Δεν έχει κοπάσει ακόμη ο απόηχος από τις εκδηλώσεις μνήμης, που οργανώθηκαν σε όλη την ελληνική επικράτεια, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την οδυνηρή περιπέτεια που οδήγησε στη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και από τις ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης, όπως κάθε Μάιο, για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Δύο δίδυμες εθνικές τραγωδίες, με θύμα τον Ελληνισμό της Ανατολής, με διαφορετικές ίσως αφορμές, χρόνο και τρόπο που έδρασε ο θύτης, δηλαδή η εθνικιστική Τουρκία, αλλά ενταγμένες στον ίδιο σχεδιασμό των Νεοτούρκων για πλήρη αφανισμό του Ελληνοχριστιανικού στοιχείου από την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο και τα παράλια της Μικράς Ασίας με την ενδοχώρα της, εκεί όπου για 3.000 και παραπάνω χρόνια ήκμασε το ελληνικό στοιχείο και μεγαλούργησε ο ελληνικός πολιτισμός.
Ο απολογισμός του γενοκτονικού σχεδιασμού για την εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου, όπως αυτός έγινε αποδεκτός και καταχωρίστηκε στα επίσημα αρχεία του Foreign Office, είναι ο παρακάτω (τον Δεκέμβριο του 1921):
Στις 6 Μητροπόλεις, Αμάσειας, Νεοκαισάρειας, Τραπεζούντας, Χαλδίας, Ροδόπολης και Κολωνείας, 815 ακμάζουσες κοινότητες καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, 1.134 εκκλησίες και 960 ελληνικά σχολεία κάηκαν, περιουσίες που αποκτήθηκαν ύστερα από σκληρή δουλειά πολλών γενεών λεηλατήθηκαν και πληθυσμός 353.000 ανθρώπων (μέχρι τότε) εξολοθρεύτηκε με τρόπο απάνθρωπο. Μαζικές σφαγές, απαγχονισμοί, εκτοπίσεις, λεηλασίες, αυθαίρετες δημεύσεις περιουσιών, βιασμοί γυναικών, οδοιπορικά θανάτου και άλλες φρικαλεότητες διαπράχθηκαν από τους Τούρκους την περίοδο 1914-1922. Στην πρώτη φάση, 1914-1918, από το κομιτάτο των Νεοτούρκων «Ένωσις και Πρόοδος» με τη σατανική τριάδα, του Ταλαάτ Μπέη, του Ενβέρ Πασά και του Ντζεμάλ Πασά και τον αφανισμό περίπου 200.000 ανθρώπων από τις κακουχίες και τις αρρώστιες στα περίφημα «αμελέ ταμπουρού» («τάγματα εργασίας») και στη δεύτερη φάση, 1919-1922, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα και με φονικό εργαλείο τον άτακτο κεμαλικό στρατό, υπό τον σατανικό Τοπάλ Οσμάν και τους Τσέτες του.
Στη συνέχεια, και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη η υλοποίηση του σχεδίου αφανισμού όλων των χριστιανικών πληθυσμών από την οθωμανική επικράτεια, έρχεται «Η απόβαση στη Μικρασία», οι άστοχες πολιτικές και οι λανθασμένες στρατιωτικές εκτιμήσεις, το διασπασμένο εσωτερικό μέτωπο, η μάχη στο Σαγγάριο, οι καταστροφικοί σχεδιασμοί επί χάρτου και οι τραγικές απώλειες 25.000 Ελλήνων στρατιωτών στα πεδία των μαχών, η κατάρρευση του μετώπου, η εγκατάλειψη στρατιωτών και Ελλήνων πολιτών από τις ελληνικές αρχές, η καταστροφή της Σμύρνης,
«Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι (φωτιά / πυρκαγιά)
στο ντουνιά δεν έχει γίνει,
κάηκε κι έγινε στάχτη
κι έβγαλ’ ο Κεμάλ το άχτι»,
θα ακούσουμε σε λίγο να θρηνεί με το τραγούδι της η σμυρναίικη μούσα, η απώλεια της Ανατολικής Θράκης και, ως κατακλείδα των μοιραίων για τον ελληνισμό αποφάσεων, τόσο της στρατιωτικής όσο και της πολιτικής ηγεσίας, η «δίκη των έξι» και η εκτέλεση των θανατοποινιτών, στις 15 Νοεμβρίου 1922.
