ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ Κ.Κ.Ε.

Από Γιώργο Αδαμίδης gada38@otenet.gr και τηλ. Γραφείου 210-3832340

 

Π ρ ό λ ο γ ο ς

Αυτό το δοκίμιο αφιερώνετε στους συντρόφους που δουλέψανε  στον μηχανισμό της Κομμουνιστικής  Νεολαίας  Ελλάδας (ΚΝΕ) στην διάρκεια της  χουντικής επταετίας, με αποτελεσματική δράση και σήμερα δεν βρίσκονται στη ζωή. Μικρή συνεισφορά στη μνήμη τους. Τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο από την Λειβαδιά, που προμήθευε με τυπογραφικά στοιχεία, τυπογραφικά μελάνια και χαρτί για τις εκτυπώσεις του ΟΔΗΓΗΤΗ και του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, πέρα από την υπόλοιπη σημαντικότατη ειδική δράση του.  Τον Βασίλη Ζαφειράκη από την Κοζάνη και τον Τίτο Λίτινα από την Αθήνα με κρητική καταγωγή, που δεν κάνανε ποτέ πίσω σ’ ότι καθήκοντα έπεφταν στους ώμους τους.  Όλοι τους τότε φοιτητές  του Παντείου Πανεπιστημίου και της συνδικαλιστικής παράταξης των αριστερών φοιτητών της «ΠΡΟΟΔΟΥ». Όλοι τους τότε,  του μικρού πυρήνα του μηχανισμού της ΚΝΕ, που ξεκίνησε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, επεκτάθηκε στη Νομική Σχολή με τους συντρόφους Δήμο Τσακνιά, Δημήτρη Γκαστή, Στέλιο Μαγγανιά (όλοι τους στην μεταπολίτευση δικηγόροι), τον Νίκο Καπλάνη τότε φοιτητή της οδοντιατρικής και μετέπειτα οδοντίατρο,  μέσα από συνδέσεις που γινότανε στο βιβλιοπωλείο του ΚΕΔΡΟΥ, που τότε βρισκότανε στην οδό Πανεπιστημίου, στην στοά που βγαίνει από την Πανεπιστημίου στην Χαριλάου Τρικούπη και από την Νομική Σχολή επεκτάθηκε  επαφή με το Πολυτεχνείο, (τους συντρόφους του πολυτεχνείου δεν τους θυμάμαι γιατί τους χειριζότανε οι συνάδελφοι της Νομικής) ακόμη και η διεύρυνση είχε μια λογική σειρά, που βέβαια για τους πρωτεργάτες δεν έμπαινε με λογική σειρά, η λογική σειρά των πραγμάτων έμπαινε από μόνη της. Σημαντική δράση του ταπιτσέρη επιπλοποιού Σάββα Καραλίδη, τόσο στη βοήθεια του στην ΚΝΕ, όσο και την βοήθεια του στο ΚΚΕ στα χρόνια της χούντας που έδινε βοήθεια στα παράνομα στελέχη και έκανε το σπίτι του τόπο συνεδρίασης των ηγετικών στελεχών, ότι κι’ αυτό αν σήμαινε για την οικογένεια του αν εντοπιζόταν. Εκφράζω τον σεβασμό μου στους συντρόφους Γρηγόρη Κοκοζίδη, αγροτιστή και Βασίλη Δεμουρτζίδη, φοιτητή τότε της Νομικής του ΑΠΘ από την Θεσσαλονίκη και τον  Γρηγόρη Νιόλη ή Νιολάκη συμφοιτητή μου από τα Χανιά της Κρήτης, που δώσαν απλόχερα τον εαυτό τους στον αγώνα εναντίον της Χούντας, χωρίς να λογαριάζουν κανενός. Από τον Γρηγόρη και τον Βασίλη περιμένω καταγραφή της μνήμης τους από εκείνα τα χρόνια.  Τιμή και μεγάλη τιμή τους πρέπει σ’ αυτούς  τους  αγωνιστές και σ’ αυτούς που το πέρασμα του χρόνου τα έσβησε η μνήμη. Δεν ανταλλάξανε ποτέ τον αγώνα τους  με πολιτικές καριέρες στην μεταπολίτευση. Στο μέλλον θα προσπαθήσουμε  να γράψουμε περισσότερα γι’ αυτούς τους συντρόφους και τον αγώνα που κάνανε.  Υπάρχουνε κι’ άλλοι σύντροφοι που σήμερα ζούνε ανάμεσα μας, για λόγους όμως διακριτικότητας δεν θέλουν αναφορά στ’ όνομα τους.  Μερικοί από αυτούς είχανε πανελλαδική δράση και πολιτική δράση εντός και εκτός της χώρας. Παρ’ όλο που όλοι μας ήμασταν άπειροι στον αφανή πολιτικό αγώνα και από πού να ήμασταν έμπειροι, νέοι άνθρωποι ήμασταν όλοι μας, για να μην πω παιδιά, τα καταφέραμε πάρα πολύ καλά. Κάποιοι νόμιζαν επειδή δεν μας εντοπίζανε οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της χούντας ότι ήμασταν έμπειροι επαναστάτες, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβαινε. Απλά ήμασταν προσεκτικοί, λίγο τυχεροί και καθόλου λογάδες!!! Την περίοδο της μεταπολίτευσης κάποιοι φύγανε από την ΚΝΕ είτε γιατί ακολουθήσανε τους κανόνες της καθημερινής ζωής, είτε κάνανε άλλες πολιτικές επιλογές, είτε διαφράφηκαν. Αυτό που έχει σημασία ότι σ’ όλη την διάρκεια της δικτατορίας ήταν αυτοί που στελεχώσανε τις γραμμές της ΚΝΕ και του ΚΚΕ και ανέπτυξαν σημαντική πολιτική δράση. Ανεξάρτητα τι κάνανε στην μεταπολίτευση, στα χρόνια της δικτατορίας ήταν αυτοί και πρέπει να το λέμε γραπτά και προφορικά. Αυτή την χρονική περίοδο ήταν αυτοί και ήταν αυτοί που σήκωσαν το βάρος του αντιδικτατορικού αγώνα και μάλιστα με επιτυχία, παρ’ όλο που ήμασταν άμαθοι στην αφανή πολιτική δράση και δώσαμε καλά εύσημα και στην ΚΝΕ και στο ΚΚΕ. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ, ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ.

                                            ———————————

 

Ρεπορτάζ για 52 χρόνια πίσω. Χούντα 1967-74.Οι Ασύλληπτοι.

(το οδοιπορικό μου στα χρόνια της χούντας).

Το ξεκίνημα μου στους πολιτικούς αγώνας έγινε μερικούς μήνες πριν από τις εκλογές του 1961. Οι πρώτοι μου καθοδηγητές στην Νεολαία της ΕΔΑ Θεσσαλονίκης ήταν ο Χρόνης Μίσιος και η Καίτη Τσαρουχά, κόρη του δολοφονημένου από την χούντα Γιώργου Τσαρουχά. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε και από την δολοφονία του νεολαίου της πόλης μας Στέφανου Βελδεμίρη, από ότι μου είπε και η μητέρα μου με την μητέρα του Στέφανου Βελδεμίρη είτανε τρίτες εξαδέλφες. Η μητέρα μου που δεν ήταν από οικογένεια με αριστερές παραδόσεις, παραβρέθηκε στην κηδεία του Στέφανου, παρ’ όλους του δύσκολους καιρούς και την αστυνομοκρατία που υπήρχε στην πόλη. Αυτά για το ξεκίνημα  και την στράτευση μου, ήτανε βέβαια και φυσιολογικό γιατί η οικογένεια μου ήτανε πρόσφυγες του 22, οι λεγόμενοι ανταλλάξιμοι.   

Το πρώτο καιρό της χούντας, όλοι ψαχνόμασταν,  για το τι μέλει γενέσθαι; Το γενεσιουργό αίτιο υπήρχε. Αντίσταση εναντίον της δικτατορίας αλλά πώς; Και με τι; Το ξάφνιασμα σε μας τους νεολαίους τότε ήταν φυσιολογικό. Φοιτητής τότε του Παντείου Πανεπιστημίου, λίγο καιρό πριν με είχαν εκλέξει πρόεδρο της συνδικαλιστικής παράταξης της ΠΡΟΟΔΟΥ αυτό ήταν όλο. Νεολαία ΛΑΜΠΡΑΚΗ αγωνιστικό νεολαιϊστικο κίνημα αλλά στο καινούργιο γεγονός της Χούντας, σκόρπια η καθοδήγηση. Λίγο καιρό πριν η σπουδάζουσα της Αθήνας είχε αχτίφ στα κεντρικά γραφεία της ΕΔΑ στην οδό Αριστείδου 6, κατεβαίνοντας από τα γραφεία στην έξοδο,  μας σταμάτησαν τρεις ασφαλίτες για έλεγχο ταυτοτήτων, επαρχιώτης σαλονικιός εγώ, από την ταυτότητά μου δεν φαινότανε κατοικία Αθηνών. Με ρώτησαν που μένεις και παρ΄ όλο που λίγο καιρό πριν είχα μετακομίσει  στην οδό Μεϊντάνη στο Κουκάκι για να είμαι πιο κοντά στη Σχολή μου, τους δήλωσα κατοικία μου στην Άνω Νέα Σμύρνη (περιοχή Ασυρμάτου) που είχα φύγει λίγο καιρό πριν. Και μόνο το γεγονός αυτό με έσωσε από σύλληψη τις πρώτες μέρες της δικτατορίας. Στο σπίτι αυτό έμενα με τον συμφοιτητή μου Παναγιώτη Μάνιο από την Σιάτιστα Κοζάνης. Όπως έμαθα αργότερα από τον άλλο συγκάτοικο μου που εξακολουθούσε και έμενε εκεί, Θεολόγος από ότι θυμάμαι τ’ όνομα του και γυιός παπά,  το σπουδαστικό της Ασφάλειας έκανε έρευνα στο σπίτι αυτό για να με πιάσει αλλά εγώ είχα φύγει εδώ και κάποιο καιρό και την γλύτωσα. Και σιγά τον μεγάλο επαναστάτη που θα πιάνανε, κρίνοντας τον εαυτό μου από τη σκοπιά του σήμερα. Αν σκεφτεί κανείς ότι είχα έλθει από τη Θεσσαλονίκη να σπουδάσω στην Αθήνα γύρω στον ένα χρόνο και κάτι. Πόσες γνωριμίες είχα για να με πάρει κανείς στα σοβαρά, όλοι η περιουσία μου ήτανε ένα ξύλινο κρεβάτι εκστρατείας από αυτά που διπλώνει και το παίρνεις στο χέρι και μια βαλίτσα, αυτή ήτανε όλη η κινητή και ακίνητή μου περιουσία!! Αυτά για αρχή.

Το βράδυ της παραμονής του πραξικοπήματος της χούντας, η σπουδάζουσα της Αθήνας είχε αχτίφ στην Αριστείδου 6 (τα κεντρικά γραφεία της ΕΔΑ) και προετοιμάζαμε την δουλειά για την πορεία της Ειρήνης, είχα πάρει προκηρύξεις για να τις πετάξουμε στη Σχολή μας. Θυμάμαι σ’ αυτό το αχτίφ ήτανε ο Θανάσης Παπαρήγας, η Αλέκα Δρόσου μετέπειτα Παπαρήγα, ο Θανάσης Αθανασίου από την Ανωτάτη Εμπορική κ.ά. Το πρωϊ της 21ης Απριλίου ξύπνησα νωρίς το πρωϊ να πάω να πετάξω τις προκηρύξεις και μετά να πάω στο μεροκάματο. Βγήκα από την υπόγεια γκαρσονιέρα που μέναμε με το Παναγιώτη Μάνιο στην οδό Μεϊντάνη για να πάω στη σχολή αλλά μια περίεργη ησυχία επικρατούσε στους δρόμους, είδα κάποιους ανθρώπους σποραδικά να τρέχουν και να φωνάζουν δικτατορία!! δικτατορία!! γύρισα αμέσως πίσω στο σπίτι ξύπνησα τον Παναγιώτη και ανοίξαμε  το ραδιοφωνάκι και ακούσαμε τα στρατιωτικά εμβατήρια. Η ζωή μας πήρε αυτόματα άλλη τροπή και έπονται οι συνέχειες.

