ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ 5ης ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ

Στην εισαγωγική συνεδρίαση της 5ης Ελληνογερμανικής Συνέλευσης μίλησε νωρίτερα σήμερα, Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015, ο Δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης. Οι εργασίες της 5ης Ελληνογερμανικής Συνέλευσης πραγματοποιούνται στο Βερολίνο, το τριήμερο 4-6 Νοεμβρίου 2015.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης του Δημάρχου.

«Κυρίες και κύριοι, καλημέρα και από εμένα.
Όχι μόνο η Ελλάδα αλλά όλη η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση. Κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης έχουν ειπωθεί πολλά αρνητικά σχόλια. Και για τη Γερμανία και για την Ελλάδα. Συχνά ο λαϊκισμός των ΜΜΕ και των πολιτικών των δύο χωρών, τους κάνει να κατηγορούν ο ένας τη χώρα του άλλου για όλα τα δεινά του κόσμου.
Είναι σημαντικό λοιπόν και μόνο το γεγονός ότι βρισκόμαστε σήμερα εδώ στο Βερολίνο. Είναι σημαντικό το ότι κάποιοι από εμάς είμαστε αφοσιωμένοι στην ελληνογερμανική προσέγγιση και συνεργασία. Αυτό δεν ήταν πάντα ούτε εύκολο ούτε δεδομένο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις εφιαλτικές περιόδους των πολέμων. Προσωπικά δέχτηκα σφοδρές επιθέσεις για τον συντονιστικό μου ρόλο στην Ελληνογερμανική Συνέλευση μόλις πριν από 4 χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έχει περισσότερη σημασία η επιμονή μας να πετύχει η ελληνογερμανική συνεργασία το σκοπό της. Για να απομονώσουμε τις εκατέρωθεν ακραίες φωνές και να επαναφέρουμε τις σχέσεις μας στην ομαλότητα. Στην πραγματικότητα είμαστε «υποχρεωμένοι» να συνεργαζόμαστε. Είμαστε και οι δύο μέλη του σκληρού πυρήνα της ΕΕ και το καλό του ενός είναι και καλό του άλλου. Αυτή είναι η ουσία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και όσο δεν το καταλαβαίνουμε τόσο το χειρότερο για όλους μας. Και τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί ανησυχητικά όσοι αδυνατούν να καταλάβουν ότι είμαστε μέλη της ίδιας οικογένειας. Είναι επομένως απαραίτητη η επαναβεβαίωση – σε κυβερνητικό επίπεδο – της προσήλωσης των εμπλεκόμενων μερών στην προώθηση της ελληνογερμανικής συνεργασίας.
Όλοι όσοι έχουν εμπλακεί στις μέχρι τώρα δράσεις της Συνέλευσης έχουν, τρόπον τινά, συμβάλει στην προσέγγιση των δύο χωρών. Χωρίς να είμαι πια συντονιστής της Ελληνογερμανικής Συνέλευσης από πλευράς Ελλήνων δημάρχων, έχω σκοπό να συνεχίσω να συμβάλω όσο μπορώ στην κατεύθυνση αυτή. Για το λόγο αυτό θα ήθελα να καταθέσω μερικές σκέψεις για τη βελτίωση της λειτουργίας της Συνέλευσης στο μέλλον.