Τραγικός ο απολογισμός από την επιχείρηση εθνικών εκκαθαρίσεων του νεοτουρκικού κράτους στο σύνολο του μικρασιατικού χώρου, με 600.000 νεκρούς (άταφοι οι περισσότεροι) και δραματική συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμού που ζούσε εκεί. Η μεγαλύτερη συμφορά, για την Ελλάδα και τον ελληνισμό, άνοιξε οδυνηρές πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ.
Στη συνέχεια, η συμφωνία της Λωζάνης και η ανταλλαγή των πληθυσμών, ο βίαιος ξεριζωμός από τις πατρογονικές εστίες, η προσφυγιά, που είναι το ίδιο οδυνηρή όποιος κι αν είναι ο τόπος, όποια κι αν είναι (μικρή ή μεγάλη) η περιουσία, όποιο κι αν είναι το σπιτικό, πλούσιο ή φτωχικό, που ο πρόσφυγας αθέλητα αφήνει πίσω του, η οδύνη του οδοιπορικού προς το άγνωστο, η αδυσώπητη νοσταλγία του χαμένου για πάντα παραδείσου.
Ασφαλώς, η ηττημένη, φτωχή και ανήμπορη Ελλάδα, δεν ήταν καθόλου εύκολο να υποδεχθεί το 1,5 εκατομμύριο ταλαίπωρων προσφύγων. Ούτε οικονομικές δυνατότητες για μιά τόσο εκτεταμένη περίθαλψη είχε, αφού οι εγχώριοι πόροι ήσαν πενιχροί και ανεπαρκείς ακόμη και για τους γηγενείς, ούτε τις αναγκαίες υποδομές διέθετε. Έτσι, η υποδοχή από την μητέρα Ελλάδα τόσο μεγάλου κύματος προσφύγων έγινε υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης και ανετοιμότητας, κράτους και λαού. Και δεν έλειψαν συμπεριφορές προς τους πρόσφυγες, όχι μόνο άδικες, αλλά μερικές φορές και ταπεινωτικές, ωσάν η προσφυγιά να τους «φορτώθηκε στην πλάτη» και, ως «ξένο σώμα», να απειλούσε το -έτσι κι αλλιώς ισχνό- εθνικό πινάκιο φακής.
Και, μάλιστα, χωρίς τάχα αντιπαροχή, δηλαδή χωρίς ανταποδοτική συνεισφορά των προσφύγων στην εν γένει ανάπτυξη της χώρας. Δεν είναι καθόλου έτσι, όμως. Επίσημα στατιστικά στοιχεία, μελέτες και εκθέσεις της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, μαρτυρούν ότι στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου οφείλονται, η ριζική αναδιάρθρωση της γεωργικής παραγωγής, η ανάπτυξη και συστηματοποίηση της κτηνοτροφίας και της πτηνοτροφίας, η εκβιομηχάνιση της χώρας με τη δημιουργία βιομηχανικών μονάδων από πρόσφυγες με οικογενειακή παράδοση στην κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, τη μεταξουργία, τη βυρσοδεψία, κλάδους που ήσαν σχεδόν άγνωστοι μέχρι τότε στην Ελλάδα, η ώθηση του εμπορίου, με τη δοκιμασμένη εμπειρία των προσφύγων στις διεθνείς εμπορικές διασυνδέσεις και στον εμπορικό ανταγωνισμό, όπως τον ασκούσαν επιτυχημένα απέναντι στους Τούρκους, τους Αρμένιους, τους Εβραίους και Λεβαντίνους ανταγωνιστές τους.
Έγραψε για τους πρόσφυγες ο Κυδωνιάτης Ηλίας Βενέζης πως πρόκοψαν, και μαζί τους όλη η Ελλάδα, καθώς «δούλευαν την πικρή γη, ξεχέρσωναν αγριόβουνα, αποξέραιναν βαλτόνερα κι έμπαιναν έτσι στον κορμό της χώρας».