Τις πρώτες ακόμη μέρες της δικτατορίας με τον φίλο και συνάδελφο στη Σχολή τον Δημήτρη Χριστοδούλου (έχει αποβιώσει με άσχημο τρόπο),   κατεβήκαμε μαζί και στο πεζοδρόμιο της σχολή μας με μπογιές γράψαμε συνθήματα εναντίον της δικτατορίας ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ – ΕΞΩ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ. Συναντιόμασταν τα παιδιά που ήμασταν στην ΠΡΟΟΔΟ αλλά όπως καταλαβαίνετε κάπου σκόρπια δυο δυο, τρείς τρείς και κάναμε κουβέντες για την δικτατορία. Μάζευαν  κόσμο στον ιππόδρομο του Φαλήρου και ακούστηκε ένας αξιωματικός δολοφόνησε τον Ελή πολιτικό κρατούμενο. Η χούντα έδερνε  κόσμο στα καλά καθούμενα επειδή ήταν αριστεροί, βέβαια η ουσία του ζητήματος ήταν αλλού, θέλανε να φοβίσουνε κόσμο για να μην ξεσηκωθεί. Διαδίνανε ότι οι κομμουνιστές έχουν όπλα και άλλα παραμύθια. Οι κομμουνιστές όχι μόνο δεν είχανε όπλα αλλά στην κυριολεξία οι άνθρωποι δεν είχαν φαγητό να φάνε, μερικούς έτυχε να τους δίνω ψωμί και τυρί εγώ, από τα λίγα χρήματα που έβγαζα. Διαδίδανε φήμες ότι στα γραφεία της ΕΔΑ βρήκανε όπλα, έτυχε μετά μια εβδομάδα περίπου να περνώ από την οδό Αριστείδου 6 (είχα την περιέργεια), υπήρχε ένα φορτηγό έξω από τα γραφεία και κατεβάζανε κούτες με χαρτιά και βιβλία (οι μούφες της χούντας πήγαιναν κ’ ερχότανε). 

Κάποια χρονική στιγμή ακούσθηκε η ίδρυση του ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ, βέβαια τα οργανωτικά ζητήματα ήταν σχεδόν σε μηδενική βάση για να μην ισοπεδώσουμε τελείως την οργανωτική μας κατάσταση. Συλλήψεις γινότανε συνεχώς και τόποι εξορίας άνοιξαν. Καθημερινοί άνθρωποι μπήκανε σε νέες βασανιστικές πορείες οι οποίες τους θυμίζανε τα παλιά, τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου και τα μετεμφυλιακά χρόνια και πάει λέγοντας. Δεν είχα πολλούς φίλους στην Αθήνα, πότε να προλάβω να τους κάνω. Μικρό το χρονικό διάστημα που είχα έλθει στην Αθήνα για σπουδές, οι γνωριμίες μου ήταν περιορισμένες, αυτό βοήθησε φαίνεται στους κανόνες της προσωπικής μου ασφάλειας απέναντι στην χούντα και στις διωκτικές τους υπηρεσίες, χωρίς αυτό να το έχω συνειδητοποίηση, παρά μόνον πολύ αργότερα. Δεν θυμάμαι πως ακριβώς βρέθηκα με μία γραφομηχανή στα χέρια μου,  απαλλοτριωμένη από τα γραφεία του συλλόγου των φοιτητών της Παντείου κ’ έτσι άρχισα δουλειά. Για να μην ξεχνιόμαστε η απαλλοτριωμένη γραφομηχανή επεστράφη στα γραφεία του συλλόγου τον πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης, κι’ αυτή τη φορά πάλι με μυστικό τω τρόπω. Δεν νομίζω να πρόσεξε ποτέ κανείς αυτές τις αλλαγές!!.

Με την γραφομηχανή που είχαμε απαλλοτριώσει από τα γραφεία του συλλόγου μας άρχισα να γράφω μικρά κείμενα εναντίον της στρατιωτικής δικτατορίας, βάζοντας τρία και τέσσερα καρμπόν,  για να βγάλω περισσότερα αντίγραφα με μικρότερο κόπο. Κατά κανόνα χρησιμοποιούσα το μισό μέρος της σελίδας και στο υπόλοιπο μισό της σελίδας έκανα επανάληψη  του κειμένου. Μερικά τα μοιραζόμασταν μεταξύ μας και μερικά τα πετούσαμε στα σπίτια. Κάποια φορά έδωσα μια προκήρυξη στον συνάδελφο Λευθέρη Κανέλλη, έκανα χρόνια μετά να τον δω, απλά υπολόγισα ότι είχε πάει στην Μυτιλήνη που ήταν και ο τόπος καταγωγής του. Όταν τον συνάντησα μετά από πολλά χρόνια μου είπε την προκήρυξη που του είχα δώσει την είχε βάλει στην τσέπη του, τον σταμάτησε κάποια στιγμή η Ασφάλεια και του έκανε σωματική έρευνα, βρήκε την προκήρυξη τον έστειλε  στο στρατοδικείο κ’ έφαγε πέντε (5) χρόνια φυλακή, βγήκε νωρίτερα αλλά στην ανάκριση και στο στρατοδικείο δεν μίλησε καθόλου για μένα.    Βέβαια μ’ όλα αυτά που έκανα δεν τα θεωρούσα ότι έκανα και τίποτα σημαντικό, αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι δεν πρόσεχα τις κινήσεις μου και την εν γένει συμπεριφορά μου. Έκανα κάποιες ενέργειες περισσότερο από ένστικτο, που εκ των υστέρων και αρκετά χρόνια μετά κατάλαβα ήταν μέσα στους κανόνες της προσωπικής μου ασφάλειας. Συνέχισα να πηγαίνω στη Σχολή μου αλλά δεν κινιόμουν όπως οι άλλοι συνάδελφοι π.χ. πήγαιναν στις εξεταστικές περιόδους αλλά η είσοδος μου στη Σχολή την έκανα από ακριβώς τα ίδια δρομολόγια των καθηγητών της Σχολής δηλαδή έμπαινα από τον στενό  δρόμο της λεωφόρου Συγγρού, την οδό Φραγκούλη  κάνοντας στροφή,  έμπαινα από την  κεντρική είσοδο των καθηγητών, χρησιμοποιούσα το ίδιο ασανσέρ με αυτούς, έμπαινα στην  αίθουσα των εξετάσεων μαζί με τους καθηγητές και όταν τέλειωνα και παρέδιδα την κόλα μου στην έδρα, ακολουθούσα ακριβώς το ίδιο αλλά αντίστροφα δρομολόγιο, εξ άλλου δεν ήμουνα και τόσο πασίγνωστος. Σε κάποια εξεταστική περίοδο, παρ’ όλο που ακολουθούσα το ίδιο δρομολόγιο με εντόπισε κάποιος μπάτσος, με πλησίασε μου είπε να τον ακολουθήσω, όπερ και έκανα, χωρίς να δείχνω καμιά ανησυχία, με το λεωφορείο της συγκοινωνίας  πήγαμε στην Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας, με πήγε στο σπουδαστικό, τρίτος (3ος) ή τέταρτος (4ος) όροφος, ήταν ο γνωστός Κραβαρίτης μου πήρε την φοιτητική μου ταυτότητα, όπου έδειχνε ότι ήμουν κανονικός στην παρουσία μου στις εξεταστικές περιόδου, μου κατεβάσανε τα παντελόνια μου,  μου ρίξανε  ξύλο, έβγαλε το πιστόλι του,  μου το έδειξε το έβαλε στο κεφάλι μου και πάτησε την σκανδάλη δηλαδή μου έκανε εικονική εκτέλεση. Παρ’ όλο που είχα κάποιες μικρές δραστηριότητες, δεν τις θεωρούσα σημαντικές για να το παίζω μεγάλος επαναστάτης. Κάποια στιγμή με βγάλανε στο χώλλ των γραφείων τους και με δείξανε σε πολλούς μπάτσους, μήπως κάποιος να με είχε δει κάπου. Εγώ πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1965, είχα απολυθεί από το στρατό, ποιός να με ξέρει; Μέχρι την 21η Απριλίου 1967 είναι περίπου ένας χρόνος και κάτι, αν εξαιρέσεις και τα κενά χρονικά  διαστήματα που πήγαινα στο σπίτι των  γονιών μου στη Θεσσαλονίκη. Με αφήσανε κ’ έφυγα αλλά μου κάνανε κρυφή παρακολούθηση για να εξακριβώσουνε ότι θέλανε να εξακριβώσουνε. Ένας από τους λόγους που τους έκανε να με αναζητούνε ήταν γιατί λίγο καιρό πριν την 21η Απριλίου στην συνδικαλιστική φοιτητή ομάδα που ανήκα την ΠΡΟΟΔΟ με είχανε εκλέξει πρόεδρο διαφορετικά θα είχα μείνει τελείως άγνωστος. 

Από αυτό το χρονικό σημείο και μετά με ξαναεντοπίσανε λίγους μήνες πριν καθίσει η Χούντα στ’ αυγά της λόγω των γεγονότων της Κύπρου, για την δική μου ερμηνευτική η Χούντα δεν ανατράπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου αλλά εξ αιτίας της προδοσίας που κάνανε στην Κύπρο και δώσανε λαβή να καταλάβουν οι Τούρκοι την μισή Κύπρο και ήτανε ο λόγος που έγινε η στρατιωτική δικτατορία. Φορτώνανε στους κομμουνιστές ένα σωρό βρώμικα κουσούρια αλλά όσους έτυχε να γνωρίσω και να συνεργαστώ μαζί τους ήταν άνθρωποι που κυριολεκτικά πεινούσανε, δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, για να μην πω στα όρια της εξαθλίωσης. Έτυχε να ταϊσω ανθρώπους για ψωμί και τυρί και πιο χριστιανοί από τους χριστιανούς ήτανε, όχι να μπορέσουν να ανατρέψουν ένα ολόκληρο καθεστώς (ότι και να ήτανε)!!! Και μάλιστα ένα καθεστώς που βρισκότανε στην υπηρεσία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Χώρια ότι από αυτούς που ήταν ηγέτες της αριστεράς,  είχαν περιορισμένη μαρξιστική μόρφωση και η περιορισμένη μαρξιστική μόρφωση δεν σε κάνει μαρξιστή επαναστάτη, πολύ περισσότερο δεν σε κάνει διαρκοεπαναστάτη.      

Κάνω γνωστό από τώρα, ότι σ’ αυτό το ρεπορτάζ θα μιλήσω για αγωνιστές που ήδη έχουν πεθάνει και για κάποιους που τους έχω συναντήσει και τους μίλησα γι’  αυτό το ρεπορτάζ,  για ανθρώπους που συνεργαστήκαμε στα χρόνια του αντιδικτατορικού  αγώνα αλλά έτυχε στη ζωή να μην τους έχω ξανασυναντήσει θα κρατήσω σιωπή. Δεν ξέρω αν θα θέλανε να γίνει γνωστό τ’ όνομα τους και το αφήνω για το μέλλον.  Τον  πρώτο καιρό  της δικτατορίας συναντιόμασταν με την  συνάδελφο  Λίλιαν Νίκα και την Ελένη Κωνσταντινίδου φοιτήτρια της Νομικής Αθηνών. Όλες αυτές οι δραστηριότητες του πρώτου καιρού δεν γινότανε βέβαια με την αυστηρή έννοια δουλειά της οργάνωσης αλλά μέσα στα πλαίσια φοιτητικής παρέας και πάει λέγοντας. Γινότανε μέσα στα πλαίσια του ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΎ ΜΕΤΩΠΟΥ και με τις πλήρες αδυναμίες που υπήρχανε σ’ αυτό το οργανωτικό  σχήμα και στον καιρό που αυτό λειτουργούσε. Αυτό που θυμάμαι με βεβαιότητα ήταν ότι τις πρώτες μέρες της 21ης Απρίλης μαζί με τον συνάδελφό και φίλο Δημήτρη Χριστοδούλου πήγαμε στη Σχολή μας την Πάντειο και γράψαμε αντιχουντικά συνθήματα εκεί που ήταν η είσοδος των φοιτητών, βράδυ ήτανε.  Μέσα στη λογική αυτού του ρεπορτάζ λογικό είναι να κάνω κάποια πίσω μπρός γυρίσματα γιατί μετά τόσα χρόνια το να ακολουθώ χρονολογική σειρά είναι λίγο δύσκολο δηλαδή τα Flash Back (τα μπρος πίσω στον χρόνο) είναι λίγο πολύ φυσική συνέπεια του μεγάλου χρονικού διαστήματος που πέρασε από τότε μέχρι σήμερα που αποφάσισα να καταγράψω τις μνήμες μου έστω και καθυστερημένα, μιας και ποτέ δεν μου ζητήθηκε να κάνω έγγραφη αναφορά στην πολιτική οργάνωση που ανήκα. Τον πρώτο καιρό που έμενα ακόμη στο ημιϋπόγειο της οδού Μεϊντάνη 18 στο Κουκάκι, ερχότανε μερικοί συνάδελφοι από την παράταξη μας και τα λέγαμε, όπως ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Βασίλης Ζαφειράκης, ένας συνάδελφος από την νήσο Νάξο κ.ά. και αυτό που κάναμε ήταν να κουβεντιάζουμε για τη χούντα και γράφαμε κανένα σύνθημα στους πότε πότε.  Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα από την δράση των αγωνιστών που βρισκόμασταν και σχεδόν κινδυνέψαμε όλοι μας γιατί κάναμε και δύσκολα και επικίνδυνα πράγματα που αν μας πιάνανε θα είχαμε σοβαρές συνέπειες. Είτε στον χρόνο πριν από τον Φλεβάρη του 1968 είτε μετά. Ορόσημο σε σχέση με την διάσπαση του ΚΚΕ στη 12η Ολομέλεια του.

