο τρόπο τις ανάγκες της οικιστικής ανάπτυξης, που για πολλά χρόνια αντιμετωπίζει τα προβλήματα που όλοι γνωρίζουμε ιδιαιτέρως σε σχέση με τη δασική νομοθεσία.
Έτσι λοιπόν το γνωστό εδώ και δεκαετίες πρόβλημα, επιχειρείται να επιλυθεί με την απαραίτητη βούληση εκ μέρους της δημόσιας διοίκησης, βούλησης που δεν υπήρχε στο παρελθόν.
Είναι γνωστό ότι περίπου εξακόσιες χιλιάδες ιδιοκτήτες μεριδίων εδώ και δεκαετίες δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τις εκτάσεις τους. Υπάρχουν πεντακόσιοι πενήντα οικοδομικοί συνεταιρισμοί εκ των οποίων διακόσιοι είκοσι στην Αττική και τα περισσότερα προβλήματα έχουν να κάνουν με δημόσιες υπηρεσίες είτε δασικές είτε αρχαιολογικές είτε με τις κατά τόπους πολεοδομίες.
Το νομοσχέδιο επιχειρεί να δώσει αυτές τις λύσεις και ιδιαιτέρως στους έχοντες ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό καθεστώς που διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες: οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί προ του 1975 και εκείνοι μετά το 1975, εφόσον διατηρούν τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας. Έτσι γίνεται αυτός ο διαχωρισμός και προβλέπονται οι επί μέρους διαδικασίες αξιοποίησης για την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Αναλυτικότερα θα τα εξετάσουμε και στη συζήτηση επί των άρθρων.
Εκείνο που θα ήθελα να σας ρωτήσω κ. Υπουργέ, είναι εάν υπάρχουν στοιχεία για τους πεντακόσιους πενήντα οικοδομικούς συνεταιρισμούς και για το ποια είναι η έκταση στην οποία αναφερόμαστε.
Θα ήθελα να πω, ότι ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεται η λύση του προβλήματος για τους συνεταιρισμούς μετά το 1975, δίνει διεξόδους και δυνατότητες για να έχουμε μια πολύπλευρη θετική εξέλιξη σε ζητήματα που αφορούν και κοινωνικά προβλήματα και αναπτυξιακές ανάγκες, που ούτως ή άλλως υπάρχουν.
Είναι θετικό ότι επιδιώκεται η μείωση της εκτός σχεδίου δόμησης διά της παροχής δυνατότητας μικρής οικιστικής ανάπτυξης δεδομένου ότι προβλέπεται μικρός συντελεστής δόμησης και ταυτόχρονη δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου με εκτάσεις που θα δασώνονται και θα αναβαθμίζονται και θα προστατεύονται αποδιδόμενες στο δημόσιο με κοινόχρηστη και κοινωφελή χρήση.
Υπάρχουν κάποιοι προβληματισμοί που θα θέλαμε να δούμε και στη συνέχεια της συζήτησης, με τον πρώτο να αφορά το γρήγορο της διαδικασίας των ανταλλαγών πολεοδόμησης και ταχείας οικιστικής επέκτασης. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι αυτή η διαδικασία δεν θα υποβαθμίσει την όλη προσπάθεια και δεν θα λειτουργήσει εις βάρος της προστασίας του φυσικού πλούτου και του γενικότερου συμφέροντος.
Επίσης, ένα σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, υλοποιείται και μέσα από την ηλεκτρονική Τράπεζα Γης, ακόμη όμως δεν έχει ολοκληρωθεί αυτή η προσπάθεια.
Θετική η πρόβλεψη για την έκδοση ΠΔ σε πολλές περιπτώσεις μελετών και αδειών, που συμπεριλαμβάνει και τον απαιτούμενο έλεγχο από το ΣτΕ, αρκεί βεβαίως να υπάρξει και μια πρόβλεψη να μην υπάρξουν καθυστερήσεις στις επιμέρους εγκρίσεις που χρειάζονται.