Και, βέβαια, η ίδια η ιστορία αναγνωρίζει τη μεγάλη συμβολή των προσφύγων στην αναστροφή της πληθυσμιακής σύνθεσης υπέρ του ελληνικού στοιχείου, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκαν περίπου 750.000, καθιστώντας ασφαλέστερα τα σύνορά μας και αποτελώντας τον έμψυχο προμαχώνα τους. Ακόμη, αναγνωρίζει την ευεργετική μετάγγιση στοιχείων από τον ακμαίο πολιτισμό και την κοινωνική κουλτούρα, με τα οποία «μπόλιασε» τον εγχώριο πολιτισμό, με στοιχεία που επηρέασαν καταλυτικά την εθνική πολιτισμική μας ταυτότητα και διατηρούνται ακμαία μέχρι και σήμερα.
Με πολύ μόχθο, υπομονή και επιμονή, έστησαν τα νοικοκυριά τους οι πρόσφυγες, εδώ, στη μητέρα Ελλάδα και, κυρίως στη Μακεδονία με επίκεντρο την προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη. Και με πετρωμένες τις καρδιές όσων βίωσαν την τραγική προσφυγιά και που, όταν έφτιαξαν τα καινούργια σπιτικά τους στην Ελλάδα και έγιναν πατεράδες και μανάδες, παπούδες και γιαγιάδες, δεν μπόρεσε η βαθιά νοσταλγία για την αλησμόνητη πατρώα γη να κατανικήσει τον βαθύ πόνο που καταστάλαξε στις ψυχές τους. Κι’ όταν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, γόνοι της δεύτερης και τρίτης γενιάς, τους πρότειναν ένα ταξίδι-προσκύνημα στο γενέθλιο τόπο, αρνήθηκαν γιατί δεν άντεχαν το ξαναζωντάνεμα της ολέθριας εμπειρίας. Να, πώς αποτυπώνεται αυτή η εσωτερική αντιμαχία, νοσταλγίας και οδύνης, σε έναν ποιητικό διάλογο ανάμεσα σε έναν πόντιο πρόσφυγα πρώτης γενιάς και τον γιό του:
Πατέρα, ας παίρω σε και πάμ’
‘ς σον τόπον π’ εγεννέθες.
Να ελέπ’ ς τ’ οσπίτ’ ι-σ, το κεπί ς’
και το χωρίον όλεν.
Να πάμε’ ς σα παρχάρια’ σουν
και ‘ ς σα πεγαδομάτια.
Να λέεις με π’ έπαιζες μικρός
και που τρανός εγάπ’ νες.
Πουλόπο μ’, δέβα μαναχός
κι εμέναν ξάϊ μη λες α’.
Η κάρδια μ’ άλλο κι κρατεί
τ’ εμόν να ελέπω ξένον.
Η εκκλησία μ’ έν αλών’,
αχούριν το σχολείο μ’,
έρ’ μα τ’ οσπίτια ελέπ’ ατα,
‘ ς σα βρούλας φουντωμένα.
Μανάχον ‘ς σα ταφία ‘μουν
φυτρών’νε μανουσάκια,
ατού να πας αντίς τ’ εμέν
ν’ αφτύν-τ-ς έναν κερόπον.
Έχει σημασία να δούμε που βρισκόμαστε σήμερα, θύτης και θύμα, με συμπληρωμένα 100 χρόνια από τα ιστορικά γεγονότα που προκάλεσαν τον εκπατρισμό του ελληνισμού από μιά πανάρχαια κοιτίδα του, στη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο.