Ανάμεσα από τους νεώτερους συναδέλφους είχα γνωρίσει και τον Βασίλη Ζαφειράκη από την Κοζάνη, γέννημα θρέμμα «σούρδος», δεν ξέρω ακόμη γιατί τους κοζανίτες τους αποκαλούν σούρδους. Ο Βασίλης ήταν από τους αγωνιστές που έδωσε πολλά από την αρχή του αντιδικτατορικού αγώνα μέχρι το τέλος. Τον έβλεπα συχνά, την πρώτη περίοδο έμενε μ΄ ένα συνάδελφό του σε μία σοφίτα σε πολυκατοικία πίσω από την εκκλησία του Αγίου Σώστη στην Λεωφόρο Συγγρού. Ένα επεισόδιο από αυτά που κουβεντιάζαμε κατά καιρούς ήταν κάποια στιγμή ασφαλίτες μπήκαν στη σοφίτα που έμενε, ρίξανε μία ματιά στο δωμάτιο όπου ο Βασίλης είχε στον τοίχο μία φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα, όταν συναντηθήκαμε μου είπε «Γιώργο δεν ξέρω αν την είδανε,  ρήξανε μια ματιά στο μικρό δωμάτιο και φύγανε». Θα εξιστορήσω κι’ άλλα με τον Βασίλη,  ήτανε από τους πολύ δραστήριους κνίτες όχι μόνο στις γραμμές του φοιτητικού κινήματος αλλά και στον παράνομο τεχνικό μηχανισμό της ΚΝΕ, με πολυποίκιλοι δράση. Ένας άλλος που ήταν με αποτελεσματική δραστηριότητα στον μηχανισμό της νεολαίας ήταν και ο Τίτος  Λίτινας, συνάδελφος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο,  με καταγωγή από την Κρήτη, σκοτώθηκε στην μεταπολίτευση σε τροχαίο ατύχημα.

Η όλη αυτή μελέτη, δεν ξέρω ακόμη αν θα μείνει στο επίπεδο ενός συνηθισμένου ρεπορτάζ ή θα αποκτήσει μέγεθος βιβλίου. «Ότι μέλλει γενέσθαι».  Θα προσπαθήσω όσο μου είναι μπορετό να έχω μια χρονολογική συνέχεια στη δράση μιας ομάδας αγωνιστών εναντίον της χούντας αλλά εκ των πραγμάτων λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης δεν είναι πάντα δυνατό και τα πισωγυρίσματα θα είναι η συνέπεια της χρονικής απόστασης. Μέχρι τον Φλεβάρη του 1968 οι συντροφιές ήταν ενιαίες, μιλώντας βέβαια για την αριστερή νεολαία προερχομένη από την Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ), χωρίς αυτό να σημαίνει το πρώτο καιρό της χούντας ότι δεν είχαμε φιλικές σχέσεις και με άλλους αριστερούς χώρους, εξ άλλου μιλούμε για φοιτητική νεολαία.

Κάποιος συνάδελφός μου κυπριακής καταγωγής ο Μηνάς Μηνάς, έμενε στη Κυψέλη, εκείνη την χρονική στιγμή ετοιμαζότανε να πάει για σπουδές στην Ευρώπη και εγώ αναζητούσα σπίτι για να μείνω ως συνήθως. Πήρα την θέση του στη σοφίτα που έμενε και μου έδωσε μερικά βιβλία μεταξύ των οποίων ήταν και ο «ανταρτοπόλεμος» του Τσέ Γκεβάρα σε ξενόγλωσση ευρωπαϊκή έκδοση. Δεν θυμάμε αν ήταν στα αγγλικά ή στα γαλλικά, πήγα και βρήκα την συνάδελφο Ηρώ Κανακάκη φοιτήτρια τότε της Σχολής Καλών τεχνών και μέλος του Δ.Σ. της ΕΦΕΕ,  που έμενε σ’ ένα υπόγειο πολύ κοντά στο Πολυτεχνείο και της είπα αν μπορεί να το μεταφράσει  και μου είπε βέβαια και της παρέδωσα το βιβλίο και πήγα ένα μήνα περίπου μετά και μου το παρέδωσε. Αυτό το κείμενο το έγραψα σε απαλλοτριωμένη γραφομηχανή σε τέσσερα ή πέντε αντίγραφα βγαλμένα με καρμπόν και το μοίρασα. Ήταν η πρώτη μετάφραση του εγχειριδίου του Τσε για τον ανταρτοπόλεμο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και μάλιστα αυτή την χρονική στιγμή.  Εκείνη την χρονική περίοδο δούλευα ως πωλητής στο μεγάλο κατάστημα του ΜΙΝΙΟΝ και είχα λίγα χρήματα, της έδωσα λίγα χρήματα για τον κόπο της, δεν ήθελε να τα πάρει αλλά εγώ επέμενα, της χρειαζότανε βέβαια και λίγο,  γιατί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έφευγε για σπουδές στο εξωτερικό. Αυτό ήταν όλο ήταν η πρώτη μετάφραση στα ελληνικά του ανταρτοπολέμου του Τσε Γκεβάρα που κυκλοφορούσε στην Ελλάδα. Κράτησα ένα και τ’ αλλά τα έδωσα σε φίλους, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετήσαμε την λογική του αντάρτικου πόλης αλλά σίγουρα ικανοποιούσαμε μια περιέργεια μας αλλά εξ’ άλλου δεν ήξερες την εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα, χούντα ήταν, αμερικανοκίνητη ήταν και οι εξελίξεις για την χώρα εκείνη την στιγμή ήταν άγνωστες.

Μετά την 12η Ολομέλεια του ΚΚΕ, τον Φλεβάρη του 68, εκ των πραγμάτων όπως και σ’ όλους τους χώρους έτσι και στον φοιτητικό χώρο, οι παρέες κατ’ αρχήν και μετά σταδιακά και οργανωτικά άρχισαν να ξεχωρίζουν, αυτοί που ήταν με το ΚΚΕ και αυτοί που ήταν με το ΚΚΕ Εσ. Λογικό είναι με την διάσπαση και σαν συνέπεια αυτής, άρχισαν να γίνονται και τραγελαφικά π.χ. ανάλογα με τις επιλογές που έκανε ο καθένας είχε και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, έτσι κάποιοι φίλοι τα χαλάσανε μεταξύ τους. Εργαζόμουνα στο ΜΙΝΙΟΝ  ως   πωλητής παπουτσιών, ήμουνα το τμήμα παπουτσιών ήτανε στο υπόγειο του πολυκαταστήματος. Κάποιοι συμφοιτητές μου έτυχε να με δουν και κάναμε κουβέντες, δεν ήμουνα βέβαια και κανένας καταζητούμενος μεγάλος επαναστάτης, ένας νεολαίος ήμουνα από την Θεσσαλονίκη  που ήλθε να σπουδάσει στην Αθήνα. Τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά και ανεξάρτητα από την θέληση μου. Στην ουσία έγινε το εξής,  τα γνωστά στελέχη της αριστερής νεολαίας συνελήφθησαν ή τους έστελναν εξορία ή τους ταλαιπωρούσαν στα μπουντρούμια της Ασφαλείας της οδού Μπουμπουλίνας και με κάποιες κατηγορίες τους έστελναν στα δικαστήρια είτε πολιτικά είτε στρατιωτικά. Έτσι εκ των πραγμάτων εμείς που δεν ήμασταν στελέχη πρώτης γραμμής κληθήκαμε να καλύψουμε τα κενά. Έτσι βρέθηκα κ’ εγώ να παίζω ρόλους που δεν τους είχα σκεφθεί. Τον πρώτο καιρό της δικτατορίας εργαζόμουνα στο μεγάλο πολυκατάστημα του ΜΙΝΙΟΝ στο κέντρο της Αθήνας, πουλούσα παπούτσια που ήταν στο υπόγειο του πολυκαταστήματος, το πωλητής παπουτσιών ήταν και το επάγγελμα μου από την ηλικία των δεκαπέντε ετών. Είμαι από τσαγκάρικη οικογένεια, ο πατέρας μου Θανάσης ήταν τσαγκάρης με ειδικότητα στα γυναικεία υποδήματα (κατασκευαστής παπουτσιών), ο αδελφός μου Γιάννης ήταν σχεδιαστής παπουτσιών και κόφτης δερμάτων παπουτσιών  κ΄ εγώ σαν συνέχεια πωλητής παπουτσιών, μ’ αυτό το επάγγελμα τέλειωσα και το νυκτερινό γυμνάσιο στην πατρίδα μου την Θεσσαλονίκη. Καθώς πουλούσα παπούτσια σε κεντρικό σημείο της Αθήνας έπεσαν επάνω μου και κάποιοι συνάδελφοι από την Σχολή, κάποια μέρα ήλθε και με είδε μία συνάδελφος από την σχολή η Λέλα Κ., θα με είχε δει κάποια προηγούμενη φορά και μου μίλησε κατ’ ευθεία «Γιώργο μπορείς να κρύψεις ένα αγωνιστή» και τελείως φυσικά απάντησα «και βέβαια μπορώ». Εκεί την περίοδο συγκατοικούσα μ’ ένα φίλο μου τον Νέστορα Χατζούδη στους Αμπελόκηπους σ’ έναν παράλληλο δρόμο της Λεωφόρου Κηφισίας ανεβαίνοντας από την δεξιά πλευρά, σε μια υπόγεια γκαρσιονιέρα. Έτσι ήλθε για μένα ένας άγνωστος αλλά για τον Νέστορα Χατζούδη ήταν γνωστός γιατί τον είχε συναντήσει στα κεντρικά γραφεία της ΕΔΑ της οδού Αριστείδου αρ. 6, τον Γιώργο Μωραϊτη, χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε το ιστορικό του Μωραϊτη στο επαναστατικό κίνημα της χώρας. Έτσι άρχισε και η δική μου πορεία  και η δική μου οργανωτική πορεία τόσο στον αντιδικτατορικό αγώνα όσο και στο οργανωτικό πλαίσιο της ταξικής αριστεράς, κατ’ αρχή στο ακόμη ενιαίο ΚΚΕ και με την διάσπαση του σε ΚΚΕ και ΚΚΕ εσ. τον Φλεβάρη του 68 της 12ης Ολομέλειας ακολούθησα τις γραμμές του ΚΚΕ, γιατί είχα μεταφυσική εμπιστοσύνη στη Μόσχα, όπου και εντάχθηκα στις γραμμές της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας (ΚΝΕ) και έπονται οι συνέχειες. Η φιλία με τον Γιώργο Μωραϊτη πήγαινε καλά, καταλάβαινα ότι ήταν αγωνιστής που κρύβεται κ’ έτσι έδειχνα την πρέπουσα προσοχή, έβλεπε ότι σε κάποια σημεία της γκαρσονιέρας,  έκρυβα κάποιες προκηρύξεις, σημειώσεις κ.α., μάλιστα του έκανα και μια υπόδειξη αν οι μπάτσοι μπουκάρουν στην πολυκατοικία πώς να έκανε διαφυγή από τον φωταγωγό της πολυκατοικίας αλλά έπρεπε να κάνει ένα καλό σάλτο και την ώρα που του τα έλεγα γελούσε. Αυτή η συγκατοίκηση κράτησε λίγο καιρό, δηλαδή λίγους μήνες μετά την 12η Ολομέλεια (Φλεβάρης 68), κάποια στιγμή ο Μωραϊτης μου λέει Γιώργο εσύ πρέπει να φύγεις από το σπίτι, ξαφνιάστηκα «θα με διώξεις από το σπίτι που εγώ σε φιλοξενώ, σε κοιμίζω, σε ταϊζω και πάει λέγοντας. Τελικά τα μάζεψα κ’ έφυγα και νοίκιασα πάλι μια υπόγεια γκαρσονιέρα στου Γκύζη, δεν θυμάμαι βέβαια σήμερα πως βρέθηκα να  κουβαλάω  μαζί μου και τυπογραφικές κάσες μια και αυτό ήταν το αντικείμενο μου όπως φάνηκε από την ατομική μου ιστορία. Βέβαια στην διάρκεια της δικτατορίας δεν ήξερα πόσο καταζητούμενος ήμουνα γιατί δεν ήξερα τα κριτήρια που είχαν,  ότι έμαθα το έμαθα μετά το κάθισμα της δικτατορίας (βρέθηκα να βρίσκομαι στη λίστα των καταζητούμενων της Ασφάλειας,  ο 18ος μετά τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Χαρίλαο Φλωράκη  και σε επίπεδο νεολαίας ο πρώτος, όλα τα’ άλλα γνωστά στελέχη της νεολαίας ήταν πίσω από μένα), γιατί η δικτατορία δεν ανετράπη από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου αλλά από την επέμβαση των χουντικών στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου και την ανατροπή του Μακαρίου, έτσι δόθηκε λαβή στους Τούρκους να κάνουν στρατιωτική επέμβαση (αυτή φαίνεται ήταν και οι στρατηγικοί  σχεδιασμοί των αμερικάνων, υπερασπιζόμενοι τις USA και τις πολυεθνικές εταιρείες τους). Συνέχισα να εργάζομαι στο κέντρο της Αθήνας, τα πρωϊνά άκουγα το ραδιοσταθμό «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ», που ήταν ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ. Έτσι άκουσα το πρώτο μήνυμα του σταθμού που τότε είχε την έδρα του στο Βουκουρέστι και η κατάληψη έγινε από το ΚΚΕ εσ. καθώς και μέρος των αρχείων του κόμματος. Μερικούς μήνες μετά άκουσα για τις συλλήψεις του Γρηγόρη Φαράκου, Γιώργη Μωραϊτη, Νέστορα Χατζούδη, Σοφίας Γρατσία κ.ά., όπου ο Νέστορας Χατζούδης και η τότε κοπέλα του Σοφία Γρατσία ήταν οι φίλοι μου και κατάλαβα ότι η υπόγεια γκαρσονιέρα που έμενα στους Αμπελόκηπους χτυπήθηκε, ο διασωθείς εξ αιτίας της σύστασης που μου έκανε ο Γιώργος Μωραϊτης με έσωσε, δηλαδή που με υποχρέωσε να φύγω. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα δύο ή τριών μηνών έμενα σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα στην οδό Μπούσγου, έχοντας φάτσα το άλσος στο πεδίο του Άρεως, με φιλοξένησε μία συνάδελφος από την Πάντειο, μαζί με την αδελφή της που ήταν νοσηλεύτρια και τον αδελφό της, η οποία συνάδελφός στο χώρο της Παντείου συναναστρεφόταν με δεξιούς, στη δικτατορία βρέθηκε μαζί μας, δούλευε και ως υπάλληλος σ’ ένα μικρό κατάστημα στην πλατεία Συντάγματος την έβλεπα για ένα μικρό διάστημα και σε συνέχεια την έδωσα σύνδεση με τον Χρήστο Λογαρά (τότε τον ήξερα με τ’ όνομα Νιόνιος) και έκτοτε δεν την ξανασυνάντησα.

