Συζητάμε σήμερα τον προϋπολογισμό του 2015 και πιστεύω ότι όλοι έχουμε την αίσθηση ότι αυτή η συζήτηση γίνεται σε συνθήκες καθοριστικές για το μέλλον της χώρας.
Γίνεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τη χώρα μας, όπου κατά τη δική μας άποψη βαίνει προς ολοκλήρωση ένα σχέδιο διάσωσης από μια άτακτη χρεοκοπία, το οποίο ξεκίνησε μόνο του το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 2010, στο οποίο στη συνέχεια και αφού πέρασαν την αντιμνημονιακή τους φάση, ενσωματώθηκαν και άλλες δυνάμεις, με τις οποίες και για το συγκεκριμένο στόχο και για ορισμένο χρόνο, είτε συγκυβερνήσαμε είτε συγκυβερνούμε.
Θεωρούμε ότι αυτή η διαπραγμάτευση που διεξάγεται αυτή την περίοδο συμπυκνώνει τις προσπάθειες αυτής της πενταετίας και πως τώρα θα κριθεί οριστικά κατά πόσο οι κόποι και οι θυσίες του ελληνικού λαού πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν τα επιτεύγματα της χώρας θα πιάσουν τόπο ή θα γυρίσουμε στο σημείο μηδέν, στην αφετηρία, ή ακόμα χειρότερα αν θα εμπλακούμε σε μια ατέρμονη κι επικίνδυνη περιδίνηση.
Εμείς αγαπητοί συνάδελφοι δεν είμαστε από εκείνους που σχίζουν μνημόνια κάθε μέρα, ούτε από αυτούς που ορισμένοι νεοφιλελεύθεροι τους κατηγορούν ότι τρόμαξαν τις αγορές και γι’ αυτό θέλουν να τιμωρήσουν παραδειγματικά την Ελλάδα.
Εμείς, έχουμε καταθέσει ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο ασφαλούς εξόδου από τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, το έχει παρουσιάσει αρκετές φορές ο πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Βενιζέλος. Την τελευταία φορά που το παρουσίασε ολοκληρωμένο ήταν στην συζήτηση για την ψήφο εμπιστοσύνης, τα λεγόμενα επτά σημεία.
Περιλαμβάνουν την τρέχουσα επιθεώρηση (review) –με τις δυσκολίες που αυτή εξελίσσεται- τα stress tests των τραπεζών, τα αποτελέσματα των οποίων είναι γνωστά, -άκουσα μάλιστα με χαρά να τα αποδέχεται και ο κ. Τσίπρας- την ολοκλήρωση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος το οποίο τελειώνει 31/12/2014, την διαμόρφωση της περιόδου μετά το Πρόγραμμα με βάση τις αποφάσεις του Συμβουλίου Κορυφής τον Δεκέμβριο του 2012, όπου προβλέπεται η γραμμή της πιστωτικής στήριξης με δύο εναλλακτικά σενάρια, το σχέδιο απεγκλωβισμού από το ΔΝΤ και τον ρόλο του στην Ελλάδα και άρα στην Ευρώπη, το εθνικό σχέδιο των διαρθρωτικών αλλαγών, τις αλλαγές δηλαδή που εμείς θέλουμε να κάνουμε και δεν είναι επιταγές κανενός άλλου, αλλά είναι απαραίτητες για να προχωρήσει μπροστά η ελληνική κοινωνία και φυσικά το σχέδιο της παραγωγικής και οικονομικής ανασυγκρότησης.
Διαπραγματευόμαστε με τους εταίρους μας με επιχειρήματα, με βάση τα επιτεύγματα που έχει πραγματοποιήσει η χώρα μας, είτε αυτά αφορούν την δημοσιονομική εξυγίανση, είτε αφορούν την έναρξη μιας περιόδου ανάπτυξης η οποία αποτυπώνεται δειλά στα απολογιστικά στοιχεία του 2014 που εκτιμούμε ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερη το 2015, είτε αφορούν τις διαρθρωτικές αλλαγές που απελευθερώνουν δημιουργικές δυνάμεις στην οικονομία και την κοινωνία.
Ελπίζουμε, και δουλεύουμε γι’ αυτό, ότι με σταθμό το Συμβούλιο Κορυφής στις 8 Δεκεμβρίου και με όποιες διαδικασίες συμφωνηθούν, με βάση και τις μέχρι τώρα αποφάσεις των οργάνων της Ε.Ε., αυτή η πορεία θα ολοκληρωθεί με επιτυχία. Χωρίς άλλες περικοπές μισθών και συντάξεων, χωρίς άλλα επαχθή μέτρα για τους πολίτες. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια ούτε δημοσιονομικά ούτε φορολογικά. Αυτό να είναι σαφές σε κάθε κατεύθυνση.