Στο Κεφάλαιο Β’ προβλέπονται οι διατάξεις χωροταξικού και πολεοδομικού χαρακτήρα με σκοπό την άρση δυσερμηνειών που προέκυψαν στη διοίκηση, την κάλυψη νομοθετικών κενών και τη βελτίωση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Δεν θα αναφερθώ εκτενώς σε αυτό το κεφάλαιο σήμερα, απλώς θα επισημάνω τη λύση που επιχειρείται να δοθεί για τους οικισμούς προ του 1923 που αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα που γνωρίζουμε και σημείωσα και προηγουμένως.
Στο Κεφάλαιο Γ’ έχουμε τις ρυθμίσεις που αφορούν τη δασική νομοθεσία, τις επιτρεπτές χρήσεις και επεμβάσεις στα δάση και τις δασικές εκτάσεις.
Εδώ γίνεται μεγάλη συζήτηση διότι το δάσος χωρίς καμία αμφιβολία είναι περιβαλλοντικό και κοινωνικό αγαθό το οποίο προστατεύεται από το Σύνταγμά μας.
Δυστυχώς όμως είναι και ένα πεδίο χρόνιων αντινομιών και προστριβών μεταξύ πολιτών και κράτους είτε ως προς τις επιτρεπόμενες χρήσεις είτε ως προς τα δικαιώματα επέμβασης. Έχουμε και τις δύο όψεις του νομίσματος στο πρόβλημα αυτό: τα δάση που είτε δεν προστατεύθηκαν είτε καταπατήθηκαν και από την άλλη πλευρά τις ερμηνείες των νόμων περί χαρακτηρισμού δασικής περιοχής και έκτασης που αποτέλεσε μεγάλο πρόβλημα για αρκετούς συμπολίτες, ώστε να αξιοποιήσουν τις περιουσίες τους. Εδώ λοιπόν θα πρέπει να λυθεί.
Υπάρχουν και άλλα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν όπως το Εθνικό Κτηματολόγιο και οι δασικοί χάρτες – η μη ανάρτηση δασικών χαρτών στις περιπτώσεις που έχουν εκπονηθεί δηλαδή. Βεβαίως θα πρέπει να υπάρξει και ο αντίστοιχος συντονισμός μεταξύ αρμόδιων υπηρεσιών, του Δασαρχείου, της Πολεοδομίας, κ.ά. ώστε να ξεπερνιούνται τα προβλήματα.
Υπάρχει ένα θέμα εδώ κ. Υπουργέ και είναι μια παρέμβαση που προσπαθεί μεν να λύσει ζητήματα, αλλά δεν είναι ολοκληρωμένη, αφού δεν έχουμε τους ορισμούς που αντικειμενικά θα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την όποια ασάφεια και υποκειμενικότητα και θα δώσουν τη δυνατότητα στον ίδιο τον πολίτη να αποκαταστήσει μια σχέση εμπιστοσύνης στις συναλλαγές του με το Δημόσιο.
Θα ήθελα λοιπόν ορισμένες διευκρινήσεις και απαντήσεις και μια ολοκληρωμένη ενημέρωση επ’ αυτού του ζητήματος.
Επίσης, όλη αυτή η προσπάθεια που προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη την νομοθεσία και να την προσαρμόσει είτε στην ορολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε στις συνταγματικές επιταγές είτε και σε αποφάσεις δικαστηρίων. Θα πρέπει παράλληλα να παρέχει τη δυνατότητα άσκησης ήπιων δραστηριοτήτων, κυρίως στη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, αλλά και επεμβάσεις για την εξυπηρέτηση των αναγκών εκτέλεσης έργων δημοσίου συμφέροντος και σκοπού.
Όλα αυτά θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο που αφού το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα για τις περισσότερες από τις επεμβάσεις που προβλέπονται στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, να γίνει η επικαιροποίηση τους με βάση της αρχής της αειφορίας και βεβαίως να προσδιοριστούν οι σκοποί τους οποίους θα εξυπηρετούνται από αυτές τις επεμβάσεις.