Μετά την σύλληψη του Φαράκου, Μωραϊτη και άλλων θεώρησα σκόπιμα θα ήταν να φύγω από αυτή την γειτονιά και πήγα κάτω από την πλατεία Βικτωρίας σ’ υπόγειο, κοντά στον συμφοιτητή μου τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, με την Παναγιώτη δεν είμαστε απλά συμφοιτητές γίναμε και καλοί φίλοι, που στην πορεία αποδείχτηκε  πολύ χρήσιμος στον αντιδικτατορικό αγώνα. Ο Παναγιώτης δούλευε σαν λογιστής σε διάφορα τυπογραφεία, αυτό το γνώριζα αλλά δεν σκέφτηκα πολύ γρήγορα,  πόσο χρήσιμος μπορούσε να φανεί. Κάποια στιγμή έτσι μούρθε στο μυαλό, του λέω «Παναγιώτη από τα τυπογραφεία που δουλεύεις, μπορούμε να βρούμε τίποτε κάσες με τυπογραφικά στοιχεία για τον αγώνα». Έτσι κ’ έγινε, και κάποια στιγμή μου λέει «Γιώργο βρήκα τυπογραφικά στοιχεία» και μου είπε το μέρος από όπου θα πηγαίναμε να τα πάρουμε, ήταν ένας δρόμος πίσω από την πλατεία Κλαυθμώνος. Βέβαια ούτε λεφτά είχαμε, ούτε αυτοκίνητο να χρησιμοποιήσουμε, φτωχοί είμασταν και οι δυό μας, τούπα του Παναγιώτη θα τα μεταφέρουμε με τα χέρια, χωρίς να ξέρω το πραγματικό βάρος και των δύο μαζί. Πήρα μια παλιά κουρελού που μου είχε δώσει η μάνα μου, απλά σκέφτηκα να τις σκεπάσουμε για να μην φαίνεται τι κουβαλάμε. Βάλαμε την μία τυπογραφική κάσα πάνω στην άλλη, έβαλα την κουρελού από πάνω και ξεκινήσαμε, εγώ ήμουνα μπροστά είχα τα χέρια μου από πίσω από την μέση μου και ο Παναγιώτης ήταν πίσω από μένα είχε τα χέρια του μπροστά και τις κρατούσε από κάτω όπως κι’ εγώ. Οι κάσες ήταν βαριές,  κάθε λίγο σταματούσαμε για να ξεκουραστούμε, διασχίσαμε μια απόσταση από την πλατεία Κλαυθμώνος μέχρι την κάτω πλευρά της πλατείας Βικτωρίας, περνώντας μπροστά από την Εθνική  τράπεζα στην πλατεία της Δημαρχίας, την Ομόνοια και πάει λέγοντας μέχρι την πλατεία Βικτωρίας, που είχα νοικιάσει ένα υπόγειο σπίτι. Θα μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να μας σταματήσει κάποιος ασφαλίτης με πολιτικά και να δεί  τι κουβαλούσαμε; Και ασφαλίτες κυκλοφορούσαν πολλοί τότε. Η κούραση δεν λέγετε, αλλά ποιος τι λογάριαζε μπροστά στα καθήκοντα του αγώνα. Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος σ’ όλη την διάρκεια της επταετίας στάθηκε πάντα στην πρώτη γραμμή, ποτέ δεν έκανε πίσω. Ορισμένες φορές του έδινα πανώ με συνθήματα αντιδικτατορικά και πήγε στην πατρίδα την Λειβαδιά και τα βράδια τελείως μόνος μου τα κρεμούσε σε καραγιαπί πολυκατοικίας, ποτέ δεν εντοπίστηκε. Βέβαια κάναμε κι’ άλλες δουλειές, όχι μόνο αυτές που φαίνονται σ’ αυτό το κείμενο και χωρίς κανενός άλλου είδους υποστήριξη από κανέναν. Πέρα από την άμεση υποστήριξη στην ΚΝΕ που ήταν και η οργάνωση μας κάναμε και δεύτερες δουλειές στα παράνομα τυπογραφεία του ΚΚΕ ή ίσως χωρίς αυτές τις δεύτερες δουλειές δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσουν τα έντυπα του κόμματος.

Ένα από τα ξεκινήματά μας ήταν να βοηθούμε στα μαθήματα τα παιδιά που οι γονείς τους ήταν στις εξορίες και τις φυλακές. Ο Παναγιώτης βοηθούσε στα μαθήματα την Στέλλα Θεοδωρακοπούλου, κόρη του Νίκου Θεοδωρακόπουλου που γι’ αυτόν θα σας μιλήσω παρακάτω, ήταν αυτός που σήκωσε στην πλάτη του τα παράνομα τυπογραφεία του ΚΚΕ. Εγώ βοηθούσα ένα νεαρό μαθητή  που ο πατέρας του ήταν εξορία, το παιδί το λέγανε Νίκο και το επώνυμο του κατέληγε σε μανιάτικο επώνυμο δηλαδή έα, η μητέρα του ήταν σιδερόστρωτα σ’ ένα νοσοκομείο κοντά στο σπίτι τους, το σπίτι τους ήταν στον περιφερειακό του Λυκαβητού κοντά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, μετά τόσα χρόνια δεν μπορεί να τα θυμάμαι όλα, κάποια στιγμή ο μπαμπάς τους γύρισε από την εξορία τον γνώρισα στο σπίτι τους και έκτοτε δεν τους ξαναείδα, ο αγώνας έχει πολλά καθήκοντα. Είναι πολλά τα χρόνια που πέρασαν από τότε και νομίζω ότι είναι κατανοητό η χρονική σειρά των διαφόρων περιστατικών να μην είναι ακριβής δηλαδή να γίνονται αρκετά Flash Back κατά την αγγλική ορολογία.