Τονίζουμε για μια ακόμη φορά και φυσικά προσδοκούμε ότι το μείζον ζήτημα πάνω στο οποίο κρίνεται η πορεία της χώρας και της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή της σταθερότητας και δεν εννοούμε μόνον την κυβερνητική σταθερότητα, εννοούμε την σταθερότητα στο εσωτερικό μέτωπο, θα το υπερβούμε χωρίς αναταράξεις που μπορεί να προκύψουν από μια διαδικασία επανειλημμένων εκλογών.
Για αυτό επιδιώκουμε, στηριζόμενοι στη συνείδηση ευθύνης των μελών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, να εκλεγεί από την παρούσα Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας και άρα να προχωρήσει η χώρα με πιο ενωμένες τις δυνάμεις στο εσωτερικό μέτωπο και συμβολικά και ουσιαστικά.
Διότι θεωρούμε ότι η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, είτε αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη, είτε αυτή που θα ακολουθήσει, για την επόμενη μέρα, έχει να κάνει με το πόσο είναι αρραγές το εσωτερικό μέτωπο, καθώς είναι φανερό ότι όταν υπάρχουν πολιτικές απόψεις που υπονομεύουν ή θέτουν εν αμφιβόλω την διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας και την ικανότητά της να προχωράει σε συμφωνίες με τους δανειστές και τους εταίρους μας, τότε αδυνατίζουν την ίδια τη διαπραγμάτευση και τις πιθανότητες της επιτυχούς ολοκλήρωσής της.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Πριν από πέντε χρόνια είχα μιλήσει απ’ αυτό εδώ το βήμα, ως Γενικός Εισηγητής της τότε πλειοψηφίας, για τα μεγάλα ελλείμματα που απειλούσαν με κατάρρευση και χρεοκοπία τη χώρα.
Μίλησα συγκεκριμένα για το έλλειμμα του προϋπολογισμού, δηλαδή ότι ξοδεύαμε περισσότερα από όσα εισπράτταμε, μίλησα για το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, δηλαδή ότι εισάγαμε περισσότερα από όσα εξάγαμε, και πως αυτά τα δίδυμα ελλείμματα οδήγησαν σταδιακά, από το 2004 μέχρι το 2009, στην εκτίναξη του δημοσίου χρέους και άρα αναγκαστήκαμε να ζούμε με δανεικά, που ως γνωστόν κάποτε τελειώνουν.
Στα πέντε χρόνια που πέρασαν η Ελλάδα έχει να παρουσιάσει σημαντικά αποτελέσματα. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε πού βρισκόμαστε το 2009 και πού βρισκόμαστε σήμερα.
Βρεθήκαμε το 2009 στην κορύφωση ενός έναν δημοσιονομικού εκτροχιασμού, ο οποίος οδήγησε στην αμφισβήτηση της ικανότητας της χώρας να δανείζεται για να καλύψει τα ελλείμματά της και χρειάστηκε τότε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Γιώργο Παπανδρέου να πάρει τότε δραματικές αποφάσεις, έξω από την ιδεολογία του και την ιστορία του, ώστε να δημιουργήσει ένα πλαίσιο –πρωτόγνωρο για την Ευρώπη- μέσα στο οποίο η χώρα μας θα μπορούσε και έπρεπε να αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία.
Θυμίζω ότι το 2009 το έλλειμμα ήταν 15,7% του ΑΕΠ ή περίπου 36 δισεκατομμύρια και το χρέος είχε διπλασιαστεί, κοντά στα 360 δισεκατομμύρια.
Είναι γνωστό αλλά θέλω να το επαναλάβω, ότι τη διετία 2010 – 2012 το διαρθρωτικό δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από το 19,1 του Α.Ε.Π. σε 8,3 του Α.Ε.Π. το 2011 και στο 2,6 το 2012, ενώ από το 2013 και μετά παρουσιάζει πλεόνασμα.
Βεβαίως, πρέπει να σημειώσουμε ότι τα 2/3 αυτής της διαρθρωτικής προσαρμογής, δηλαδή, η απόσταση που καλύψαμε, γύρω στα 27 δισ. από το 2009 μέχρι σήμερα, οφείλεται κατά 22/27 στις αποφάσεις που πήραμε μέχρι το 2012 και το υπόλοιπο αναλογεί στις αποφάσεις που πήραμε με την συγκυβέρνηση μετά το 2012.
