Να μείνουμε ελεύθεροι, ορθοί, αλόγιστοι

TANEA Team 4 Αυγούστου 2000 | 00:00

΄Ηταν Ιανουάριος του 1968. Η χούντα των συνταγματαρχών μετρούσε ήδη εννέα
μήνες και εδραιωνόταν στη εξουσία με τη σταδιακή «εκκαθάριση» κάθε φωνής που
ήταν ενάντια στους σχεδιασμούς της. Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης οι φήμες ότι
το δικτατορικό καθεστώς θα «εξαγνίσει» την πανεπιστημιακή κοινότητα με την
εκδίωξη από την έδρα και την εκτόπιση όσων καθηγητών ήταν γνωστοί για τα
δημοκρατικό φρόνημά τους, υπήρξαν τις τελευταίες ημέρες έντονες. Και τότε πήρε
τον λόγο ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, Αριστόβουλος Μάνεσης. Στις
18/1/68 σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο από φοιτητές κάθε σχολής και όχι μόνον της
Νομικής, ο καθηγητής δίδαξε για τελευταία φορά επί δικτατορίας. Και αυτό το
τελευταίο μάθημα ­ παρακαταθήκη του κορυφαίου δάσκαλου ­ αποτέλεσε την πρώτη
μαζική αντιδικτατορική εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. «Δεν έχω,
λοιπόν, το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως
αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται. Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και
την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο
«όχι»…», είπε ο καθηγητής και αποχαιρέτησε τους φοιτητές με τους στίχους του
Κάλβου: «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Τις επόμενες ημέρες ο
Αριστόβουλος Μάνεσης ετέθη υπό κράτηση στην οικία του, εκδιώχθηκε από την
πανεπιστημιακή έδρα του και στη συνέχεια εκτοπίστηκε στο Λιδωρίκι Φωκίδας για
να αυτοεξοριστεί, τελικώς, το 1970 στη Γαλλία.

Το τελευταίο μάθημα επί
δικτατορίας του μεγάλου καθηγητή, που έφυγε, δημοσιεύουν σήμερα στο σύνολό του
«ΤΑ ΝΕΑ».

» Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, για επικείμενες
«εκκαθαρίσεις» στο Πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι μεταξύ των ονομάτων των υπό
απόλυση καθηγητών αναφέρεται και το δικό μου ­ και αυτό δεν το θεωρώ διόλου
περίεργο ­ μου παρέχει το δικαίωμα και μου επιβάλλει το καθήνον να σας
καταστήσω, σήμερα που βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεών
μου που ίσως δεν θα μπορώ να σας τις πω αύριο.
Ας αρχίσουμε από τη νομική πλευρά του ζητήματος: Οι επαπειλούμενες απολύσεις
καθηγητών δεν πρόκειται να γίνουν με εγγυήσεις αντικειμενικής κρίσεως και
σύμφωνα με τις πειθαρχικές διαδικασίες που προβλέπει ο Οργανισμός του
Πανεπιστημίου, αλλ’ ούτε καν βάσει των παγίων διατάξεων της ειδικής νομοθεσίας
περί ελέγχου της νομιμοφροσύνης. Ακόμη περισσότερο· η λεγόμενη «εκκαθάρισις»
των Πανεπιστημίων θα ενεργηθή κατά παρέκκλιση και από το προϊσχύον Σύνταγμα:
με δύο «συντακτικές πράξεις», τη Θ’ και τη Ι’, τις οποίες φρόντισε να εκδώση
το σημερινό καθεστώς, κατέλυσε την συνταγματικώς διασφαλισμένη αυτοδιοίκηση
των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ήρε τη μονιμότητα των καθηγητών τους,
καθώς και των άλλων δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, που ήταν επίσης
κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα του 1952, και κατήργησε ακόμη και το
συνταγματικώς επίσης προστατευόμενο δικαίωμα των διοικουμένων να προσφεύγουν
στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν βλάπτονται από παράνομες πράξεις της
διοικήσεως. Η μεθόδευση της «εξυγιάνσεως» χαρακτηρίζεται από δύο βασικά
γνωρίσματα: α) Πριν μεν από την απόλυση αφαιρείται από τους ενδιαφερομένους το
δικαίωμα ακροάσεως, και επομένως η εκδίωξή τους θα γίνη χωρίς προηγουμένως να
τους γνωστοποιηθούν οι κατηγορίες που τους προσάπτονται και χωρίς αυτοί να
μπορέσουν να απολογηθούν και να τις αντικρούσουν. β) Μετά δε την απόλυσή τους
βρίσκονται, επί πλέον, στερημένοι από το δικαίωμα να ζητήσουν να ελεγχθή
δικαστικώς αν αυτή ήταν «νόμω βάσιμη».
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν
ακυρώνει παρά μόνο τις παράνομες πράξεις της διοικήσεως. Αυτό σημαίνει ότι αν
οι απολύσεις επρόκειτο να είναι σύννομες και όχι αυθαίρετες, δεν υπήρχε κανείς
λόγος να ληφθή από πριν ειδική μέριμνα για να παρεμποδιστή ο δικαστικός
έλεγχος.
Διότι οσεσδήποτε προσφυγές και αν ασκούσαν οι πράγματι νομίμως απολυόμενοι, το
Συμβούλιο της Επικρατείας θα τις απέρριπτε. Επομένως, απαγορεύοντας η
στρατιωτική κυβέρνηση την προσφυγή στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο ομολογεί
ότι προτίθεται να παρανομήση. Και γι’ αυτό φροντίζει, όπως-όπως, να κατοχυρώση
προκαταβολικά τις αντισυνταγματικές και παράνομες πράξεις της, καθιστώντας
έτσι ανεξέλεγκτη την αυθαιρεσία.
Όταν όμως οι στοιχειώδεις για κάθε στοιχειωδώς ευνομούμενο κράτος εγγυήσεις
νομιμότητας έχουν κατ’ αυτό τον τρόπο καταλυθή, ο πολίτης βρίσκεται τελείως
ανυπεράσπιστος στο έλεος ­ αν υπάρχη ­ της Εξουσίας. Τα πράγματα είναι λοιπόν
σαφή: με τις «συντακτικές πράξεις», βάσει των οποίων θα γίνουν οι απολύσεις
των καθηγητών, έχει προετοιμασθή νομικά το έδαφος όχι για εκκαθαρίσεις, αλλά
για διώξεις, και συγκεκριμένα για διώξεις των ανεπιθυμήτων, δηλαδή εκείνων που
δεν είναι ευπειθείς στα κελεύσματα των κρατούντων.
Υπάρχει όμως και μία άλλη, η ηθικοπολιτική, πλευρά του ζητήματος.
Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές. Κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι
«χρυσός»· είναι «λίβανος και σμύρνα». Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθή σαν
αποδοχή ή συναίνεση: «ο σιωπών δοκεί συναινείν» (qui tacet consentire videtur,
κατά το ρωμαϊκό δίκαιο). Δεν έχω λοιπόν το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού
σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται.
Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να
πει το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι».
Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις τωρινές, το ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, να
προστατεύση κανείς τον εαυτό του, όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό.
Να περισώση την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως πολίτη, ως επιστήμονα. Και
έτσι να περιφρουρήση, επίσης, το κύρος της πανεπιστημιακής έδρας που έχει την
τιμή να κατέχη, ιδίως όταν πρόκειται για την έδρα του Συνταγματικού Δικαίου, η
οποία, ως έδρα της πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο
ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες…
Όταν, το 1962, έκανα το επίσημο εναρκτήριο μάθημά μου, είχα διαλέξει για θέμα:
«Το Συνταγματικό Δίκαιο ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας». Θα μου
επιτρέψετε ­ το επιβάλλουν οι κρίσιμες ώρες που περνάμε ­ να σας διαβάσω, πριν
αποχωρισθούμε, μερικά σημεία από τον επίλογό του που έμελλε, καθώς φαίνεται,
να είναι ίσως σήμερα και επίλογος της πανεπιστημιακής διδασκαλίας μου. Έλεγα
λοιπόν, πριν από έξη σχεδόν χρόνια: «Το Συνταγματικόν Δίκαιον, ρυθμίζον κατά
βάσιν την συγκρότησιν και την άσκησιν της κρατικής εξουσίας, δεν είναι πάντοτε
και αναγκαίως, δύναται όμως να αποβή ουσιωδώς «τεχνική» της πολιτικής
ελευθερίας.
Προσεπάθησα να καταδείξω ότι το Συνταγματικόν Δίκαιον προσφέρεται κατ’ εξοχήν
προς τούτο (…). Εφ’ όσον το Συνταγματικόν Δίκαιον είναι τεχνική της
πολιτικής ελευθερίας, η επιστήμη η ασχολουμένη με την ερμηνείαν και μελέτην
των κανόνων του, αποβαίνει η επιστήμη της πολιτικής ελευθερίας.