Σ’ αυτό το σημείο θα αναφερθώ πως γνωρίστηκα σε ανύποπτο χρόνο για μένα,   με τον σύντροφο Νίκο Θεοδωρακόπουλο τον οργανωτή των κρυφών τυπογραφείων του ΚΚΕ στη διάρκεια της χούντας, όπου πολλές φορές συνεργαζόμασταν από απόσταση χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλο,  ως προς την παράνομη δουλειά που έκανε ο καθένας από εμάς στον αγώνα εναντίον της δικτατορίας, ενώ μπορεί να πήγαινα στο σπίτι για τελείως διαφορετικούς λόγους. Κάποια χρονική στιγμή τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, καλοκαίρι ήτανε, έκανα μπάνιο στη Βουλιαγμένη στο κεντρικό κάμπινγ που για να μπείς έκοβες εισιτήριο, έτσι έπεσα πάνω σε γνωστό μου αριστερό από την Νεολαία Λαμπράκη τον Παναγιώτη Ελευθεριάδη που κατοικούσε στα Πατήσια, με καταγωγή από τις Βροντάδες της Μυτιλήνης. Πάνω στην κουβέντα που κάναμε μου ζήτησε αν γνωρίζω κανένα συμφοιτητή μου που θα μπορούσε να βοηθήσει το κοριτσάκι ενός συντρόφου στα μαθήματά του σχολείου του, αυτός ίσως υπολόγιζε ότι θα έδειχνα εγώ ενδιαφέρον να βοηθήσω το κοριτσάκι στα μαθήματά του αλλά βέβαια δεν ήξερε ότι έκανα μια αντίστοιχη αλληλεγγύη στο υιό ενός άλλου αγωνιστή που ήταν εξορία, τον Νίκο που είχε και μια μικρή αδελφή, που ακόμα δεν πήγαινε στο δημοτικό σχολείο δηλαδή ήμουν ήδη απασχολημένο με αντίστοιχο καθήκον. Έτσι γι’ αυτό το καινούριο περιστατικό έστειλα τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο. Έτσι ο Παναγιώτης πήγε στο σπίτι του Νίκου Θεοδωρακόπουλο και άρχισε να κάνει βοηθητικά μαθήματα στην Στέλλα την μοναχοκόρη του Νίκου, εγώ γνώρισα τον Νίκο αργότερα όταν ίσως κάποιες φορές ο Παναγιώτης δεν προλάβαινε να πάει για τα μαθήματα και πήγα εγώ μερικές φορές, έτσι γίναμε και φίλοι με τον Νίκο. Έτσι ξεκίνησε μια ιστορία αρκετά σε βάθος και μάκρος ιστορία στο επαναστατικό κίνημα της χώρας. Βλέπετε πολλά πράγματα στη ζωή των ανθρώπων δεν είναι ζητήματα επιλογών αλλά προσδιορίζονται και από άλλους παράγοντες, τυχαίους ναι ή όχι, ίσως είναι δύσκολο και για τους ιστορικούς να έχουν συγκεκριμένες απαντήσεις. Η υπόθεση του Νίκου Θεοδωρακόπουλου δεν κρατάει μόνο στην διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα αλλά κρατάει και την μεταπολίτευση ένθε και ένθε και ότι σημαίνει αυτό. Ο αγώνας πάντα συνεχίζεται,  στην ιστορία υπάρχουν τα πάντα και προχωρήματα και πισωγυρίσματα και στασιμότητες προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση και συνέχειες και ασυνέχειες με πολλές μορφές και πολλά περιεχόμενα, το περιεχόμενο του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού ποιος μπορεί με ακρίβεια να προσδιορίσει και πολύ περισσότερο στο επίπεδο της τοπικής ιστορίας σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης και ακόμη πιο σύνθετο σε επίπεδο ατομικής ιστορίας και όχι μόνο στην ιστορία των κοινωνιών. Ίσως αυτά που γράφω τώρα δεν θα είχανε γραφεί ποτέ, η φύση θα μου είχε αφαιρέσει την ζωντανή μου ύπαρξη πολλές αν την τελευταία στιγμή κάποιοι δεν μου έσωζαν την ζωή, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Κοιτούσα έκπληκτος τον κόσμο να περιμένουν στη σειρά για να τους κλείσουν συνάντηση με τους γιατρούς μετά δεν ξέρω από πόσο καιρό και γώ είχα αυτοστιγμή ότι μου ήταν αναγκαίο για την ατομική μου υγεία. Πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν περιμένοντας στη σειρά!! Στις κοινωνίες της ανάγκης, λίγοι είναι οι τυχεροί και πολλοί οι άτυχοι.

Αλλά ας επανέλθουμε στα δικά μας. Διωκόμενος εγώ από την χούντα, ποτέ δεν είχα υπολογίσει πόσο σοβαρά με κυνηγούσαν, μάλλον λίγο γελούσα με τον εαυτό μου. Κάποια στιγμή ο σύντροφος Δήμος Τσακνιάς, έμενε τότε κάπου στις βόρειες περιοχές της Αθήνας κάπου πιο πάνω από τους Αμπελόκηπους, μου είπε «Γιώργο είδα την φωτογραφία σου στο κάθισμα ενός αυτοκινήτου αξιωματικού του στρατού, που έμενε στη γειτονιά του, και καθώς περνούσα έρριξα μια ματιά στο εσωτερικό του αυτοκινήτου και είδα στο κάθισμά του, δική σου φωτογραφία», καλλά!! Του είπα. Φαίνεται δεν είχα και μεγάλη συναίσθηση αλλά φαίνεται ότι είχα και ρέντα. Κάποια στιγμή βέβαια το κόμμα με φυγάδευσε στο εξωτερικό,  μια από τις βοηθούς που βοήθησε στη διαφυγή ήταν μια ισπανίδα συντρόφισσα, οπαδός του στρατηγού Λίστερ (ο στρατηγός Λίστερ ήταν στρατηγός των δημοκρατικών στον εμφύλιο ισπανικό πόλεμο).         

Ας ξαναέλθουμε στο χρονικό μας, τυπογραφικές κάσες που μας προμήθευε  ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος για τον αγώνα δεν έγινε άπαξ αλλά όσες φορές του ζητήθηκε τις εύρισκε και μας τις παράδιδε. Οι τυπογραφικές κάσες πηγαίνανε είτε στην ΚΝΕ είτε στα παράνομα τυπογραφεία του ΚΚΕ για να εκδοθεί ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Η ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΑΘΗΝΑ και άλλα αναγκαία υλικά. Κάποια μέρα πήρα την εντολή να παραδώσω τυπογραφικές κάσες σ’ ένα διαμέρισμα στην περιοχή των Άνω Πατησιών. Πήγα στο συγκεκριμένο διαμέρισμα χωρίς τις κάσες, απλώς για να δω, μου άνοιξε την πόρτα η Αγγελική Ξύδη, ήταν μόνη της σ’ ένα άδειο διαμέρισμα, ίσως είχε νοικιασθεί πρόσφατα, αυτό δεν μου άρεσε αλλά δεν έκανα κουβέντα, τα υλικά προοριζότανε για την ΑΝΤΙΕΦΕΕ, κάναμε μία γρήγορη κουβέντα και ορίσαμε τον χρόνο,  πότε θα πήγαινα τα υλικά. Μετά από αρκετές μέρες ξαναπήγα μου άνοιξαν την πόρτα, τώρα ήταν δύο μαζί η Αγγελική Ξύδη και μάλλον ο Λάζαρος Σταθάκης. Σε μεταγενέστερο χρόνο έμαθα τα ονόματά τους μετά τις συλλήψεις τους, γιατί η γιάφκα είχε χτυπηθεί. Μία από τις τεχνικές που χρησιμοποιούσα για τις κάσες, για να είναι πιο εύκολα κουβαλητές ήταν την κάθε τυπογραφική κάσα την έκοβα ακριβώς στη μέση, κ’ έτσι οι δύο μεγάλες κάσες γινότανε τέσσερις μικρές, οι οποίες χωρούσαν σε μια μικρή βαλίτσα και για να μην χύνονται τα τυπογραφικά στοιχεία από το πλαγιαστό γύρισμα της βαλίτσας ή ακόμα και από το ανάποδο το κάθε ξεχωριστό κουτάκι τυπογραφικών στοιχείων το γέμισμα με διάφορα πανάκια, χαρτάκια ή βαμβάκια, έτσι με τέτοιο τρόπο όπου τα τυπογραφικά στοιχεία δεν χυνότανε έξω από την θέση τους. Πάντως ένα άδειο   διαμέρισμα γιάφκα δεν μου άρεσε καθόλου. Όταν πιαστήκανε μαζί με άλλους, το έμαθα ενώ κατοικοέδρευα στον ανατολικό τομέα του Βερολίνου, πρωτεύουσα της DDR.

Να ξεκινήσω πάλι από την αρχή, αφού δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο λόγο του μεγάλου χρόνου που πέρασε από τότε (1967-1974) μέχρι σήμερα (Ιανουάριος 2020) που γράφω αυτό το χρονικό, έτσι για την ιστορία, να μαθαίνει ο κόσμος τι συμβαίνει στην ιστορία του  εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Βέβαια αρκετά από αυτά που αναφέρονται σ’ αυτό το χρονικό είναι γνωστά κεντρικά, ίσως τους διαφεύγουν κάποιες λεπτομέρειες από αυτές που πραγματεύομαι κ’ έτσι τα φέρνω στη δημοσιότητα. Αρκετά αργότερα έμαθα ότι ήμουνα της αρμοδιότητας του Ειδικού Τμήματος του κόμματος, χωρίς αυτό να του δίδω εγώ ιδιαίτερη σημασία.

Το μάζεμα των συντρόφων που ενταχθήκανε στη ΚΝΕ δεν έγινε ούτε βιαστικά ούτε αργά, μάλλον η δυναμική των πραγμάτων τα οδηγούσε εκεί. Έμαθα κάποια στιγμή ότι ο συμφοιτητής μου Αιμίλιος Γαλιατσάτος εργαζότανε στο βιβλιοπωλείο της Νανάς Καλλιανέση που είχε τον εκδοτικό οίκο «ΚΕΔΡΟΣ», ήταν μέσα σε μια μικρή στοά της οδού Πανεπιστημίου. Πήγα να δω και τον φίλο μου και ν’ αγοράσω κανένα βιβλίο, μια που από πάντα ήμουν βιβλιόφιλος. Στην κουβέντα που έκανα με τον Αιμίλιο, μου είπε να σε γνωρίσω έναν συνάδελφο από την Νομική. Κλείσαμε ραντεβού μετά από μερικές μέρες και μέσα στο βιβλιοπωλείο του ΚΕΔΡΟΥ γνώρισα το Δήμο Τσακνιά και αρχίσαμε την συνεργασία μας μέχρι τη στιγμή που φυγαδεύτηκα στο εξωτερικό και μέσω Βιέννης βρέθηκα αρχικά στη Σόφια και μετά στη Μόσχα σαν σπουδαστής της «Διεθνούς Λενινιστικής Σχολής», ο εξωτερικός τίτλος της σχολής έγγραφε «Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστήμων», κοντά στο σταθμό ΑΕRΟΠΟRΤ της Μόσχας. Σε παλαιότερα χρόνια η σχολή αυτή λεγότανε «Πανεπιστήμιο των Ανατολικών Λαών», μια και οι ρώσοι μας τοποθετούσανε στους ανατολικούς λαούς και τα αρχικά κεφαλογράμματα ήταν KUTV, από εκεί προέρχεται και ο όρος κούτβης ή αυτοί είναι κούτβιδες για αυτούς που είχανε φοιτήσει σ’ αυτήν την επαναστατική σχολή. Ο Δήμος Τσακνιάς ήταν φοιτητής της Νομικής, δραστήριος αγωνιστής εντάχθηκε αμέσως στην ΚΝΕ και ήταν σύντροφος που έπαιρνε πρωτοβουλίες στην πολιτική δράση, δεν περίμενε να του πεί ο άλλος,  τι να κάνει για να πάει μπροστά ο αγώνας μας. Μαζί του έφερε στην ΚΝΕ και άλλους συμφοιτητές του από τα ονόματά που μπορώ να θυμάμε αυτή την στιγμή ήταν του Δημήτρη Γκαστή (εργάστηκε δραστήρια στο μηχανισμό της νεολαίας και ενεργούσε με έξυπνους τρόπους, όπως παρατήρησα), του Στέλιου Μαγγανιά, δικηγόρων Αθηνών και των δύο στην μεταπολίτευση, σε συνέχεια αυτοί φέραν κ’ ένα νεολαίο φοιτητή του Πολυτεχνείου,  και κάποιων άλλων που τα ονόματα όλων δεν τα θυμούμαι. Γενικά ο στενός μηχανισμός της ΚΝΕ είχε και μόνιμο προσωπικό, περίπου δέκα (10) με δεκαπέντε (15) άτομα αλλά και ευκαιριακά συντρόφους που δουλεύανε μαζί μας, αγνοώντας όμως το πραγματικό περιεχόμενο της δουλειάς που κάνανε. Έτυχε κάποιοι σύντροφοι να τους προσλάβουμε ή να ζητήσουμε να μας τους στείλουνε για μία και μόνο ενέργεια και γυρίζανε γρήγορα στη βάση τους. Σήμερα όλοι μας είμαστε αρκετά μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι, κάποιοι έχουν πεθάνει και οι δικοί τους αγνοούν μέχρι σήμερα τον αγώνα που κάνανε δικοί τους άνθρωποι ενάντια στη χούντα. Κανένας από όσους δουλεύανε στον παράνομο μηχανισμό που είχε σχέση με τα κρυφά τυπογραφεία και την διακίνηση του υλικού και σε άλλες παρεμφερείς δουλειές, δεν διεκδίκησε ποτέ τίποτε και από κανέναν. Ούτε κανενός είδους αναγνώριση, ας σημειωθεί τα περισσότερα παιδιά που προερχότανε από το φοιτητικό κίνημα, ήταν παιδιά αστικών οικογενειών, οι γονείς τους ήταν ιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, επιχειρηματίες, οι προερχόμενοι από φτωχά στρώματα ήταν οι λιγότεροι. Με την μεταπολίτευση είτε έφυγαν από την ΚΝΕ είτε τους απομάκρυναν είτε διεγράφησαν, το σίγουρο είναι ότι κανείς τους δεν θέλησε να παίξει τον ρόλο του κολαούζου, γιατί φαίνεται οι όροι μέσα στους οποίους έζησαν, έστω γι’ αυτή την περίοδο, τους έκανε περήφανους ανθρώπους.