Αυτή η πρωτοφανής δημοσιονομική προσαρμογή, που δεν έχει γίνει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ούτε σε χώρα του ΟΟΣΑ είναι σίγουρο και το γνωρίζουμε, ότι έγινε σε πολύ δύσκολες και πρωτοφανείς συνθήκες, όπου το πολιτικό κόστος το επωμίστηκε η παράταξή μας, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Εκτιμούμε ότι τα αποτελέσματα θα ήταν πιο καλά και πιο γρήγορα, χωρίς δηλαδή, τις τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις στο επίπεδο ζωής, στην ανεργία, και το οικονομικό κλίμα εάν είχαμε και τη στήριξη άλλων πολιτικών δυνάμεων, που επένδυαν τότε ή επενδύουν ακόμα στην αντιμνημονιακή ρητορεία.
Βέβαια σήμερα, σε σχέση με το 2010-2011, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει πρόοδος, διότι πολύ περισσότερες πολιτικές δυνάμεις έχουν συμμεριστεί την άποψη ότι όταν μία χώρα αντιμετωπίζει τόσο κρίσιμα και σοβαρά προβλήματα, χρειάζονται ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Παράλληλα είχαμε πολλαπλά ελλείμματα, ελλείμματα ανταγωνιστικότητας, διαφάνειας, αξιοπιστίας της χώρας και έτσι ταυτόχρονα με τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής πήραμε και άλλες αποφάσεις, που είχαν να κάνουν με την αντιμετώπιση αυτών των ελλειμμάτων προωθώντας σημαντικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.
Στόχος μας επίσης, ήταν να σταθεροποιήσουμε το τραπεζικό σύστημα, γιατί αυτό δεν αφορούσε τους τραπεζίτες, αλλά τις καταθέσεις του ελληνικού λαού και την ίδια την πορεία της ελληνικής οικονομίας, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ή να διατηρήσουμε τις συνθήκες μιας βιώσιμης ανάπτυξης.
Με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της 26ης και 27ης Οκτωβρίου του 2011 η χώρα διασφάλισε το δεύτερο πρόγραμμα που της έδωσε τη δυνατότητα στη συνέχεια να μειώσει το χρέος μέσω του PSI και σε συνδυασμό με την επαναγορά του χρέους, που έγινε μερικούς μήνες αργότερα, κατάφερε, αυτό που είναι πάλι πρωτοφανές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τη μείωση του χρέους κατά 126 δισεκατομμύρια.
Παράλληλα με αυτό το πρόγραμμα διασφαλίστηκαν και τα χρήματα για την ανακεφαλαιοποίηση, 50 δισεκατομμύρια, των ελληνικών τραπεζών χάρη στο οποίο οι τράπεζες διασώθηκαν και σήμερα μας περισσεύουν και 11 δισ., τα οποία θα δούμε ανάλογα με τις εξελίξεις πώς θα αξιοποιήσουμε, είτε θα είναι ένα μαξιλάρι για μελλοντικές ανάγκες, είτε θα πάνε για τη μείωση του χρέους.
Φυσικά, είναι γνωστό ότι όταν παίρνεις περιοριστικά μέτρα, έχεις επιπτώσεις στο κοινωνικό επίπεδο αλλά το κάνεις συνειδητά, για να αποφύγεις τα χειρότερα προκειμένου να φθάσεις σε μία άλλη περίοδο που θα μπορείς να εφαρμόσεις προοδευτικές πολιτικές, αν υλοποιηθεί το σχέδιο σου. Αν δεν υλοποιηθεί το σχέδιο σου, τότε τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα. Αυτό νομίζω, ότι είναι το διακύβευμα πάνω στο οποίο θα πρέπει να τοποθετείται κάθε Έλληνας πολίτης.
Εύκολες και επιτυχημένες συνταγές δεν υπάρχουν, ούτε θαύματα γίνονται.
Για παράδειγμα, θα μας απαντήσουν και ορισμένοι θεωρητικοί, ότι στις συνθήκες της κρίσης και με την ανάπτυξη να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι πάντα επιτυχημένες οι κενσιανές πολιτικές. Το παράδειγμα είναι πάρα πολύ πρόσφατο στην Ελλάδα. Όταν δηλαδή, την περίοδο 2007- 2009 οι δαπάνες «εκτροχιάστηκαν», αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η σπατάλη μετατράπηκε σε ανάπτυξη.
Άρα, για να πας σε πολιτικές ανατροπής της ύφεσης μέσω τόνωσης της ζήτησης, πρέπει να διασφαλίσεις και ορισμένες άλλες προϋποθέσεις που έχουν να κάνουν πρώτον, με την σταθεροποίηση και την αντιμετώπιση του χρέους και δεύτερον, το πολιτικό κλίμα.