Θα ήταν πολύ θετικό, αν, μετά από αρκετά χρόνια συνεργασίας, καταφέρουμε να συμφωνήσουμε πάνω σε ένα ορθολογικό σχήμα λειτουργίας της Ελληνογερμανικής Συνέλευσης. Η δημιουργία και η θεσμοθέτηση ενός κοινού μεταξύ των δύο χωρών οργανισμού που θα αντιπροσωπεύεται από επίσημους φορείς – και όχι από ιδιωτικές οργανώσεις – είναι εκ των ων ουκ άνευ. Επίσης, ένα συγκεκριμένο οργανόγραμμα λειτουργίας με σαφή αντιστοίχιση ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ της γερμανικής και της ελληνικής πλευράς πρέπει οπωσδήποτε να εφαρμοστεί. Η τήρησή του θα βοηθούσε να εμπλακούν οι Ενώσεις των Δημάρχων σε Ελλάδα και Γερμανία στο σχεδιασμό και στην καθοδήγηση των δράσεων της συνεργασίας μας. Η μέχρι στιγμής ουσιαστική απουσία των Ενώσεων από τον απαραίτητο επιτελικό και υποστηρικτικό τους ρόλο, έχει δημιουργήσει προβλήματα. Προβλήματα συντονισμού και αποτελεσματικότητας. Ακόμη και οι στοιχειώδεις ανάγκες της Συνεργασίας μας σε χώρους, υλικοτεχνική υποδομή και προσωπικό θα μπορούσαν να καλυφθούν με την ενεργή παρέμβαση των Ενώσεων των Δήμων. Η απουσία τους αυτή εξηγεί μερικώς και τη μέχρι στιγμής δυστοκία μας να πείσουμε τον κόσμο πως οι πρωτοβουλίες της Συνέλευσης αποτελούν μέρος οργανωμένου σχεδίου. Ενός σχεδίου που μπορεί να αποδειχθεί επωφελές όχι μόνο για τις τοπικές κοινωνίες αλλά και γενικότερα για τις δύο χώρες. Είναι σημαντικό επιτέλους αιρετοί πολιτικοί υπεύθυνοι να καθοδηγούν τα Γραφεία Δημάρχων στη βάση ενός συμφωνημένου σχεδίου. Όπως έχω πει και στο παρελθόν, είναι απαραίτητο να καταστήσουμε σαφές πως όλα τα Γραφεία της Συνέλευσης δε λειτουργούν ούτε αυτόβουλα ούτε σε πολιτικό κενό.
Παρά τις παραπάνω οργανωτικές και θεσμικές αδυναμίες, η κατάρτιση ενός σχεδίου για την ελληνογερμανική συνεργασία έχει κουτσά-στραβά προχωρήσει. Αυτό που ακόμη παραμένει άγνωστο είναι ο ορίζοντας και η βιωσιμότητα αυτής της συνεργασίας. Δεν είναι σαφές για πόσα χρόνια και με τι πόρους θα πορευτεί η προσπάθεια εμβάθυνσης των σχέσεων των περιφερειών και των δήμων Ελλάδας και Γερμανίας. Εφόσον θέλουμε να έχουμε διαρκή και σε βάθος χρόνου αποτελέσματα, είναι απαραίτητη η δέσμευση των δύο πλευρών για τη συνέχιση της προσέγγισής τους στο μέλλον. Και σίγουρα ο χρονικός αυτός ορίζοντας πρέπει να επεκταθεί πέρα από τις επόμενες γερμανικές εκλογές του 2017.
Γνωρίζω από τη μέχρι στιγμής ενασχόλησή μου με την Ελληνογερμανική Συνέλευση ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι. Τολμώ, λοιπόν, να πω ότι θα πρέπει να περιορίσουμε και τις προσδοκίες μας από το όλο εγχείρημα. Δεν είναι φρόνιμο να υπογράφουμε μεγαλόσχημες διακηρύξεις, όπως έχουμε ήδη κάνει στο παρελθόν. Ούτε την κρίση μπορεί να τερματίσει η συνεργασία μας, ούτε με όλο το εύρος των θεμάτων τοπικής αυτοδιοίκησης θα ήταν συνετό να ασχοληθεί. Οι ρεαλιστικοί στόχοι και οι καλά επιλεγμένοι τομείς συνεργασίας νομίζω ότι θα βοηθήσουν στην παραγωγή απτών αποτελεσμάτων. Αυτό με τη σειρά του θα θέλξει και άλλους εν δυνάμει ενδιαφερόμενους τοπικούς άρχοντες να συμμετάσχουν στη συνεργασία αυτή.
Προτείνω, λοιπόν, από εδώ και στο εξής να οριστεί μικρότερο εύρος θεμάτων ενασχόλησης. Προτείνω, επίσης, η συνεργασία μας να επικεντρωθεί σε συγκεκριμένες περιοχές και Δήμους. Έστω και πιλοτικά, θα πρέπει να δοκιμάσουμε αν η συνεργασία μας μπορεί να παραγάγει συγκεκριμένα αποτελέσματα σε προσδιορισμένο χρόνο και περιοχές. Η αυξημένη συμμετοχή του κρατιδίου της Βάδης Βυρτεμβέργης είναι δεδομένη. Προτείνω δοκιμαστικά την αυξημένη συμμετοχή της περιοχής της Β. Ελλάδας, με ορισμό 5-10 Δήμων στους οποίους θα δοθεί έμφαση για στενή συνεργασία με γερμανικούς δήμους αντίστοιχων χαρακτηριστικών. Η Β. Ελλάδα ενδείκνυται για το σκοπό αυτό. Οι κάτοικοί της – λόγω του μεταναστευτικού τους παρελθόντος – έχουν ιδιαίτερη σχέση με τη Γερμανία, στην οποία και ταξιδεύουν συχνά μέσω της καλής αεροπορικής σύνδεσης που υπάρχει. Η επιτυχία της πιλοτικής αυτής φάσης θα μπορούσε να οδηγήσει στην επέκταση της συνεργασίας και σε άλλους Δήμους.