Για ένα χρονικό διάστημα στην δικτατορία, έκανα και τον ταχυδρόμο μεταξύ Αθηνών και Θεσσαλονίκης, τα μηνύματα μου τα έδινε ο Χρήστος  Λογαράς (σαν Νιόνιο τον ήξερα τότε), πολύ μικρά από άποψη μεγέθους και τα μετέφερα στην Θεσσαλονίκη, τα παρέδιδα και έπαιρνα άλλα από εκεί και τα έφερνα πίσω στην Αθήνα. Επειδή είμαι σαλονικιός και με πολύ χαμηλό προφίλ (δεν μου έδινε κανείς σημασία από το παρουσιαστικό μου) και μετά μιλούσα με την σαλονικιώτικη προφορά,  έτσι περνούσα τελείως απαρατήρητος. Ακόμη θυμάμαι το σπίτι που πήγαινα στη Θεσσαλονίκη ήταν στην γωνία των οδών Καμβουνίων και Εγνατίας, ήταν μάλλον μια πολύ ψιλή πολυκατοικία, ίσως ήταν δεύτερη μπαίνοντας από την Εγνατίας στην Καμβουνίων από την δεξιά πλευρά μπαίνοντας, τέταρτος ή πέμπτος όρος. Οι σύντροφοι ήταν άνθρωποι πολύ μεγάλης ηλικίας από 75 και άνω, πεθαμένοι βέβαια πριν από πολύ καιρό. Στην τελευταία διαδρομή σ’ αυτό το σπίτι ήταν παρών και ο σύντροφος Αγγέλου, τον γνώριζα οπτικά, μου παρέδωσε το γράμμα για την Αθήνα και μου είπε «ότι οι άνθρωποι αυτού του σπιτιού, θα φύγουν από αυτό το σπίτι, κ’ έτσι να μην ξαναέλθεις», φαίνετε  ότι ήταν η τελευταία φορά που έκανα τον ταχυδρόμο για δουλειές του κόμματος αλλά για δουλειές της νεολαίας συνέχισα μέχρι την φυγάδευσή μου από την Ελλάδα στην ευρωπαϊκό χώρο, αρχίζοντας με ΙΧ αυτοκίνητο Αθήνα – Θεσσαλονίκη –  Βελιγράδι – Βιέννη και αεροπορικός μετά Σόφια για ένα μήνα και μετά Μόσχα. Μην φανταστείτε ότι πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη έψαχνα τίποτα γιάφκες για να κοιμηθώ, απλά πήγαινα  στο σπίτι μου, στο σπίτι της μαμάς μου και του μπαμπά μου, που τους υπεραγαπούσα, ήταν καλοί και φιλήσυχοι άνθρωποι, πρόσφυγες του 22, από την Ανατολική Θράκη,  οι λεγόμενοι ανταλλάξιμοι, ο πατέρας μου ο Θανάσης από μικρό παιδί μου έλεγε επαναστατικά τραγούδια «πως θα λευθερώσουμε δούλους λαούς!!» και γω φαίνεται τόδεσα κόμπο. Σαν νεολαίος ο πατέρας μου ήταν τσαγκάρης στην Αθήνα, φαίνεται πως συμμετείχε σε επαναστατικές οργανώσεις της αριστεράς, γιατί κάποιες φορές ανακάλυψα στο επάνω ράφι της ντουλάπας αριστερά έντυπα που τα έκρυβε, τότε που μέναμε στην Αγίας Θεοδώρας αρ. 6, δίπλα στην πλατεία της Αγίας Σοφίας, όπου από μικρός έπαιζα και κει μεγάλωσα. Σ’ αυτό το σημείο ν’ αναφέρω, ότι τον πρώτο καιρό της δικτατορίας ήλθε ο πατέρας μου στην Αθήνα να με δεί και να κουβεντιάσει για την δικτατορία για να με προφυλάξει από τους κινδύνους και στη συζήτηση επάνω του λέω «και που θ’ αφήσω τους φίλους μου», κ’ εκεί σταμάτησε η κουβέντα. Πολλές φορές η μαμά μου έλεγε όταν ήμουνα στη Θεσσαλονίκη αυτούς τους καιρούς και αργούσα να γυρίσω στο σπίτι, έβγαινε ο μπαμπάς μου στο μπαλκόνι του σπιτιού να με δεί αν έστριβα την γωνία του δρόμου για να μπώ στο δρόμο για το σπίτι μας. Ο μπαμπάς είχε τις αγωνίες του, γιατί και αυτός είχε μείνει στις φυλακές του Γεντί Κουλέ έξη με οκτώ μήνες περίπου (όσο θυμάμαι), στην εποχή που γινότανε οι εκτελέσεις των αγωνιστών της ΟΠΛΑ. Όταν τον ρωτούσα γι’ αυτή την περίοδο μούλεγε ότι οι αγωνιστές πηγαίνανε στο εκτελεστικό απόσπασμα τραγουδώντας, χωρίς να δείχνουνε στεναχώρια και ο αγώνας συνεχίζεται.  

Απέφυγα την σύλληψη τρείς φορές, όπου  γρήγορα αντέδρασα από ένστικτο περισσότερο και όχι γιατί ήμουνα ολοκληρωμένος επαγγελματίας επαναστάτης και διέφυγα την σύλληψη. Η πρώτη φορά ήταν στη Θεσσαλονίκη, πήγαινα υλικά της ΚΝΕ στο σύντροφο Γρηγόρη Κοκοζίδη, τότε έμενε όπως βλέπουμε το Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης, αριστερά και πάνω, κοντά σε μία εκκλησία, που το μισό μέρος της εκκλησίας είναι κάτω από το επίπεδο της επιφανείας της γής. Βγαίνοντας από το σπίτι του Γρηγόρη από κάτω ήταν ένας μπάτσος με πολιτικά, ήταν μόνος του, με ακολούθησε από πίσω, τον πήρα χαμπάρι και το τρέξιμο που έκανα δεν λέγεται, πήδηξα πάνω από τα χαντάκια της εκκλησίας εν ριπή οφθαλμού, ίσως εκείνη τη στιγμή ήμουνα ο πρωταθλητής του κόσμου στους δρόμους ταχύτητας, ήμουνα και νέος και αθλητικός τύπος. Την άλλη μέρα, κουβαλήσανε τον Γρηγόρη στην Ασφάλεια και τον ρωτούσανε ποιος ήταν αυτός που έφυγε από το σπίτι κ’ έτρεχε, ο Γρηγόρης έκανε τον ανήξερο κ’ έτσι έκλεισε το επεισόδιο. Αν οι μπάτσοι ήταν δύο θα μπορούσαν να με συλλάβουν βγαίνοντας και μόνο για εξακρίβωση στοιχείων αλλά  ο μπάτσος ήταν μόνος και η εντολή που είχε ήταν η παρακολούθηση, έτσι γλύτωσα.

Την δεύτερη φορά που γλύτωσα στο παρά τρίχα, ήταν τότε που δούλευα στην ιχθυόσκαλα (ψαραγορά) στο Κερατσίνι. Δούλευα σαν εργάτης, δέναμε φελλούς πάνω στους τοίχους των δωματίων για να μετατραπούν σε ψυγεία για τα ψάρια. Στην εταιρία που δούλευα, χωρίς τότε ακόμα να το ξέρω, ήταν εταιρία του Δημοσθένη Παπαχρήστου, ο οποίος ήταν αδελφός της γυναίκας του Νίκου Πλουμπίδη, της γνωστής ιστορίας του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ. Τότε ακόμα το σπίτι μου ήταν στην Κυψέλη, στην δουλειά αυτή με πήγε ο φίλος μου ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ο οποίος ήταν λογιστής στην εταιρεία αυτή. Ένα πρωϊνό μαζευότανε το προσωπικό της εταιρείας στην Ομόνοια, μας περίμενε ένα λεωφορείο της εταιρείας και μας κατέβαζε στο Κερατσίνι. Την στιγμή που σήκωνα το πόδι μου για να μπω στο λεωφορείο, είδα τον Παναγιώτη να τρέχει προς εμένα φωνάζοντας «Γιώργο μην μπεις, ήλθε η Ασφάλεια χθές στα γραφεία της εταιρείας που ήταν στην λεωφόρο Συγγρού και σε αναζήτησε». Δεν έμαθα ποτέ, πώς το βρήκαν που δούλευα. Έφυγα γρήγορα μετά μερικές μέρες έμαθα τα μαντάτα. Η Ασφάλεια πήγε στο εργοτάξιο  στο Κερατσίνι, μπήκαν μερικοί άνδρες ανάμεσα στους εργάτες με αναζήτησαν και οι εργάτες τους είπαν δεν ήλθε σήμερα και τους έδειξαν τα εργατικά  μου ρούχα  που ήταν κρεμασμένα στα καρφιά. Ο Δημοσθένης Παπαχρήστου κάποια στιγμή μου ζήτησε να πάω στο γραφείο του για να με γνωρίσει, εγώ δεν κατάλαβα γιατί ήθελε να με γνωρίσει, δεν ήξερα τίποτε γι’ αυτόν, εγώ τον έβλεπα σαν αφεντικό και γερό καπιταλίστα, μετά από καιρό έμαθα ποιος ήταν. Πάντως με προσέλαβε σαν εργάτη σε άλλες του δουλειές, σε εργοτάξια που είχε πίσω από την οδό Πειραιώς στο ύψος της Σιβιτανιδείου, σαν λαμαρινά και δούλευα στράντζα και αργότερα σ’ ένα άλλο εργοτάξιο που κάναμε κλειδαριές πίσω από την γεωπονική σχολή. 

Την τρίτη φορά με γλύτωσε από σύλληψη η μαμά μου η Σοφία, η ίδια δεν ήταν πολιτικός άνθρωπος και ήταν βαθειά θρησκευόμενη γυναίκα. Ο πατέρας της Ιωάννης Ασσανάς ήταν έμπορος γαλακτομικών προϊόντων στην Ραιδεστό (σημερινό Derkida) της Ανατολικής Θράκης, ήταν λάτρης της βυζαντινής μουσικής και ήταν ψάλτης στην εκκλησία της Ραιδεστού και ο πατέρας του ήταν ιερέας στην ίδια εκκλησία και λεγότανε Σιργκούν ή Σαργκών Ασσανά.

Μια μέρα στη Θεσσαλονίκη, πήγαν δυο άνδρες της Ασφάλειας στον πατέρα μου που ήταν τσαγκάρης (τσαγκάρης μπαλωματής στα τελευταία χρόνια της ζωής του) και  ζήτησαν που μένω για να μου αλλάξουν το απολυτήριο του στρατού. Ο πατέρας μου ο Θανάσης απονήρευτα τους έδωσε την πραγματική μου διεύθυνση γιατί οι γονείς μου  πάντα ήξεραν που ήταν το σπίτι μου. Τότε έμενα στον Ν. Κόσμο στην οδό Φωτομάρα και Καζαντζή γωνία, μπροστά στο πάρκο και συγκατοικούσα με τον συνάδελφό μου τον Νίκο Μανωλ. Μόλις γύρισε το βράδυ από την δουλειά ο πατέρας μου, είπε το γεγονός αυτό στην μητέρα μου. Η μητέρα  μου την ίδια στιγμή παίρνει μια ζακέτα μαζί της και παίρνει το λεωφορείο για την Αθήνα, έφθασε στο σπίτι μου στις τρείς (3) η ώρα την νύκτα και μου ανάφερε το περιστατικό. Διώχνω την μητέρα μου να πάει στον αδελφό της τον Νίκο που έμενε στις εργατικές πολυκατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας και έτρεξα μέσα στην νύκτα στο Κουκάκι στο σπίτι του Σάββα Καραλίδη, του είπα Σάββα να σου φέρω κάσες με τυπογραφικά στοιχεία γιατί με έχει εντοπίσει η ασφάλεια και πρέπει να φύγω από το σπίτι, κ’ έτσι έγινε επιστρέφω στο σπίτι φορτώνουμε τις κάσες των τυπογραφείων που είχα κάτω από το κρεβάτι μου, της πήγα στο Σάββα και δεν ξαναγύρισα στο σπίτι. Την άλλη μέρα το πρωί (όπως μου είπε αρκετά αργότερα ο φίλος μου ο Νίκος) η Ασφάλεια μπλόκαρε το τετράγωνο μπήκε στο σπίτι ο Νίκος τους έδειξε το δωμάτιο μου αλλά εγώ δεν υπήρχα. Μην φανταστείτε πως η μαμά μου ήταν καμιά μαρξίστρια λενινίστρια επαναστάτρια, βαθειά θρησκευόμενη χριστιανή γυναίκα ήταν και με εκκλησιαστικές παραδόσεις, ο μπαμπάς της ψάλτης στην εκκλησία της Ραιδεστού Ανατολικής Θράκης και ο παππούς της ιερέας στην ίδια εκκλησία. Απλά έκανε το αυτονόητο σαν μητέρα να σώσει το παιδί της από τα νύχια των φασιστών.