Αν αυτά δεν υπάρχουν, τότε θα πηγαίνουν στον «πίθο των Δαναΐδων» οι κόποι και οι θυσίες του ελληνικού λαού και θα έρθει η ώρα που δεν θα υπάρχει περίπτωση να σε δανείσει κανένας, για να αντιμετωπίσεις τις δαπάνες και άρα, θα βρεθείς μπροστά στην χρεοκοπία.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εμείς ξέρουμε ότι η Ελλάδα βρέθηκε στη φάση της ύφεσης από το 2008 και μετά. Τότε, πίστευαν πολλοί ότι θωράκισαν την ελληνική οικονομία, ή δεν εκτιμούσαν το μέγεθος της κρίσης, που ερχόταν από την Αμερική και σιγά-σιγά πολλαπλασίαζε τα προβλήματα μας, γιατί είχαμε προβλήματα.
Γι’ αυτό, πρέπει να πούμε, ότι μέσα από τις προσπάθειες όλων αυτών των ετών βρισκόμαστε σήμερα σε μία φάση που ανετράπη η πορεία προς την ύφεση, σταθεροποιήθηκε η οικονομία και έχουμε τα πρώτα δείγματα της ανάπτυξης.
Αυτό σημαίνει, ότι εάν δημιουργήσεις όρους και προϋποθέσεις σταθερότητας στο οικονομικό σύστημα, υπάρχει περίπτωση από κει και πέρα να αντιμετωπίσεις και τα ζητήματα της ανάπτυξης. Μπορεί να γίνει πολλή εύκολη κριτική στις δημόσιες δαπάνες, που αφορούν στο αναπτυξιακό σκέλος του προϋπολογισμού, το ΕΣΠΑ και τις διάφορες επενδύσεις, αλλά πρέπει να έχουμε μία αίσθηση της πραγματικότητας, πώς αν δεν υπάρξουν ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα μας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το μεγάλο ζήτημα της ανεργίας.
Δεν θέλω να υποτιμήσω καθόλου τη συμβολή των δημοσίων δαπανών, αλλά πρέπει να έχουμε γνώση πως για μία ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος, πρέπει να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις και αυτό έχει να κάνει με το κλίμα.
Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι με τις δικές μας προσπάθειες, όπως τις περιέγραψα, η Ελλάδα εξασφάλισε από τους εταίρους της ένα χρηματοδοτικό πρόγραμμα, το οποίο μέσα από τη συνεχή διαπραγμάτευση και τη διόρθωσή του έχει οδηγήσει σήμερα στο να έχουμε χαμηλότερο επιτόκιο, από ότι δανείζονται οι εταίροι μας. Σχηματικά αν θέλετε, οι προϋπολογισμοί των εταίρων μας, των κρατών μελών που δανείζονται με υψηλότερο επιτόκιο, μπορεί να πει κανείς ότι ισχύουν την ελληνική οικονομία.
Εκτιμώ ότι αυτό το σχέδιο που ξεκίνησε να υλοποιείται το 2010 και όπως είπα νωρίτερα βρίσκεται στη φάση ολοκλήρωσής του και η διαπραγμάτευση είναι πάρα πολλή σκληρή και με επιχειρήματα, θα κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος αν υπήρχε εναλλακτική πρόταση, το λεγόμενο «Σχέδιο Β΄». Φαίνεται ότι δεν υπήρχε, ούτε υπάρχει.
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,
Οι βασικές παραδοχές του προϋπολογισμού, είναι ότι θα αυξηθεί το Α.Ε.Π. κατά 2,9% και ότι αυτή η αύξηση θα προέλθει κυρίως από την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης και την περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων και των εξαγωγών.
Είναι ουδέτερη αυτή η προσέγγιση από το τι γίνεται γύρω μας; Προφανώς, όχι, διότι είμαστε σε ένα περιβάλλον με πολλούς κινδύνους. Η Ελλάδα μοιάζει με μια νησίδα ειρήνης και ασφάλειας στη νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα στην Ε.Ε. έχουμε συνθήκες ύφεσης και παγκόσμια επικρατούν κανόνες αστάθειας.
Ελπίζουμε ότι θα πετύχουμε αυτό το στόχο και αυτό το στηρίζουμε στην πορεία της ελληνικής οικονομίας το χρόνο που μας πέρασε, όπου μετά τη δημοσιονομική ισορροπία, έχουν προβάλει τα πρώτα δειλά βήματα της ανάπτυξης.
Η παραδοχή του προϋπολογισμού είναι ότι τα ποσοστά της ανεργίας προσαρμόζονται, με σχετική υστέρηση βέβαια, στην πορεία της οικονομικής δραστηριότητας και έτσι εκτιμούμε ότι θα υπάρχει μια περαιτέρω μείωση.
