Και για την Ελλάδα συζήτησαν Μπάιντεν-Ερντογάν στη Ρωμη
ΡΩΜΗ. («ΑΡ»). Η Ελλάδα βρέθηκε, μεταξύ άλλων, στο επίκεντρο της συνάντησης που είχαν χθες στη Ρώμη ο Αμερικανός πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν και ο Τούρκος ομόλογός του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Στην πολυαναμενόμενη συνάντηση, την οποία επεδίωκε διακαώς εδώ και καιρό ο Τούρκος Πρόεδρος συζητήθηκε, σύμφωνα με το «Associated Press», «η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο», τέθηκε δηλαδή με λίγα λόγια το ζήτημα των σχέσεων της Τουρκίας με την Ελλάδα.
Παράλληλα, συζητήθηκαν και άλλα θέματα, με τον πρόεδρο Μπάιντεν να λέει στον Ταγίπ Ερντογάν ότι οι χώρες τους πρέπει να διαχειριστούν καλύτερα τις διαφωνίες αφού η συνεργασία μεταξύ των δύο αυτών συμμάχων του ΝΑΤΟ δοκιμάστηκε από την απειλή της Αγκυρας να μην αναγνωρίσει πλέον τον πρέσβη των ΗΠΑ και την αγορά ενός ρωσικού συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας.
Η κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση ήταν εκτός προγράμματος και κλείστηκε προφανώς εκτάκτως το Σάββατο, ενώ διήρκησε περίπου μία ώρα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με μία λιτή ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Μπάιντεν επιβεβαίωσε την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών και τη σημασία της Τουρκίας ως συμμάχου του ΝΑΤΟ, αλλά σημείωσε τις ανησυχίες των ΗΠΑ για την κατοχή του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 από την Τουρκία.
Η ανακοίνωση ανέφερε ότι ο Μπάιντεν και ο Ερντογάν συζήτησαν επίσης την πολιτική διαδικασία στη Συρία, την ανθρωπιστική βοήθεια για τους Αφγανούς, τις εκλογές στη Λιβύη, την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και τις διπλωματικές προσπάθειες στον Νότιο Καύκασο. Και ο Μπάιντεν εξέφρασε ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου στην Τουρκία και κάλεσε τις χώρες να συνεργαστούν περισσότερο και να χειριστούν «αποτελεσματικά τις διαφωνίες», ανέφερε ο Λευκός Οίκος.
Πριν την κατ’ ιδίαν συνάντηση ο Μπάιντεν είπε ότι «σχεδιάζουμε να έχουμε μια καλή συνομιλία», καθώς οι ηγέτες εμφανίστηκαν μπροστά σε δημοσιογράφους. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν απάντησε σε επίμονες ερωτήσεις σχετικά με το εάν η Τουρκία είχε πλησιάσει πολύ τη Ρωσία ή γιατί ο Μπάιντεν δεν θέτει την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αν θα πωλήσει F-16 στην Τουρκία.
Το γραφείο του Ερντογάν ανέφερε σε δήλωση ότι η συνάντηση διεξήχθη σε «θετική ατμόσφαιρα», στην οποία οι ηγέτες εξέφρασαν την «κοινή βούληση για περαιτέρω ενίσχυση και βελτίωση Τουρκίας-ΗΠΑ και συμφώνησαν να δημιουργήσουν έναν κοινό μηχανισμό αναλόγως».
Η δήλωση ανέφερε επίσης ότι υπάρχει «ικανοποίηση για τα αμοιβαία βήματα που έγιναν για την κλιματική αλλαγή».
Οπως υπενθυμίζει πάντως το «Associated Press», ο Τούρκος Πρόεδρος έχει δηλώσει ότι είναι ανοιχτός στην αγορά ενός δεύτερου ρωσικού πυραυλικού συστήματος, παρά τη διαμάχη που προκλήθηκε από τη συμφωνία του 2017 για την απόκτηση των S-400. Eξ ου και ο ρόλος της Τουρκίας ως συμμάχου του ΝΑΤΟ βρέθηκε κάτω από οξεία κριτική τις πρόσφατες εβδομάδες.
Πολύ δε πρόσφατα ο Ερντογάν, σε συγκέντρωση στις 23 Οκτωβρίου, είπε ότι 10 ξένοι πρεσβευτές που ζήτησαν την απελευθέρωση ενός φυλακισμένου φιλάνθρωπου πρέπει να χαρακτηριστούν persona non grata. Οι απεσταλμένοι, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Γερμανίας, είχαν προηγουμένως εκδώσει δήλωση ζητώντας να επιλυθεί η υπόθεση του Οσμάν Καβαλά, ενός επιχειρηματία και φιλάνθρωπου που κρατείται στη φυλακή από το 2017, παρ’ όλο που δεν είχε καταδικαστεί για έγκλημα.
Ο Ερντογάν δεν πραγματοποίησε την απειλή του, αλλά αυτό αντανακλά τις αυξανόμενες εντάσεις μες τις ΗΠΑ.
Ο Μπάιντεν και ο Ερντογάν συναντήθηκαν για τελευταία φορά τον Ιούνιο σε μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου συζήτησαν το ενδεχόμενο η Τουρκία να εξασφαλίσει και να λειτουργήσει το διεθνές αεροδρόμιο στην Καμπούλ του Αφγανιστάν. Αλλά αυτά τα σχέδια εξατμίστηκαν καθώς οι Ταλιμπάν ανέλαβαν γρήγορα τον έλεγχο του Αφγανιστάν εν μέσω της αποχώρησης του Στρατού των ΗΠΑ.
Επίσης, δεν υπήρξε συνάντηση των δύο ανδρών τον Σεπτέμβριο κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Σύμφωνα με την «Washington Post», τη συνάντηση των δύο ηγετών είχε προαναγγείλει ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος σε δημοσιογράφους το Σάββατο επισημαίνοντας ότι αν ο Ερντογάν είχε πραγματοποιήσει την απειλή του για δέκα πρέσβεις, ανάμεσά τους ΗΠΑ, Γαλλίας, Γερμανίας, να κηρυχθούν «persona non grata», η συνάντηση της Κυριακής θα κινδύνευε να μην γίνει.

