
Ανέστη, μέχρι τα βαθιά γεράματα όρθιος και μια ζωή γεμάτη!
Χαρούλα και Αλέξη να τον χαίρεστε
Το λοιπόν, ακούστε κι αυτό:
Είναι 12 παρά 25 του Μ. Σαββάτου
Ακούω στο ράδιο τη λειτουργία της Ανάστασης από τον ναό του Πατριαρχείου – όλη τη Μ.εβδομάδα είμαι στον 102 fm που είναι συνδεδεμένος με το Φανάρι.
Βγαίνω στο μπαλκόνι και περιμένω. Από πάνω έως κάτω έχουν ανάψει τα φώτα στα μπαλκόνια μα όλοι απαξάπαντες είναι μέσα, στην τηλεόραση
Περιμένω να δω καμμιά κίνηση που να την εκλάβω ως κάποιος να πηγαίνει προς την εκκλησία μας να πάρει το άγιο Φως ή πως η εκκλησία θα βάλει κανέναν διάκο να γυρνά στη γειτονιά με τη λαμπάδα, να κατεβαίνει ένας από κάθε πολυκατοικία, θ’ ανάβει, θα το παίρνουν όλοι οι ένοικοι και στο πιτσ φιτίλι θα έχουμε όλοι το άγιο Φως στα σπίτια μας με όλα τα μέτρα τηρούμενα (τηλεόραση δεν έχω και ακριβώς τι διαταγή είχε βγει δεν ήξευρα)
Δεν βλέπω καμμία κίνηση. Πάει παρά 20, παρά τέταρτο, παρά δέκα. Με ζώνουν τα φίδια. Γαμώτο, θα βγει το Χριστός Ανέστη και θα μείνουμε στεγνοί. Διότι, τι είναι το Πάσχα χωρίς τις λαμπάδες του Παπαδιαμάντη με το φως της Ανάστασης;
Αρπάζω το φαναράκι και την περσινή λαμπάδα, κατεβαίνω από τις σκάλες και τρέχω στους δρόμους για την εκκλησία. Ούτε γάτα. Νέκρα με τα φώτα όλα αναμμένα.
Φτάνω στην εκκλησία. Έχει αρκετά σκαλιά. Ασθμαίνω. Η πόρτα είναι κλειστή αλλά το τζάμι της πίσω από τα κάγκελα ανοιχτό. Βλέπω μέσα το τελετουργικό.
Έρχεται ο ιερέας προς με, με όλα του τα γιορτινά και αυτοκρατορικά του άμφια. Από μέσα κολλητά στην πόρτα ο ιερέας απ΄ έξω εγώ 2-3 μέτρα απόσταση.
Με κοιτά στα μάτια. Χτυπά το καμπανάκι που κρατά τόσο χαρμόσυνα, η συγκίνηση είναι τέτοια που τα μαλλιά μου γίνονται μούσκεμα και ήδη στάζουν.
Σηκώνει τα χέρια του ανοιχτά και μέσω εμού απευθύνεται σε όλη την ενορία και στον κόσμο όλο και αναγγέλλει τρις δυνατά και από καρδιάς: «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ». Εγώ: ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ. «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ. «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Κι εγώ δυνατά και από καρδιάς.
-Πάτερ, να μου δώσετε το άγιο Φως. Υποκλίνεται, με ευλογεί, πηγαίνει στην Ωραία Πύλη, ανάβει ένα κερί, το δίνει στον διάκο, ο διάκος έρχεται στην πόρτα και από μέσα από τα κάγκελα του τζαμιού της κλειστής πόρτας ανάβω το φαναράκι και τη λαμπάδα – η οποία στα πρώτα βήματα του γυρισμού σβήνει – καλά που προνόησα και πήρα το φαναράκι – ο κόσμος έχει βγει στα μπαλκόνια, πέφτουν πυροτεχνήματα – είμαι ήδη βρεγμένη ως τα ακροδάχτυλα, στάζω, φωνάζω τον κόσμο να κατέβει να πάρει το άγιο Φως «περιμένω», και ναι κατεβαίνουν ένας ένας, μία μία, με τις πυτζάμες, παίρνουν το Φως, το δίνουν στους ενοίκους, όλοι γριές νιες γέροι και νέοι με λούζουν με ευχές – κι εγώ βρεγμένη μέχρι το μεδούλι φοβούμαι με τα τόσα άνοιξε-κλείσε μη μου σβήσει το φαναράκι και δεν προλάβω να δώσω στη γειτονιά μου, το σκεπάζω με το πόντσο μου και, ναι, τα καταφέρνω και κάνουμε Ανάσταση!
Στην πολυκατοικία μας, οι γείτονες από κάτω, μου προσφέρουν ένα πιάτο μαγειρίτσα
Ανάβω το καντηλάκι και όλα τα φαναράκια που έχω στα μπαλκόνια και στο περβάζι του μπάνιου, βγάζω όλα τα ρούχα μου που στάζουν, φορώ στεγνά, απλώνω τα βρεγμένα στα σκοινιά και, μα τον Θεό φίλοι μου, περπατώ και στέκομαι 2-3-4-5 πόντους πάνω από τη Γη.
Η μαγειρίτσα θεσπέσια!
Σε όλη αυτή τη διαδρομή, προς την εκκλησία, στην πόρτα της μπροστά, και στο δρόμο που μοίραζα το άγιο Φως, κουβαλούσα όλα μα όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα, ζώντα και τεθνεώτα.
Λίνα