Σε εθνικολογιστική βάση θα διαμορφωθεί σε 22,6% από 24,8% το 2014. Αυτό είναι αρκετές χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας –όχι όσες θα θέλαμε- είναι όμως κάτι που δεν μπορούμε να το υποτιμούμε. Σκεφτείτε, τι σημαίνει αυτό για μία οικογένεια που μπορεί να στείλει ένα παιδί να δουλέψει ή για τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων.
Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών-καταναλωτή, λόγω της εκτιμώμενης ανάπτυξης θα παρουσιάσει μια αύξηση κατά 0,3%.
Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 5,6 δις ή στο 3% του Α.Ε.Π., δηλαδή, σύμφωνα με το στόχο του μεσοπρόθεσμου προγράμματος. Αυτό θα γίνει χωρίς πρόσθετα φορολογικά μέτρα και επιβαρύνσεις, με δεδομένο ότι η αύξηση των εσόδων συνδέεται με την ανάπτυξη και τη βελτίωση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών.
Θέλω να σημειώσω, ότι σε αυτές τις εκτιμήσεις για το πρωτογενές πλεόνασμα, έχουν ενσωματωθεί οι αποφάσεις που πήραμε και νομοθετήσαμε, για τη μείωση 30% της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης, τη διατήρηση του Φ.Π.Α στην εστίαση και στα τρόφιμα στο 13% καθώς και η μείωση 30% του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Με βάση αυτά, το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται ισοσκελισμένο. Εκτιμάται, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, δημοσιονομικό έλλειμμα 0,2% του Α.Ε.Π. το 2015, από 1,3% το 2014 και 1,6% το 2013. Δηλαδή, ουσιαστικά μηδενικό.
Σε ότι αφορά στο χρέος, οι εκτιμήσεις είναι ότι θα διαμορφωθεί στα 317 δισεκατομμύρια ή 171% του Α.Ε.Π., μειωμένο κατά 6 και πλέον ποσοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π., έναντι του 2014. Οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 5,9 δις, μειωμένες κατά 200 εκατομμύρια σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο. Πρέπει να θυμίσουμε, ποσό ήταν δαπάνες για τόκους ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2009 και το 2010, και πόσο είναι σήμερα, για να εκτιμήσει κανείς την προσπάθεια που έγινε και τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν.
Ο προϋπολογισμός σε αριθμούς, έχει τακτικά έσοδα 50,8 δις, δηλαδή, 722 εκατομμύρια παραπάνω από πέρυσι, από τα οποία οι άμεσοι φόροι είναι 21,8 δις. Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε και θέλω να το ξαναπώ, ότι οι αυξήσεις στους άμεσους φόρους έχουν να κάνουν με την προσδοκώμενη ανάπτυξη και της περιουσίας έχουν να κάνουν με την είσπραξη των δύο δόσεων του ΕΝΦΙΑ του 2014 που θα πάει στο 2015. Οι έμμεσοι φόροι θα είναι 25,1 δις, αυξημένοι κατά 925 εκατομμύρια.
Σε ότι αφορά το ΠΔΕ, το οποίο για τους γνωστούς λόγους έχει ακολουθήσει μία πορεία φθίνουσα από το 2009 και μετά, στην παρούσα φάση θα διαμορφωθεί στα 4,7 δισ. €, κατά 950 εκατ. ευρώ παραπάνω. Θέλω να σημειώσω ότι σαν αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και των επιτυχιών της Ελληνικής Κυβέρνησης θα έχουμε επιστροφές ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ και πάνω, από τη μεταφορά των διαφορών από την διακράτηση των Ελληνικών Ομολόγων από το κεντρικό ευρωπαϊκό σύστημα.
Σε ότι αφορά τη μεγάλη ζήτηση για την υπερφορολόγηση, το έχω ξαναπεί, με βάση τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους τα έσοδα είναι λίγο κάτω, ως ποσοστά του Α.Ε.Π., από ότι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. και του Ο.Σ.Α..
Τη δεκαετία που πέρασε, τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του Α.Ε.Π., αυξάνονταν διαχρονικά. Αυτό γιατί έγινε; Γιατί είχαμε μια υπέρογκη αύξηση των φορολογικών εσόδων; Δεν έγινε μόνο γι’ αυτό, αλλά έγινε και γιατί παράλληλα είχαμε μια μείωση του Α.Ε.Π.. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτά τα φορολογικά έσοδα αντλούνται από τους συνεπείς και τους ειλικρινείς φορολογούμενους, που κατά κύριο λόγο είναι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Και άρα έχουμε πολύ δρόμο ακόμα να κάνουμε σε σχέση με την πάταξη της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας.