Θα μπορούσα και άλλα τρελά να σας λέω πως φυλαγότανε τα μυστικά τυπογραφεία του Ριζοσπάστη στα Κάτω Πατήσια. Η Νάσα η γυναίκα του Νίκου που είχε όλη την κίνηση και λειτουργία των παράνομων τυπογραφείων, μ αυτό που έκανε εν τοις πράγμασι, με το καντήλι από το εικονοστάσι του σπιτιού στα χέρια της, έκανε τον γύρω του οικοδομικού τετραγώνου περπατώντας με αναμένω κανδήλι στα χέρια της για να μην εντοπίσει η ασφάλεια την ύπαρξη των τυπογραφείων του κόμματος. Πολύ καλά καταλάβατε!!! Μην φαντάζεστε ότι πάντα οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες είναι αυτοί που κάνουν τις επαναστάσεις. Αξίζει να σημειώσω ότι στα παράνομα τυπογραφεία του ΚΚΕ, δούλευε κ’ ένας επαγγελματίας τυπογράφος ονόματι Θωμάς. Έτυχε να τον συναντήσω τέσσερις ή πέντε φορές στο σπίτι του Νίκου. Απ’ ότι μπορώ να θυμάμαι από τις κουβέντες που κάναμε στην μεταπολίτευση, ο Θωμάς πριν αρχίσει να δουλεύει για μας, δούλευε στα τυπογραφεία του Εσωτερικού και πάει λέγοντας. Σε μεταγενέστερο χρόνο ο Θωμάς με την οικογένεια του έφυγε στο εξωτερικό για δουλειά. Αξίζει να σημειώσω εδώ ότι ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος δεν ήταν επαγγελματίας τυπογράφος αλλά έκανε ότι μπορούσε και σαν ερασιτέχνης τυπογράφος έβγαζε τον όγκο της τυπογραφικής εργασίας γι’ αυτό κάτω από κάποιες συνθήκες βρέθηκε ο Θωμάς και δούλευε κι’ αυτός στα τυπογραφεία για μία περίοδο.   

Ορισμένα από αυτά θα τα ξανακουβεντιάσουμε στην πορεία αυτού του καθυστερουμένου χρονικού, που απλά γλύτωσα μερικές φορές τον θάνατό γιατί κάποιοι που με γνωρίζανε καλά τρέχανε αυθορεί να δείξουνε την αλληλεγγύη τους με άμεσες χειρουργικές επεμβάσεις για να σώσουν την ζωή μου. Διαφορετικά εδώ και καιρό θα ήμουνα νεκρός. Απλά έζησα για να γράψω κι’ αυτό,  που είχα μια ηθική υποχρέωση σ’ αυτούς που μου τον ζήτησαν. 

Μια από τις πρώτες ενέργειες μου πρωτόβουλα, στην φοιτητική παράταξη της ΠΡΟΟΔΟΥ που είχαμε στην σχολή μας, ήταν μια συμφοιτήτρια μας με ειδικές ανάγκες, την Μελίνα, ήταν αρχές ακόμα της δικτατορίας, ήταν η περίοδος που φιλοξενούσαμε μαζί με τον Νέστορα Χατζούδη σ΄ένα υπόγειο διαμέρισμα που μέναμε στην οδό Σεβαστουπόλεως αρ. 29 στους Αμπελόκηπους, τον διωκόμενο κομμουνιστή Γιώργο Μωραϊτη, όπου την πραγματική του ταυτότητα αγνοούσα. Λέω στον Γιώργο, «ξέρεις μια συνάδελφό μου ετοιμάζεται να πάει στην Ιταλία για μεταπτυχιακές σπουδές, θέλεις να  στείλουμε τίποτε έξω» και «βέβαια» μου απάντησε. Κάποια μέρα μου έδωσε ένα σημείωμα σε πολύ μικρή συσκευασία. Η Μελίνα έφευγε σε λίγες μέρες για την Ιταλία, της το παρέδωσα, ότι έμαθα το έμαθα με την μεταπολίτευση. Βρεθήκαμε με την Μελίνα μου είπε «Γιώργο δεν ήξερα σε ποιόν να το παραδώσω», ήξερε βέβαια η Μελίνα ότι ήμουνα στην ΚΝΕ, ήταν ο πρώτος καιρός της διάσπασης με την 12η Ολομέλεια του 68 του ΚΚΕ κι’ όλοι βρίσκονταν σε μια σύγχιση «τα έδεινα  αλλά οι άνθρωποι ήταν μπερδεμένοι, τους πρώτους που συνάντησα ήταν με το ΚΚΕ Εσ., αυτοί τους τα έδινα αλλά δεν τα παίρνανε, τελικά βρήκα ανθρώπους από το ΚΚΕ και τα έδωσα». Το σημείωμα το πήρανε, όπως μου είπε ο Γιώργος Μωραϊτης που συναντηθήκαμε στο 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ, που ήμασταν σύνεδροι και γινότανε το συνέδριο στο έδαφος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR). Το γράμμα που έστειλε ο Γιώργος ήταν ένα χρονικό που ο ίδιος περνούσε το πρώτο καιρό της δικτατορίας, σε κάποιο σημείο αναφέρει κ’ έμενα με τ’ όνομα Πάνο, το γράμμα δηλαδή είχε φθάσει στον προορισμό του έστω με την μικρή του περιπέτεια, ο τίτλος του ήταν «ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΕΡΠΥΣΤΡΙΕΣ». Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πώς και γιατί έφθασε ο Μωραϊτης σ’ εμένα και στον Νέστορα, τουλάχιστον από τα λεχθέντα του ιδίου, μ’ αυτόν που ήταν συνδεδεμένος, ας το πούμε ο καθοδηγητής του, ήταν κι’ αυτός που του έδινε χρήματα για την επιβίωση του, με την διάσπαση όμως της 12ης, ο καθοδηγητής του πέρασε με το ΚΚΕ Εσ. και ο Γιώργος έμεινε στο κόμμα, κ’ έτσι ο Γιώργος έμεινε άφραγκος και βρέθηκε να τον συντηρούν δύο νεολαίοι, μέχρι την στιγμή, που εγώ που φιλοξενούσα τον Γιώργο, ο Γιώργος μ’ έδιωξε από το σπίτι μου, κάπου ήμουν βέβαια εκνευρισμένος αλλά χρόνος έδειξε ότι ο Μωραϊτης είχε πράξει σωστά. Πάντα τον θυμόμουνα τον Γιώργο, ακόμη και τώρα που μας άφησε χρόνους (απεβίωσε) αλλά ο αγώνας συνεχίζεται. Η κομμουνιστική υπόθεση, είναι ο απελευθερωτικός αγώνας των καταπιεζομένων για την αυτοχειραφέτιση τους, πέρα από τα γραφειοκρατικά και τις κακοτροπίες που γίνονται είτε από απαίδευτους ανθρώπους είτε από ανθρώπους που το παίζουν επαναστάτες αλλά τι επαναστάτες; σε μια χώρα με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης και μάλιστα σε περίοδο κρίσης και σε μόνιμη βάση εξαρτημένη από τον αμερικάνικο και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και ίσως μόνο συμβολική υποστήριξη από την Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) και η ζωή πάει λέγοντας.

Έντυπα της ΚΝΕ έβγαιναν με πολλούς τρόπους. Θυμάμαι τον Δήμο Τσακνιά εργαζότανε σε μία μεγάλη εταιρεία στην πλατεία Συντάγματος, τύπωνε έντυπα της ΚΝΕ στα μηχανήματα της εταιρείας και έβλεπε τους μπάτσους της Ασφάλειας με πολιτικά να γυρίζουν ολόγυρα και να παρακολουθούν τον κόσμο και ο Δήμος τους παρακολουθούσε από ψηλά.

Ο συμφοιτητής  και φίλος μου Γρηγόρης Νιόλης ή Νιολάκης  από την Κρήτη, ήταν πολύ καλός ζωγράφος και τα χέρια του έπιαναν στα καλλιτεχνικά σκάλιζε με αρνητικό τρόπο σε λινέλεουμ και μετά μου τα έδινε για να κάνουμε τις εκτυπώσεις είτε σχέδια είτε συνθήματα ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ κ.ά. κ’ εμείς κάναμε τις εκτυπώσεις. Παρ’ όλο που ήμασταν ο μηχανισμός της ΚΝΕ  και για λόγους ασφαλείας δεν έπρεπε να διακινδυνεύουμε, παρ’ όλα αυτά κάναμε και τα τρελά μας είτε πετούσαμε εμείς τα τρικ και τις προκηρύξεις  στους δρόμους είτε  δύναμαι τις εφημεριδούλες σ’ άλλους, παραβιάζοντας τους κανόνες της συνωμοτικότητας ίσως δεν καταλαβαίναμε τους κινδύνους που διατρέχαμε, εξ άλλου φοιτητές ήμασταν και όχι ολοκληρωμένοι επαγγελματίες επαναστάτες, απλά είχαμε ρέντα, όχι ότι δεν πιαστήκανε κάποιοι από εμάς αλλά ο μηχανισμός δεν κινδύνευσε ποτέ. Απλά η Ασφάλεια όταν δυό τρείς που έτυχε να συλλάβει έναν στην κατάληψη της Νομικής τον Δημήτρη Γκαστή τον συνέλαβε τον πήγαν  στο αστυνομικό τμήμα του έδωσαν σκαμπίλια και τον άφησαν δεν ξέρανε ότι είχανε στα χέρια τους έναν από τους πολύ δραστήριους του παράνομου μηχανισμού της ΚΝΕ.   