Η σύγχρονη Τουρκία, συνεπής στη διαχρονική γραμμή της να προβάλλει διαρκώς διεκδικήσεις και να θέτει θέματα, είτε για να κατοχυρώσει ακόμη και τα αδίκως κεκτημένα της, είτε για να αποπροσανατολίζει τη διεθνή κοινή γνώμη, πορεύεται με πυξίδα τον ακραίο «παντουρκισμό» και τις νεο-οθωμανικές φαντασιώσεις και κρίσεις μεγαλομανίας της αυταρχικής ισλαμικής ηγεσίας της. Ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός με τον οποίο συντηρεί έναν κίβδηλο αναθεωρητισμό, οι συνεχείς προκλήσεις στο Αιγαίο, η υπονομευτική τακτική στα χερσαία σύνορα, η μετατροπή χριστιανικών ναών και μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς σε τζαμιά, οι επιτηδευμένες αντιφατικές συμπεριφορές αξιωματούχων, αποτελούν τις σύγχρονες «αιχμές» της μόνιμης στρατηγικής των επεκτατικών βλέψεων, των κατασκευασμένων εχθροπραξιών και των ανιστόρητων διεκδικήσεων της τουρκικής πλευράς. Παράλληλα, καταστρατηγεί αποφάσεις διεθνών οργανισμών, οχυρωμένη πίσω από την ατιμωρησία που της παρέχει ο «διεθνής παράγων», που κι αυτός περιορίζεται σε ανώδυνη ρητορική καταδίκης και απειλών για επιβολή κυρώσεων, με την Τουρκία να «εξαργυρώνει» τον ρόλο του «συμμάχου» σε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Για την αντιμετώπιση αυτής της στάσης της γείτονος, από μέρους μας χρειάζεται αρραγές εσωτερικό εθνικό μέτωπο, αποφασιστική εξωτερική πολιτική, συνεκτικό σχέδιο και συνεπής άσκηση διπλωματίας με τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των διεθνών ερεισμάτων.
Η εθνική συλλογική μνήμη, στην οποία καταχωρίζονται εθνικοί αγώνες, διεκδικήσεις, και σημαντικές επέτειοι, αποτελεί την κιβωτό, όπου διασώζονται τα «ασημικά» κάθε έθνους. Mέσα σε αυτά, μαζί με τις νίκες και τις εθνικές επιτυχίες, συγκαταλέγονται και οι ήττες και οι εθνικές τραγωδίες. Με σκοπό, να αποτίεται ο οφειλόμενος φόρος τιμής στους νεκρούς, να αποδίδεται η ιστορική αλήθεια και να διατηρούνται ακέραιες οι διεκδικήσεις για τη δικαίωσή της. Μπορεί, βέβαια, να συντηρούν μία χαίνουσα πληγή, καθώς ανασύρουν και επαναφέρουν εικόνες, βιώματα, μαρτυρίες που προκαλούν πόνο. Από την άλλη, όμως, διατηρούν ακμαία την ιστορική μνήμη, ώστε να προσφέρει διδαχή και ευκαιρία για νηφάλιο εθνικό αναστοχασμό, χρήσιμο για το παρόν και για το μέλλον της χώρας και του έθνους μας.
Μιά τέτοια προσφορά στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της εθνικής συλλογικής μας συνείδησης, είναι και η εγκατάσταση αυτού του Μνημείου, που σήμερα γίνονται τα αποκαλυπτήριά του. Οφείλονται θερμά συγχαρητήρια στο Δήμαρχο του Δήμου Νεάπολης – Συκεών κ. Σίμο Δανιηλίδη, σε όλο το Δημοτικό Συμβούλιο και στους φορείς της τοπικής κοινωνίας που υιοθέτησαν και υποστήριξαν αυτή την πρωτοβουλία. To Μνημείο αυτό, από αύριο, θα αποτελεί ένα τοπόσημο δέησης και μνημοσύνης για τον μικρασιατικό και τον ποντιακό ελληνισμό, ένα τοπόσημο εθνικής αυτογνωσίας που θα παραμένει στο διηνεκές, ως ζώσα μνήμη και φωτοδότης φάρος της ιστορίας μας.
*Ομιλία του Γιώργου Λυσαρίδη, τέως προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και πρώην γενικού γραμματέα των υπουργείων Αθλητισμού και Μακεδονίας και Θράκης, στα αποκαλυπτήρια του Μνημείου Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού, του δήμου Νεάπολης – Συκεών Θεσσαλονίκης, την Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023.
Διαβάστε αναλυτικά τι έγινε τα εγκαίνια του Μνημείου Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού στο δήμο Νεάπολης – Συκεών στο ακόλουθο Link