Βαρεία η ευθύνη όσων έταξαν εαυτούς εις την καλλιέργειαν και την υπηρεσίαν του
κλάδου τούτου της επιστήμης του Δικαίου. Ακόμη βαρυτέρα η ευθύνη και
δυσχερεστέρα η αποστολή των εχόντων την τιμήν να διδάσκουν από της
πανεπιστημιακής έδρας το μάθημα της πολιτικής ελευθερίας. Όσον αφορά την
ταπεινότητά μου, ας μου επιτραπή να είπω ότι έχω βαθυτάτην επίγνωσιν της
μεγάλης ευθύνης, την οποίαν επωμίζομαι.


Η έδρα του Συνταγματικού Δικαίου είναι, όπως είχεν είπει ο πρώτος εν Ελλάδι
κάτοχος αυτής εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών Ν. Ι. Σαρίπολος, «η ελευθερωτέρα των
εδρών». Επειδή δε τοιαύτην την εθεώρει, έλεγε προ 100 ακριβώς ετών, το 1862,
εις εναρκτήριον μάθημά του (πρόκειται περί μαθήματος γενομένου επί τη επανόδω
του αειμνήστου συνταγματολόγου εις την πανεπιστημιακήν έδραν του, από της
οποίας τον είχεν εκδιώξει το καθεστώς του βασιλέως Όθωνος «διότι ελευθέρους
παρεσκεύαζε πολίτας και ουχί ταπεινούς, και εθελοδούλους υπηκόους»):


«Ει περ η ελευθερία από της οικουμένης απάσης εδιώκετο, ήθελε διασωθή εν
Ευρώπη· ει δ’ από της Ευρώπης πάσης εφυγαδεύετο, έδει αυτήν ευρείν καταφυγήν
εν τη κοιτίδι αυτής, τη ωραία ημών Ελλάδι· ει δ’ από ταύτης εξωθείτο, το ιερόν
τούτο του Πανεπιστημίου έδος άξιον αυτής ήθελεν γενή κρυπτήριον και
κρυφιομύσται αυτής οι εν αυτώ της σοφίας λειτουργοί· ει δε τέλος και ενταύθα ο
απηνής διωγμός κατελάμβανεν αυτήν, ήθελον παραλάβει αυτήν, εγώ τουλάχιστον,
υπό την καθηγητικήν τήβεννόν μου και καταβή μελανείμων την έδραν ταύτην, ως
διοπετές τι παλλάδιον κατακρύπτων αυτήν μέχρις ου αισιώτεραι επιλάμψωσιν
ημέραι, όπως την φυγάδα αποδώσω τη πατρίδι»».
Αυτά έλεγε ο Ν. Ι. Σαρίπολος το 1862 και επανελάμβανα εγώ το 1962.
Φαίνεται ότι ήδη «ήγγικεν η ώρα» να εφαρμοσθούν οι υποθήκες που έχουν
εξαγγελθή. Σε ό, τι με αφορά, το ξαναδηλώνω: όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα
του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω σαν μάθημα της πολιτικής ελευθερίας.


Αν δε το αποψινό μου μάθημα συμβή να είναι το τελευταίο, θα ήθελα να σας
παρακαλέσω να κρατήσετε από τη διδασκαλία μου την ουσία της: τη σημασία της
πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατακτήσεως για την παραπέρα εξέλιξη του
κοινωνικού βίου και ως προϋποθέσεως για τη γενικότερη απελευθέρωση και
καταξίωση του ανθρώπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το
ουσιώδες είναι να μείνη κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους
καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.
Μη επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν. Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς και
άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας, περιφρουρήστε την άγια
υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής σας, κρατήστε στητό και αγέρωχο το ωραίο
ανάστημά σας.
Και αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχη παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους
υπηκόους, σας πη ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς
πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο
συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης.
Και θυμίστε της ό,τι ο Περικλής είχε πει στον «Επιτάφιο»: όποιος αδιαφορεί για
τα πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι όχι φιλήσυχος, αλλ’ άχρηστος,
«αχρείος» πολίτης. Και μη ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την Πατρίδα μας
και το Λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή ­ και θέλω μ’ αυτά να σας
αποχαιρετίσω:
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία». »

WordPress theme: Kippis 1.15