Η εξασφάλιση της προσβασιμότητας σε μία περιοχή, αποτελεί πρωταρχικό και κυρίαρχο παράγοντα για την άνθιση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι αξιόπιστες συγκοινωνίες, σε συνδυασμό με ένα ολοκληρωμένο δίκτυο μεταφορικών υποδομών και πολλαπλά μεταφορικά μέσα, είναι κεντρικές προϋποθέσεις, για την επιτυχία κάθε σχεδιασμού που στοχεύει στην οικονομική ανάκαμψη, πόσω μάλλον όταν το επιδιωκόμενο είναι η ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και η προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Αντ’ αυτών, η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει μία ζοφερή κυκλοφοριακή πραγματικότητα.
Ατελείωτες ώρες μποτιλιαρίσματος για να προσεγγίσει κανείς το κέντρο της πόλης, ανεπαρκής εξυπηρέτηση από σύγχρονα και αξιόπιστα μέσα μαζικής μεταφοράς, έλλειψη χώρων στάθμευσης, ανεπάρκεια υποδομών για πεζούς και ποδηλάτες. Το κορεσμένο οδικό δίκτυο επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από την άναρχη και παράνομη στάθμευση, ενώ η πανδημία έχει επιτείνει τη χρήση του ΙΧ αυτοκινήτου.
Οι παρεμβάσεις υπέρ των φιλικών προς το περιβάλλον τρόπων μετακίνησης, όπως οι ποδηλατόδρομοι, αποδεικνύονται στην πράξη αποσπασματικές, αφού η μη ένταξή τους σε ένα γενικότερο πλαίσιο για τις μετακινήσεις, οδηγεί στην αποτυχία τους και στη δημιουργία αρνητικής εικόνας στο κοινωνικό σύνολο για ένα σωστό κατά τ’ άλλα μέτρο.
Από την άλλη, κινήσεις που γίνονται υπό τον μανδύα της διευκόλυνσης της αγοράς και των επιχειρήσεων, όπως η αφαίρεση των εμποδίων (πασσαλάκια) που αποτρέπουν την παράνομη στάθμευση (διπλοπαρκάρισμα), καθώς και η απουσία ωραρίου φορτοεκφόρτωσης, όχι μόνο δεν λειτουργούν προς όφελος των επιχειρήσεων, αλλά αντίθετα τους δημιουργούν μεγαλύτερα προβλήματα.
Όταν η πόλη καθίσταται απροσπέλαστη εξαιτίας όλων των προηγούμενων, οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο στην καθημερινότητα των πολιτών, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Ο αντίκτυπος είναι αρνητικός και για την τοπική οικονομία. Για τις εκατοντάδες επιχειρήσεις εντός του αστικού ιστού που παρά τα πολλαπλά πλήγματα που δέχτηκαν τα τελευταία χρόνια, προσπαθούν να ορθοποδήσουν, για τους εργαζόμενους και τους πελάτες τους. Δεν είναι τυχαίο που οι πολίτες δείχνουν προτίμηση σε εμπορικά κέντρα περιφερειακά της Θεσσαλονίκης. Όσο οι συνθήκες πρόσβασης στην πόλη, δεν βελτιώνονται, απομακρύνεται και η προοπτική ανάδειξης νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.
Επιπρόσθετα, ο γόρδιος δεσμός του κυκλοφοριακού πλήττει ευθέως και τον κλάδο των ακινήτων. Η φυγή των επιχειρήσεων και άρα η πτώση της ζήτησης συνεπάγεται και πτώση των τιμών της κτηματαγοράς.
Άλλωστε στη Θεσσαλονίκη, έχουμε χειροπιαστά και επώδυνα παραδείγματα του τρόπου που η αδυναμία πρόσβασης σε μια περιοχή, συνεπάγεται τον οικονομικό μαρασμό της, όπως στην περίπτωση της Εγνατίας και της Δελφών που από σημαντικά εμπορικά κέντρα μετατράπηκαν σε περιοχές παρακμής και εγκατάλειψης εξαιτίας των έργων του Μετρό.