Επιχείρωση φίμωσης του «Guardian» από ΗΠΑ – Βρετανία
Ο διευθυντής της έγκριτης εφημερίδας Αλαν Ράσμπιντζερ κατέθεσε στην Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων για αφόρητες πιέσεις στην υπόθεση Σνόουντεν
Ο Aλαν Ράσμπριτζερ καταθέτει στην Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων στο πλαίσιο έρευνας για την υπόθεση Σνόουντεν
«Υπό καθεστώς μεγάλης και ταπεινωτικής πίεσης» από τις κυβερνήσεις της Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών κατήγγειλε πως βρέθηκε ο διευθυντής της έγκυρης εφημερίδας «Guardian» Aλαν Ράσμπριτζερ καταθέτοντας στην Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων στο πλαίσιο έρευνας για το μεγαλύτερο σκάνδαλο παρακολουθήσεων στην ιστορία, όπως προέκυψε από τις αποκαλύψεις του πρώην αναλυτή της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (NSA) Εντουαρντ Σνόουντεν.
Ο έμπειρος δημοσιογράφος δήλωσε πως, μόλις έπεσαν στην κατοχή της εφημερίδας τα απόρρητα έγγραφα, ξεκίνησε ένα οχληρό «γαϊτανάκι» επισκέψεων από αξιωματούχους που ήθελαν όχι μόνο να τον λογοκρίνουν και να αποτρέψουν τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, αλλά και να τα αποσπάσουν από την εφημερίδα για να τα καταστρέψουν.
«Ο ίδιος συναντήθηκα πάνω από 100 φορές με μέλη κυβερνητικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πληροφοριών, τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ηνωμένου Βασιλείου. Ηταν μια επιχείρηση ταπεινωτικής πίεσης» κατέθεσε.
Σημειώθηκαν επίσης κατασχέσεις αρχείων από ηλεκτρονικούς υπολογιστές της εφημερίδας (αλλά «όλα τα αρχεία είναι ασφαλή», όπως διαβεβαίωσε ο Ράσμπριτζερ) καθώς και σωρεία τηλεφωνημάτων κυρίως από βουλευτές του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος. Παράλληλα διατυπώνονταν συνεχώς απειλές για πιθανή σύλληψη του ίδιου και των δημοσιογράφων που υπέγραφαν τα επίμαχα ρεπορτάζ. Η μόνιμη επωδός στις οχλήσεις αυτές ήταν, όπως επισημαίνει ο Ράσμπριτζερ, το επιχείρημα ότι «μια τυχόν ανεύθυνη πράξη εκ μέρους της «Guardian» θα έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο την εθνική ασφάλεια της Βρετανίας».
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια της ακρόασης ο διευθυντής ερωτήθη από ένα μέλος της επιτροπής κατά πόσο «αγαπάει την πατρίδα του».
«Ασφαλώς και την αγαπάω. Είμαστε πατριώτες, αλλά εξίσου με την πατρίδα μας υποστηρίζουμε τη φύση και τη λειτουργία της δημοκρατίας, τη φύση και τη λειτουργία του ελεύθερου Τύπου, το γεγονός ότι ο οποιοσδήποτε σε αυτή τη χώρα δικαιούται να συζητεί και να δημοσιεύσει» απάντησε ο Ράσμπριτζερ. Εξήγησε δε ότι οι δημοσιογράφοι του «Guardian» «εξετάζουν αργά και με μεγάλη υπευθυνότητα τα έγγραφα που αποκαλύπτει ο Σνόουντεν».
Μυστικές επαφές σαν κατασκοπευτική ταινία
Σε δήλωσή της στους «New York Times», μια πηγή από τον «Guardian» που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της τόνισε πως «μετά την ενδελεχή εξέταση των εγγράφων του Σνόουντεν, διαπιστώσαμε πως ενδιαφέρουν όχι μόνο την αμερικανική και τη βρετανική κυβέρνηση, αλλά και αυτές της Κίνας και της Ρωσίας. Γι’ αυτό, οι δημοσιογράφοι από τις διάφορες χώρες που θα αντήλλασσαν πληροφορίες έπρεπε να συναντιούνται κάτω από συνθήκες απόλυτης μυστικότητας και προστασίας. Οι συναντήσεις αυτές γίνονταν σε δωμάτια χωρίς παράθυρα και με όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές του δωματίου εκτός πρίζας. Οι υπολογιστές μέσα στους οποίους είχαν αποθηκευτεί τα απόρρητα έγγραφα έπρεπε να μη διαθέτουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ενώ οι ρεπόρτερ που ήθελαν να συναντήσουν συναδέλφους τους έπρεπε να ταξιδέψουν και να παραδώσουν τις πληροφορίες χέρι με χέρι, κι ας κοστίζει αυτό χρήματα στην εφημερίδα».
«Υπάρχουν κάποιοι βασικοί κανόνες σε αυτές τις περιπτώσεις» εξηγεί μιλώντας στους «New York Times» ο Νίκολας Γουίβερ, ειδικός στην ασφάλεια των τεχνολογιών στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. «Οι συσκευές αφήνουν παντού ψηφιακά ίχνη, οπότε τα κινητά τηλέφωνα πρέπει να αφήνονται στο σπίτι. Επίσης, είναι ενδεδειγμένο να γίνεται η συνάντηση σε έναν πολυσύχναστο δημόσιο χώρο, με αρκετή φασαρία, ενώ πληροφοριοδότες και ρεπόρτερ φοράνε καπέλα προκειμένου να μην αποτυπωθεί το πρόσωπό τους στις κάμερες ασφαλείας. Ακόμη, όταν περιμένεις κάποιον να σε συναντήσει, ποτέ δεν κάνεις εσύ το πρώτο βήμα αναγνώρισης, αλλά περιμένεις από την πηγή σου να σε εντοπίσει αυτή πρώτα» είπε.
Δημοσιογράφοι που κάνουν τη δουλειά τους
Ο Ράσμπριτζερ κατέθεσε επίσης στην κοινοβουλευτική επιτροπή πως μέχρι στιγμής έχει δημοσιευτεί μόλις το 1% από τα 58.000 απόρρητα έγγραφα που διέρρευσε ο Σνόουντεν. Οι αποκαλύψεις θα συνεχιστούν, είπε, ακολουθώντας τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
«Δεν έχουμε δημοσιεύσει κανένα όνομα και δεν έχουμε χάσει τον έλεγχο για κανένα έγγραφο» υπογράμμισε». Και κατέληξε: «Ολα ξεκίνησαν όταν μάθαμε ότι 850.000 άνθρωποι είχαν πρόσβαση σε κάποια τμήματα των απόρρητων πληροφοριών και ότι ένας 29χρονος από τη Χαβάη (σ.σ: εννοεί τον Σνόουντεν) που πλέον δεν εργαζόταν καν για την αμερικανική κυβέρνηση είχε ακόμη πρόσβαση σε αυτές» και ήθελε να τις δημοσιεύσει για να αποδειχθεί ότι πολλές κυβερνήσεις παρακολουθούν παράνομα και πιο μεθοδικά από ποτέ δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Ο Σνόουντεν, που έχει λάβει προσωρινό άσυλο στη Ρωσία, μοίρασε τα 58.000 διαβαθμισμένα έγγραφα της NSA μεταξύ του «Guardian», της αμερικανικής εφημερίδας «Washington Post», μιας ομάδας συνεργατών στη Γερμανία και μιας άλλης ομάδας συνεργατών στη Βραζιλία, στο Ρίο ντε Τζανέιρο.