Γιατί το τονίζω αυτό; Διότι πάντα υπάρχει το ζήτημα των φορολογικών ελαφρύνσεων που συνδέεται τόσο με την επίτευξη των στόχων, όσο και με την αντιμετώπιση του ζητήματος του πλεονάσματος, διότι όταν θέτεις πολύ μεγάλους και υψηλούς στόχους για πλεόνασμα, τότε προφανώς δεν έχεις και τη δυνατότητα να κάνεις ελαφρύνσεις.
Κύριοι συνάδελφοι,
Έρχομαι τώρα στις δαπάνες. Οι δαπάνες είναι στο ύψος των 49 δισεκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή, είναι συγκρατημένες κατά 1 δις περίπου, όμως οι δαπάνες για μισθούς και συντάξεις είναι περίπου οι ίδιες, παρά το γεγονός ότι οι συνταξιούχοι του Δημοσίου μέσα στην πενταετία, για την οποία συζητάμε, αυξήθηκαν κατά 55 περίπου χιλιάδες.
Οι καταναλωτικές δαπάνες του Δημοσίου είναι κατά 390 εκατ. μειωμένες, ενώ οι μεταβιβάστηκες πληρωμές, δηλαδή η εισφορά του Προϋπολογισμού στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στα Νοσοκομεία, στους ΟΤΑ, και λοιπά, είναι περίπου 15 δις, στα περσινά ύψη, με προβλεπόμενο αποθεματικό 1 περίπου δισεκατομμύριο. Θέλω να διευκρινίσω πως η διαδικασία της επιχορήγησης των φορέων όπως αναπτύσσεται στον κοινωνικό προϋπολογισμό, από τη μια μεριά ακολουθεί την πολιτική του περιορισμού της σπατάλης, όπως γίνεται με τα φάρμακα, ενώ παράλληλα εγγυάται τη λειτουργία του Κοινωνικού-ασφαλιστικού Συστήματος και του Κοινωνικού Κράτους.
Μάλιστα, θα ήθελα να σημειώσω εδώ, απευθυνόμενος σε κάποιους συναδέλφους που ολοφύρονται σχεδόν καθημερινά στα ΜΜΕ, υποστηρίζοντας ότι η σύνταξη από 01/01/2015 θα είναι 360 €, ότι όσο υπάρχει η Ελλάδα που στέκεται στα πόδια της και μπορεί ο Προϋπολογισμός να ενισχύει τις συντάξεις με πάνω από 9 δισ. στα Ασφαλιστικά Ταμεία, τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει.
Ως γνωστόν, τα παραμετρικά στοιχεία που συγκροτούν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος δηλαδή όρια ηλικίας, χρόνος ασφάλισης, ποσοστά αναπλήρωσης είναι κατοχυρωμένα με το ν. 3863/2010 και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. τα υπερασπίζεται –εσχάτως τα υπερασπίζονται και άλλοι- και βεβαίως η υλοποίηση της μεταρρύθμισης που κάναμε το 2010 έχει να κάνει με την εφαρμογή και την ανάπτυξη του συστήματος σε βάθος χρόνου και εξαρτάται από τα ποσοστά της ανεργίας, αλλά, τούτην την ώρα που μιλάμε, οι συντάξεις των εργαζομένων, είτε αυτές είναι στο δημόσιο είτε είναι στο Ι.Κ.Α., όπως και των αυτοαπασχολούμενων και των αγροτών είναι εγγυημένες στο σημερινό επίπεδο, χάριν ακριβώς της δυνατότητας που έχει ο προϋπολογισμός να ενισχύει τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ως τάξη μεγέθους, να έχουμε υπόψη μας, ότι από τα έσοδα των οργανισμών που καλύπτει ο κοινωνικός προϋπολογισμός που είναι περίπου 33,7 δισ. €, οι μεταβιβάσεις είναι περίπου 12 δις ,άρα είναι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των εσόδων.
Για να έχουμε εικόνα και σε ότι αφορά στο κόστος των συντάξεων, πρέπει να ξέρουμε ότι είναι 23,2 δισεκατομμύρια από τα οποία 19,6 δις είναι για τις κύριες συντάξεις και 3,5 δις για τις επικουρικές.
Θέλω επίσης να σημειώσω ότι, σε ότι αφορά στον κοινωνικό προϋπολογισμό, υπάρχει μια σημαντική αύξηση της επιχορήγησης του ΟΑΕΔ κατά περίπου 500 εκατ. €, διότι θέλουμε εμπροσθοβαρείς πολιτικές για την καταπολέμηση της ανεργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΑΕΔ, χάρις και στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ, θα έχει πρόγραμμα 600 εκατομμυρίων ευρώ, για ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης. Γιατί είναι απαραίτητο μαζί με την ανάπτυξη, να παίρνει κανείς και πρωτοβουλίες για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της ανεργίας.
