ΜΦΙΠΟΛΗ
Μεγαλύτερης ωραιότητας κι από ό,τι τα πανέμορφα μπούστα τους μαρτυρούσαν, οι Καρυάτιδες στον τάφο της Αμφίπολης παρουσιάσθηκαν χθες με όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, καθώς αποκαλύφθηκαν μέχρι τα πέλματα και τους κοθόρνους – τα υποδήματα που φορούσαν.
Ιχνη χρωμάτων, κόκκινου, κίτρινου και μπλε κάνουν ακόμα πιο εντυπωσιακή τη θωριά τους. Τα πτυχωτά τους ενδύματα, που τους προσδίδουν κομψότητα και χάρη, ολοκληρώνουν την εικόνα.
Μαζί με αυτήν την αποκάλυψη, το υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε και τον εντοπισμό τέταρτης θύρας, στον τέταρτο διαφραγματικό τοίχο, που ασφαλώς οδηγεί σε επόμενο θάλαμο. Η πρώτη θύρα στον εξωτερικό τοίχο έχει ως κόσμημα τις Σφίγγες, η δεύτερη στον δεύτερο διαφραγματικό έχει τις Καρυάτιδες, η τρίτη δεν έχει ακόμα διερευνηθεί και είναι στον τρίτο τοίχο και η τέταρτη μόλις αποκαλύφθηκε με γεωτρήσεις. Ενδέχεται να οδηγεί σε μικρή υπόγεια κατασκευή ή σε κόγχη, όπου και ίσως ήταν θαμμένος ο νεκρός. Επιβεβαιώνονται έτσι οι υποψίες που είχαν οι αρχαιολόγοι εδώ και πολλές μέρες, και τις οποίες είχε αναφέρει το «Εθνος», για την ύπαρξη τέταρτου θαλάμου.
Με την αφαίρεση τριών σειρών από τους πωρόλιθους του τοίχου σφράγισης, μπροστά από τον δεύτερο διαφραγματικό τοίχο, αποκαλύφθηκαν ολόκληρες οι Καρυάτιδες, οι οποίες έχουν ύψος 2,27 μ., φορούν ποδήρη χιτώνα και μακρύ κροσσωτό ιμάτιο με πλούσιες πτυχώσεις. Φέρουν κοθόρνους, οι οποίοι είναι διακοσμημένοι με κόκκινο και κίτρινο χρώμα, ενώ τα ακροδάχτυλα των ποδιών τους έχουν αποδοθεί με εξαιρετική λεπτομέρεια.
Στέκονται επάνω σε μαρμάρινα βάθρα μήκους 1,33μ. και πλάτους 0,68μ., τα οποία έχουν αποκαλυφθεί, προς το παρόν, σε ύψος περίπου 0,30 μ. Η όψη των βάθρων είναι διαμορφωμένη με στέψεις και ορθοστάτες. Ακολουθούν δηλαδή τον τύπο της μαρμάρινης επένδυσης των τοίχων όλων των θαλάμων.
Η απόσταση μεταξύ των δύο βάθρων είναι 1,68μ., όσο και το θυραίο άνοιγμα του πρώτου διαφραγματικού τοίχου με τις Σφίγγες. Στην επιφάνεια του βάθρου της ανατολικής Καρυάτιδος διακρίνεται κόκκινο χρώμα. Επίσης, κατά την αφαίρεση της αμμώδους επίχωσης πλησίον των Καρυατίδων βρέθηκαν τμήματα των χεριών τους.
Αν προσθέσουμε το ύψος των Καρυατίδων και το ύψος των βάθρων επάνω στα οποία πατούν, θα διαπιστώσουμε ότι το σύνολο φτάνει περίπου τα 4,5μ. όσο και το ύψος του διαφραγματικού τοίχου. Σημειώνουμε ότι επάνω από τις Καρυάτιδες υπάρχει επιστύλιο, το οποίο ανεβάζει το ύψος του διαφραγματικού τοίχου κατά μερικά εκατοστά.
Οπως φάνηκε ήδη από την αποκάλυψη των μπούστων τους, τα αγάλματα, τα οποία στο πίσω μέρος τους δεν είναι ολόγλυφα και ελεύθερα, αλλά συμφυή με πεσσό, ανήκουν στο αρχαϊστικό στυλ, μια μίμηση του αρχαϊκού δηλαδή, που ξεκινά περίπου μαζί με την ελληνιστική εποχή και φτάνει έως και τα ρωμαϊκά χρόνια.