Είναι προφανές πως δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε εφικτό όλοι οι ελληνικοί δήμοι να συνεργαστούν με γερμανικούς. Πρέπει να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο. Αφού η ελληνική πλευρά εντοπίσει με δική της πρωτοβουλία τις ανάγκες της, με τη βοήθεια των γραφείων της Συνέλευσης μπορεί να γίνει η ομαδοποίησή τους σε όλη την επικράτεια. Έτσι, ο ελληνικός Δήμος που αποκτά μια τεχνογνωσία από έναν γερμανικό μπορεί να την μεταλαμπαδεύσει απευθείας σε κάποιον άλλον ελληνικό δήμο με αντίστοιχες ανάγκες. Ξέροντας την οργανωτική δυστοκία – για να μην πω τίποτε χειρότερο – των ελληνικών δημόσιων οργανισμών, αυτή η διαδικασία ομαδοποίησης δημοτικών αναγκών μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη. Ακόμη και για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό των ελληνικών δήμων.
Έχω κατά καιρούς ασκήσει κριτική στη γερμανική πλευρά για τον τρόπο που προσεγγίζει την ελληνογερμανική συνεργασία. Εμμένω στην άποψή μου όσον αφορά τη μεθοδολογία και την οργάνωση της προσέγγισης. Στην πράξη, όμως, αναγνωρίζω στους Γερμανούς ένα σημαντικό ελαφρυντικό. Η συνεργασία δεν είναι μέχρι στιγμής αρκετά ελκυστική γι’ αυτούς. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι. Να θυμίσω ότι η Ελλάδα έχει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Πολλοί εξειδικευμένοι Έλληνες επιστήμονες βρίσκουν δουλειά σε χώρες του εξωτερικού. Ίσως η ελληνογερμανική συνεργασία να μπορούσε να βρει τρόπους να αξιοποιήσει τις γνώσεις και τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν σε Γερμανούς ενδιαφερόμενους. Και αυτό θα μπορούσε να γίνει ενώ συνεχίζουν να διαβιούν στην Ελλάδα. Η τεχνολογία εξάλλου παρέχει πολλές ευκολίες και καθιστά δυνατή την τηλε-απασχόληση. Ενδιαφέρον ίσως να μπορούσε να έχει για τη γερμανική πλευρά η μελέτη και η εκμετάλλευση των ελληνικών ιδιαιτεροτήτων για ίδια ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών. Αναφέρω ενδεικτικά τις ανάγκες του θρησκευτικού τουρισμού που αναπτύσσεται στην Ελλάδα και θα μπορούσε να επεκταθεί και αλλού.
Πρέπει, τέλος, να γίνει κατανοητό από τους εμπλεκόμενους, ότι η Ελληνογερμανική Συνέλευση οφείλει να διευκολύνει τις διαδικασίες και τη στρατηγική προσέγγισης των δύο χωρών. Μπορεί να διευκολύνει τη δικτύωση και την επικοινωνία των εμπλεκομένων στήνοντας δομές και καταστρώνοντας ένα σχέδιο συμφιλίωσης. Δεν αποτελεί ή δεν πρέπει να αποτελεί τρόπο βραχύβιας ή καιροσκοπικής χρηματοδότησης.
Πάρα τις επιμέρους δυσκολίες που λόγω της εμπειρίας μου ήμουν υποχρεωμένος να επισημάνω, θα παραμείνω πιστός στην ελληνογερμανική συνεργασία. Καλώ όλους όσοι πιστεύουν στην φιλία των δύο λαών να την στηρίξουν με ζήλο. Αξίζει. Και για το μέλλον των δύο χωρών αλλά και για την οικοδόμηση του κοινού μας ευρωπαϊκού οράματος. Σας ευχαριστώ».

WordPress theme: Kippis 1.15