Απέναντι σ’ αυτό το σχέδιο προϋπολογισμού που συζητούμε, με τα δεδομένα, τους περιορισμούς και τις ανάγκες που υπακούει, όπως αναφέρθηκα, θα άξιζε πράγματι τον κόπο να μας καταθέσει η Αξιωματική Αντιπολίτευση ένα δικό της προσχέδιο. Να μας πει δηλαδή πως μπορεί να έχει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, όπως λέει, την ώρα που θα μειώσει κατά 20% τα φορολογικά έσοδα, θα καταργήσει το φόρο στα ακίνητα και ταυτόχρονα θα αυξήσει τις δαπάνες κατά μερικά δισεκατομμύρια. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί, ούτε ως άσκηση να υλοποιηθεί.
Κύριοι συνάδελφοι,
Η συζήτηση αυτών των ημερών επικεντρώνεται στη διαπραγμάτευση και στο χρέος. Είπα εισαγωγικά ότι, το χρέος προβλέπεται να είναι στα 316,9 δις ευρώ ή 171,4% του Α.Ε.Π., από 318 δις ευρώ πέρυσι. Οι δαπάνες των τόκων έχουν μειωθεί από 13,2 δις που ήταν 2010, σε 5,9 δις. Δηλαδή από 5,8% του Α.Ε.Π., σε 3,7% του Α.Ε.Π.. Αυτή είναι μια σημαντική επιτυχία, για τη χώρα μας, όπως επίσης και το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία της μείωσης του χρέους, μέσω του PSI, πετύχαμε το χρέος μας να είναι κατά 68% στο μηχανισμού στήριξης και μόνο κατά 20% στα ομόλογα.
Θα πρέπει επομένως να σκεφτούμε την αλλαγή του χαρακτήρα του χρέους μας, που το 2010 ήταν, κατά κύριο λόγο, σε ομόλογα, ενώ σήμερα ένα μικρό ποσοστό του χρέους μας είναι σε ομόλογα.
Βέβαια, οι αγορές δείχνουν μια επιθετικότητα, η οποία όμως δεν είναι μόνον επιθετικότητα εναντίον της χώρας μας, αλλά και κατά της Ευρωζώνης, διότι ελάχιστα μπορούν να επηρεάσουν το χρέος μας με δεδομένη τη σύνθεση του.
Επαναλαμβάνω λοιπόν, ότι αυτό έχει να κάνει με την επιτυχία του PSI και την επαναγορά. Στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, πετύχαμε και μείωση του επιτοκίου το οποίο είναι τώρα στο 2,1%, από 5% που ήταν, καθώς και μια επιμήκυνση του χρέους.
Κατά συνέπεια, τα παραμετρικά στοιχεία του χρέους για την Ελλάδα είναι πάρα πολύ θετικά και διαπραγματευόμαστε για να γίνουν ακόμη καλύτερα.
Μπορεί δηλαδή σήμερα κάποιος να πει ότι σε συνθήκες πραγματικής παρούσης αξίας, δηλαδή αν επαναγοράζαμε το χρέος, αυτό θα ήταν στο 60% του Α.Ε.Π.. Αυτό δεν το λέμε μόνον εμείς, το λένε και διεθνείς οίκοι.
Αλλά προσέξτε πόσο επικίνδυνο είναι να λέει κάποιος ότι το χρέος είναι μη βιώσιμο όταν σχεδιάζει να απεγκλωβίσει την Ελλάδα από τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις και άρα θα χρειαστεί να καλύψει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες, από πού; Από τις αγορές. Και ποια αγορά θα σε δανείσει, όταν ξέρει ότι αύριο δεν θα την πληρώσεις;
Η Αξιωματική Αντιπολίτευση μας παρουσίασε μια πρόταση για την αντιμετώπιση του χρέους, η οποία λέει να αθροίσουμε τα δικά μας 300 τόσα δις με τα τρισεκατομμύρια των χρεών του νότου -σε δυσθεώρητο ύψος φθάνει το άθροισμα των χρεών του νότου- και να πάμε σε μια συνολική διαπραγμάτευση. Όπου ακριβώς λόγω του μεγέθους του προβλήματος και των ανατροπών που πρέπει να επέλθουν στη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος κανείς δεν πιστεύει ότι στο ορατό μέλλον υπάρχει περίπτωση λύσεων, το αντίθετο είναι περισσότερο από βέβαιο η εμπλοκή μας σε μια περιπετειώδη ατελέσφορη και με κομμένες τις γέφυρες επιστροφής διαδικασία.