Κοιτάζοντας με προσοχή τα νέα ευρήματα, διαπιστώνουμε ότι οι χιτώνες των δύο αγαλμάτων έχουν ελαφρές διαφορές τόσο στις πτυχώσεις όσο και στις ταινίες στο στήθος. Δηλαδή, δεν είναι η μία ακριβές αντίγραφο της άλλης.
Η λεπτομέρεια με την οποία έχουν αποδοθεί τα δάχτυλα των πελμάτων, δείχνει καλλιτέχνη που γνώριζε καλά τη γλυπτική. Επίσης, τα αγάλματα έχουν μια ελαφριά υποτυπώδη κίνηση, καθώς φαίνεται να ανασηκώνουν τον χιτώνα από τη μία μεριά. Ο χιτώνας είναι ποδήρης, δηλαδή μέχρι τους αστραγάλους, κάτι συνηθισμένο στην κοινωνία της εποχής και τα παπούτσια τους είναι κόθορνοι.
Οι κόθορνοι είναι υποδήματα με πολύ χοντρή σόλα. Το άνετο και εύχρηστο υπόδημα των αρχαίων μπορούσε να φορεθεί «τοις ποσίν αμφοτέροις», καθώς το κάθε ζεύγος το αποτελούσαν δύο εντελώς όμοια υποδήματα και δεν αντιστοιχούσε κάποιο αποκλειστικά στο δεξί ή στο αριστερό πόδι. Το φορούσαν και γυναίκες και άνδρες. Ο Αισχύλος το μετέτρεψε ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο θέατρο. Με τις υπερβολικά ψηλές σόλες που έβαλε, οι ηθοποιοί κέρδιζαν ύψος και παρουσιάζονταν πιο ψηλοί από τους θεατές.
Οι ομοιότητες των Καρυατίδων της Αμφίπολης με τα γλυπτά της Αθήνας στο Ερέχθειο είναι αρκετές, υπάρχουν όμως και διαφορές.
Οι Καρυάτιδες της Αμφίπολης είναι εντός ταφικού μνημείου (τύμβος Καστά), ενώ οι Καρυάτιδες του Ερεχθείου ήταν σε περίοπτη θέση, ορατές από πολλά σημεία του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης. Και οι Αθηναίες Κόρες, όμως, φρουρούσαν κατά την παράδοση έναν τάφο, τον τάφο του μυθικού βασιλιά της Αθήνας, του Κέκροπα.
Πρόκειται για μορφές που παραπέμπουν στον τύπο της Κόρης, αγάλματα με ελαφρύ χαμόγελο, βοστρύχους, ενώτια και χειριδωτό χιτώνα. Οι βόστρυχοι παριστάνονται πλούσιοι, για να μη μένει ο λεπτός λαιμός σαν αδύνατο σημείο, το οποίο ήταν εύκολο να σπάσει, αλλά το κεφάλι να στηρίζεται και στην κόμμωση.
Στις μορφές των Καρυατίδων της Αμφίπολης σώζονται ίχνη κόκκινου και μπλε χρώματος, επειδή ήταν καταχωμένες και διατηρήθηκαν. Και οι Καρυάτιδες του Ερεχθείου ήταν επιφανειακά ζωγραφισμένες στην αρχαία εποχή, αλλά τα χρώματα χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Τόσο της Αμφίπολης όσο και του Ερεχθείου λειτουργούν ως κίονες. Κρατούν δηλαδή με τη μαρμάρινη κορμοστασιά τους το βάρος του υπερκείμενου επιστυλίου και βοηθούν να διατηρείται η στατικότητα της κατασκευής.
Οι Καρυάτιδες της Αμφίπολης είναι μεταγενέστερες των Καρυατίδων του Ερεχθείου, τουλάχιστον κατά 100 χρόνια. Ακολουθούν και οι δύο το στυλ της εποχής τους, που όμως είναι διαφορετικό. Του Ερεχθείου ανήκουν στον κλασικό ρυθμό, λιτό και μεγαλοπρεπή, της Αμφίπολης έχουν τα στοιχεία της ελληνιστικής περιόδου.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ
akotti@otenet.gr