Οι νέες επεμβάσεις που προβλέπονται είναι λίγες και συγκεκριμένες. Όπως, π.χ., η δημιουργία μόνιμων κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων προκειμένου να βελτιωθεί η πρωτογενής κτηνοτροφική παραγωγή και να προσαρμοστεί η ελληνική νομοθεσία προς τις κοινοτικές οδηγίες. Εδώ όμως πρέπει να δούμε σε όλες αυτές τις επεμβάσεις ότι χρειάζεται μια καλύτερη εξειδίκευση κύριε Υπουργέ, για τους όρους με τους οποίους θα κατασκευάζονται οι αντίστοιχες υποδομές, π.χ., όγκος, ύψος, μέγεθος, στις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις για παράδειγμα που ανέφερα πριν.
Βεβαίως υπάρχουν και αντιδράσεις και αναφορές και καταγγελίες ότι επιχειρείται ένα οργανωμένο σχέδιο που εξυπηρετεί ιδιώτες και διάφορα επενδυτικά συμφέροντα σε βάρος του περιβάλλοντος.
Πέραν όμως από την έλλειψη προτάσεων, εγώ θα ήθελα να πω από την πλευρά μου ότι η πολιτεία οφείλει σε μια οικονομία με τα παγκοσμιοποιημένα χαρακτηριστικά και στο πλαίσιο της συγκυρίας που υπάρχει για τη χώρα μας, με τις ανάγκες να αυξάνονται και τις εξελίξεις να τρέχουν, να κάνει τον συγκερασμό μεταξύ της οπωσδήποτε διασφάλισης της δασικής προστασίας, και της εξυπηρέτησης των αναγκών που δημιουργούν επεμβάσεις με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Καθώς και επεμβάσεις άσκησης συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων υπό το αναγκαίο πλαίσιο ελέγχου.
Για να μην πάμε στο άλλο άκρο, δεν νομίζω όλη η χώρα να χαρακτηριστεί σαν μια δασική έκταση και να μην επιτρέπουμε επεμβάσεις βέβαια με κανόνες και όρους που να διασφαλίζουν, όπως είπα πριν ότι αυτό που αναπτύσσεται, αναπτύσσεται σωστά, διαχειρίζεται σωστά υπό συγκεκριμένο πλαίσιο ελέγχου.
Και νομίζω ότι αυτός θα πρέπει να είναι ο στόχος μας σε αυτό το νομοθέτημα, όπου υπάρχουν θετικά στοιχεία στις διατάξεις για την εφαρμογή της έννοιας του περιβαλλοντικού ισοζυγίου στις δασικές επεμβάσεις, την αυστηροποίηση ποινών για παράνομες επεμβάσεις ή εισαγωγή ρυθμίσεων για την απαγόρευση οικοδόμησης και την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων σε αναδασωτέες και δασικές εν γένει εκτάσεις.
Υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα, θα τα δούμε στη συνέχεια των συνεδριάσεων για αλλαγές τροποποίησης και διευκρινίσεις, μερικά από τα οποία ανέφερα και σήμερα. Θεωρούμε ότι συνολικά η προσπάθεια αυτή του Υπουργείου έρχεται να επιλύσει χρόνια προβλήματα, να βάλει μια τάξη και να οργανώσει χωροταξικά και πολεοδομικά τις νέες ανάγκες για οικιστική ανάπτυξη, σύμφωνα πάντα με τις συνταγματικές επιταγές για την προστασία του περιβάλλοντος και της ιδιωτικής περιουσίας.
Μπορεί το νομοσχέδιο υπό προϋποθέσεις να έχει θετικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και για την απασχόληση και για την αγορά εργασίας, όπως επίσης και θετικές περιβαλλοντικές επιδράσεις και κυρίως να συμβάλει καθοριστικά στην αποκατάσταση των σχέσεων του κράτους δικαίου με τους πολίτες μέσα από την επίλυση προβλημάτων χιλιάδων συμπολιτών μας που έχουν να κάνουν με περιουσιακά δικαιώματα και δικαιώματα κυριότητας γης.
Συμφωνούμε λοιπόν με τους σκοπούς και τις προθέσεις του σχεδίου, ψηφίζουμε επί της αρχής και νομίζω ότι μπορούμε να πετύχουμε σε αυτά τα ζητήματα ένα minimum συναίνεσης μέσα από ένα εποικοδομητικό διάλογο στη συνέχεια, υπέρ συγκεκριμένων κοινωνικών και αναπτυξιακών προβλημάτων.