Αυτές είναι οι δύο κεντρικές γραμμές στις οποίες πρέπει να σταθούμε, να τις αντιπαραθέσουμε και να δούμε με ποιον δρόμο μπορούμε να βγάλουμε με ασφάλεια τη χώρα στο ξέφωτο.
Εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να κάνουμε μια ψεύτικη αντιπαράθεση με κανένα πολιτικό κόμμα. Εμείς μιλάμε και θέλουμε να μιλάμε με τη γλώσσα της αλήθειας. Λέμε λοιπόν πως όταν υπονομεύεις μια προσπάθεια, υπονομεύεις την ίδια σου την χώρα και δημιουργείς δυσκολότερους όρους και για σένα μεθαύριο αν κληθείς να ασκήσεις την οποιαδήποτε πολιτική.
Κλείνοντας λοιπόν, θα πω πως ψηφίζουμε έναν προϋπολογισμό ο οποίος δεν περιλαμβάνει πρόσθετα βάρη και θυσίες στους Έλληνες πολίτες αποτελεί συνέχεια μιας συνεπούς προσπάθειας που ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ το 2010, ότι η επίτευξη της διαπραγμάτευσης που βρίσκεται σε εξέλιξη θα μας δώσει την δυνατότητα να μπούμε με ασφάλεια στην νέα φάση, θωρακισμένοι έναντι των αγορών και ότι αυτή η προσπάθεια θέλει την μέγιστη εθνική και κοινωνική συνεννόηση.
Οφείλουμε όμως να τονίσουμε ότι οι πολιτικές για την ενίσχυση της ανάπτυξης πρέπει να επιταχυνθούν και να ενισχυθούν και δεν αναφέρομαι μόνο στις εμπροστοβαρείς δράσεις του ΕΣΠΑ ή στις προσπάθειες για την ρευστότητα στην οικονομία μέσω του ΕΤΕΑΜ και για τους εμπόρους, και για τους αγρότες.
Αναφέρομαι επίσης στην απελεύθερη των ιδιωτών από το χρέος που συσσωρεύτηκε, όχι μόνο στην διάρκεια της κρίσης αλλά και προ της κρίσης, με τις ρυθμίσεις που κάναμε για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και για τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια.
Παράλληλα και σε αυτό το πλαίσιο είσαι υποχρεωμένος να κρατήσεις την κοινωνία ζωντανή για να πάρει μέρος στη νέα φάση.
Άρα, έχει ιδιαίτερη σημασία πως κατανέμεις το όποιο μέρος του πλεονάσματος μέσω του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή του κοινωνικού μερίσματος, έχει σημασία πως ενισχύεις τις κοινωνικές υποδομές σε συνεργασία με τις περιφέρειες και τους Δήμους, να καλύπτεις την ακραία φτώχεια.
Εκτιμώ και τελειώνω με τούτο. Οποιαδήποτε άσκηση προοδευτικής πολιτικής, -γιατί όπως είπα ήταν ένας μεγάλος συμβιβασμός για εμάς να πάμε σε πολιτικές που δεν συνδεόντουσαν με την ιδεολογία μας και την ιστορία μας για να περισώσουμε την χώρα από μια άτακτη χρεοκοπία- μια προοδευτική πολιτική για να μπορεί να υλοποιηθεί το επόμενο διάστημα, δεν μπορεί παρά να εδράζεται στην επιτυχία του σχεδίου μας.
Εμείς πιστεύουμε ότι η επιτυχία του σχεδίου εξόδου, της ασφαλούς εξόδου της χώρας από την κρίση, δεν θα αποτελέσει μόνο δικαίωση του ΠΑΣΟΚ ιστορικά. Θα αποτελέσει και δικαίωση των κόπων και των θυσιών του ελληνικού λαού, γιατί σ’ αυτούς στηρίχθηκε.
Σ’ αυτή την προσπάθεια εμείς δεν πρόκειται ούτε να δημαγωγήσουμε, ούτε να τάξουμε σε κανέναν τίποτα, ούτε να πούμε κανένα ψέμα.
Θα διαπραγματευόμαστε με σθένος και επιχειρήματα προκειμένου να διασφαλίσουμε ένα δρόμο με πρόοδο και ασφάλεια για τον Ελληνικό λαό που τόσο υπέφερε.
Θα λέμε την αλήθεια και ο λαός προσδοκούμε ότι θα κρίνει με βάση την αλήθεια των πραγματικών δεδομένων και όχι των ψεύτικων υποσχέσεων.
Ευχαριστώ.