1970 μάλλον, κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι είχε συμβεί αλλά είχε διακοπεί η επικοινωνία της ΚΝΕ με την Θεσσαλονίκη και με δίδουν εντολή να προσπαθήσω για την αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ Αθηνών – Θεσσαλονίκη. Δεν ήξερα τίποτε από την προηγούμενη σύνδεση και έπρεπε να δράσω πρωτόβουλα για την αποκατάσταση της επικοινωνίας. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να ξεκινήσω από γνωστούς, χωρίς να γνωρίζω ποιά ήταν η πολιτική τους οργανωτικότητα μετά την διάσπαση της 12ης Ολομέλειας του 68. Έφθασα στην Θεσσαλονίκη βρήκα το γεωπονικό μαγαζί της Καίτης Τσαρουχά, η Καίτη και ο Χρόνης Μίσιος ήταν οι πρώτοι καθοδηγητές μου στην νεολαία της ΕΔΑ. Μπήκα στο Μαγαζί της σ’ ένα κοντινό δρόμο στο Βαρδάρι, χάρηκα που την είδα και με είδε, της είπα την πολιτική μου ιδιότητα και μου είπε την δική της, οργανωτικά δεν ήμασταν στο ίδιο πολιτικό χώρο αλλά αυτό μην νομίζεται για μας τους Θεσσαλονικείς είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Στο μαγαζί της δούλευε ο Γρηγόρης Κοκοζίδης, τον γνώριζα οπτικά από την νεολαία Λαμπράκη αλλά δεν είχαμε καμία άλλη σχέση. Η Καίτη μίλησε στον Γρηγόρη ότι ήμουν από την ΚΝΕ, του είπε ότι μπορεί να μου έχει εμπιστοσύνη, όπως μίλησε και σε μένα ξεχωριστά ότι στο Γρηγόρη να έχεις εμπιστοσύνη, εκείνη την στιγμή ο Γρηγόρης και γώ αρχίσαμε να περπατούμε στα στενά δρομάκια κάτω από το μαγαζί της Καίτης, γιατί το μαγαζί της Καίτης ήταν κοντά στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης. Έτσι αποκαταστάθηκε η επαφή των οργανώσεων της ΚΝΕ Αθηνών και Θεσσαλονίκης και η φιλία μας με τον Γρηγόρη κράτησε χρόνια και μετά το κάθισμα της Χούντας, μιάς και ο αμερικάνικος παράγοντας έβαλε την χούντα στην άκρη κ’ έφερε τον Καραμανλή στην διακυβέρνηση της χώρας, σαν αποτέλεσμα των γεγονότων της Κύπρου. Η επαφή μου με τον Γρηγόρη στα χρόνια της χούντας κράτησε μέχρι τότε που έγινε η διαφυγή μου στο εξωτερικό, αφού αντικαταστάθηκα από άλλο σύντροφο στην επικοινωνία. Βρεθήκαμε πάλι με τον Γρηγόρη  στην μεταπολίτευση, τρέχαμε σε πολιτικές ζυμώσεις Θεσσαλονίκη (Γρηγόρης Κοκοζίδης αγρότης, Γιάννης Ορμανίδης μπογιατζής, βασανιστήρια, φυλακές και εξορίες μαζί), Βέροια (η οδοντίατρος Ρίτα Γιαννούλη, οι βασανιστές της ασφάλειας βγάλανε το φασιστικό τους μίσος πάνω της), Νάουσα (τιμούμε την μνήμη του Αντώνη Παππή αντιδήμαρχος και ανθοπώλης, που πάντα στεκόταν όρθιος σ’ όλες τις κακουχίες του αγώνα και σ’ όλα τα μέτωπα), η πολιτική δράση των από πεποίθηση κομμουνιστών διαρκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους. Οι εμπειρίες του αντιδικτατορικού αγώνα συνέχισαν να χρησιμοποιούνται στην καινούργια περίοδο σ’ όλους τους τομείς νόμιμους και ειδικούς, ο αγώνας των μαρξιστών επαναστατών δεν έχει οριακό σημείο. Μερικές από τις γιάφκες που χρησιμοποιήσαμε σε διάφορα μέρη της Αθήνας ήταν 1) Στους Αμπελόκηπους στην οδό Σεβαστουπόλεως κοντά στην αρχή της οδού, σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα. Εκεί συγκατοικούσα με τον φίλο μου από την Θεσσαλονίκη τον Νέστορα Χατζούδη. Ήταν το σπίτι που φιλοξενήσαμε τον Γιώργο Μωραϊτη, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, που βέβαια αγνοούσαμε την πραγματική του ιδιότητα. Ο Νέστορας τον γνώριζε γιατί τον είχε συναντήσει στα κεντρικά γραφεία της ΕΔΑ, στην οδό Αριστείδου. Εγώ το μόνο που γνώριζα ότι η συμφοιτήτρια μου η Λέλα Καζ. μου έφερε να κρύψω έναν κυνηγημένο από την Χούντα αυτό ήταν όλο, τα υπόλοιπα τα έμαθα αργότερα και ο Γιώργος Μωραϊτης ήταν η αιτία που οργανώθηκα αρχικά στην ΚΝΕ και μετά από λίγο καιρό ήμουν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ, αυτός ήταν και ο λόγος εξ αιτίας της δραστηριότητας μου να βρεθώ στην Μόσχα στην Διεθνιστική Λενινιστική Σχολή, κατά το δημοσίως βέβαια θεαθήναι Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών, κοντά στο σταθμό Αεροπόρτ της Μόσχας. Είμασταν τέσσερα ηγετικά στελέχη της ΚΝΕ με παρόντα τον Χαρίλαο Φλωράκη μας δέχθηκαν στη Σχολή. 2) κοντά στην πλατεία Βικτωρίας στην οδό Φιλιππίδου και Ατταλείας, ο σύντροφος Παναγιώτης Σωτηρόπουλος είχε τότε το σπίτι του στην οδό Φωκαίας και κάναμε όλες τις δουλειές μαζί. Είχαμε πάψη να είμαστε μόνο συμφοιτητές και σύντροφοι, είχαμε γίνει και πολύ φίλοι και στα μεταγενέστερα χρόνια που ήμουνα συμβολαιογράφος, ήταν ο λογιστής μου. Στο χρονικό διάστημα που έμενα σ’ αυτή την διεύθυνση φιλοξένησα και μια διωκόμενη από την χούντα και κρυβόταν σε διάφορα μέρη την Κορίννα Καρκανίδου από την Νέα Ιωνία, ο πατέρας της ήταν αγωνιστής με φυλακές και εξορίες. Δικό της κείμενο υπάρχει σε συνέχεια. Παρ’ όλο που είχαμε διϊστάμενες πολιτικές απόψεις αυτή με το ΚΚΕ εσ. και γω με το ΚΚΕ, δεν είχαμε κανένα πρόβλημα μεταξύ μας, μου την είχε φέρει να την φυλάξω μια συμφοιτήτρια μου η Άννα Κ. Η Κορίννα είχε δει τις κάσσες με τα τυπογραφικά στοιχεία και έπεφταν στην αντίληψη της ένα μέρος από τις δραστηριότητές μου και η ζωή τραβάει την συνέχεια της. 3) στην γωνία των οδών Παξών και Καυκάσου (επί της Καυκάσου στην σοφίτα μιας πολυκατοικίας) ανεβαίνοντας αριστερά. Εδώ έμενε ο συμφοιτητής μου από την Κύπρο Μηνάς Μηνάς απόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου , έφευγε για μεταπτυχιακές  σπουδές στην Ιταλία και μου έδωσε την σοφίτα που έμενε. Είναι ο συνάδελφός που μου χάρισε το βιβλίο του Τσε Γκεβάρα για τον ανταρτοπόλεμο, το είχε αγοράσει από βιβλιοπωλείο στην Ιταλία το οποίο και μεταφράσαμε και το κυκλοφορήσαμε σε πέντε αντίγραφα, είναι η πρώτη μετάφραση και ίσως η μοναδική που κυκλοφόρησε στα χρόνια της Χούντας. 4) Όταν ο Γιώργος Μωραϊτης μου είπε να φύγω από το σπίτι που έμενα στους Αμπελόκηπους, ήλθα και έπιασα μια υπόγεια γκαρσονιέρα στην οδό Λεωνίδα Δρόση στου Γκύζη, κοντά στην Λεωφ. Αλεξάνδρας, κουβαλόντας μαζί μου και τυπογραφικές κάσες. Εδώ με βρήκε η διάσπαση του ΚΚΕ με την 12η Ολομέλεια του 68, καθώς και οι συλλήψεις του κλιμακίου με τον Γρηγόρη Φαράκο, τον Γιώργο Μωραϊτη και άλλους. Τότε κινητοποιήθηκα,  φυγάδευσα τις κάσες με τα τυπογραφικά στοιχεία, μου τα φύλαξε για μια περίοδο ο συμφοιτητής μου Γιάννης Σαμοθράκης σε γκαρσονιέρα που είχε κοντά σε μένα, απέναντι σ’ ένα στενό δρομάκο στη Λεωφ. Αλεξάνδρας. Από αυτήν την υπόγεια γκαρσονιέρα έφυγα και κατέβηκα κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, μετά τις συλλήψεις του Φαράκου και των άλλων. . 5) Στο Κουκάκι είχα τέσσερις αλλαγές σε σπίτια, εκ των οποίων οι δύο πιο σημαντικές ήταν η οδός Μινιάκ αρ. 22 και Αρακύνθου και η οδός Μεϊντάνη αρ. 18, αν θυμάμαι καλά,   σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα, όπου είχαμε μεσοτοιχία με τον Σάββα Καραλίδη, του οποίου την ιστορία θα την εξιστορήσω παρακάτω.                .               6) Στην Καλλιθέα κοντά στον ηλεκτρικό σε μια σοφίτα, κατά κανόνα πάντα έμενα σε συγκατοίκηση μ’ ένα συνάδελφό μου και για λόγους οικονομίας. Οι συμφοιτητές μου καταλάβαιναν πολύ καλά τις δραστηριότητές μου εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών αλλά κάνανε πως δεν καταλαβαίνουνε. Το ίδιο λέω και για πολύ κόσμο που καταλάβαινε πολύ καλά τι κάναμε εμείς οι φοιτητές, δεν ήξεραν βέβαια επακριβώς αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, καταλαβαίνανε πολύ καλά εναντίον ποιών στρεφόμαστε και στην ουσία μας κάλυπταν. Δεν νομίζω να πει κανείς πως ήμασταν επαγγελματίες επαναστάτες όχι βέβαια, από πού να ξέρουν φοιτητές τους κανόνες της συνωμοτικότητας, εξ άλλου η δικτατορία ήλθε ξαφνικά και όλοι ήμασταν απροετοίμαστοι. Μην φαντάζεστε ότι για όλα αυτά υπήρχαν χρήματα. Σε μόνιμη βάση εργαζόμουν για να καλύπτω τα έξοδα, καθώς και τ’ άλλα παιδιά της ομάδας βάζανε το χέρι στην τσέπη τους, σχεδόν το σύνολο των νεολαίων που ήμασταν μαζί στον αγώνα, ήταν παιδιά από αστικές οικογένειες, με γονείς δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς και χωρίς κανένα προϊστορικό στον χώρο της αριστεράς, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν κ’ ένας από τους λόγους που δεν εντοπιστήκαμε ποτέ, εκτός από μένα. Με είχε στην λίστα της η Ασφάλεια δέκατο όγδοο (18ο) στην σειρά μετά τον Χαρίλαο Φλωράκη και πρώτο (1ο) από τον χώρο της νεολαίας, όπως το είδα στην λίστα της Ασφάλειας που είναι μέσα στον Β΄ τόμο της βιογραφίας του Χαρίλαου του συγγραφέως Χρήστου Θεοχαράτου και καταζητούμενος  με τον Α.Ν.509/1947, σελίδα ογδόντα τρία (83) του βιβλίου. Αυτό το πήρα χαμπάρι βέβαια με την μεταπολίτευση και όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, δεν μου είχε πεί κανείς τίποτε από τους συντρόφους μου,  το πόσο καταζητούμενος ήμουνα, εγώ βέβαια ήμουν λίγο ως πολύ σκωπτικός  με τον εαυτό μου.

7)  Στου Γκύζη είχαμε άλλη μία γιάφκα πρέπει να ήταν ή στην οδό Λιακαταίων ή στην οδό Αγίου Χαραλάμπους στην οδό που κατέληγε στην οδό Κυπριανού, από εκεί και πέρα ήταν το δασάκι της Σχολής Ευελπίδων και μερικές φορές ακούγαμε πυροβολισμούς και φωνές. Δικτατορία ήταν,  ότι θέλανε κάνανε. Η γιάφκα αυτή ήταν υπόγεια και έβλεπε πίσω στον ακάλυπτο χώρο. Κάποια στιγμή, κάτι δεν μου πήγε καλά και αποφάσισα να την εγκαταλείψω, το οποίο και έκανα. Έλα που ένας από τους συντρόφους ο Στάθης Κουφόπουλος, σιδεράς στο επάγγελμα, ήξερε το σπίτι και είχε κλειδί να μπαίνει και να βγαίνει. Δεν είχα τρόπο να τον ειδοποιήσω για την βιαστική μετακίνηση μου, ήξερα όμως τον χρόνο που θα ερχότανε στο σπίτι. Άδειασα το σπίτι, όταν είδα τον Στάθη μετά από καιρό μου είπε «Ρε μπαγάσα τι μου έκανες. Ήλθα στο σπίτι μπαίνω μέσα και βλέπω ένα τελείως άδειο σπίτι και πατάω μια τρεχάλα όπου φύγει, φύγει, τα παπούτσια μου στ’ αφτιά μου».                    . Ορισμένες φορές έκανα και τον εσωτερικό ταχυδρόμο μέσα στην Αθήνα, δυό ή τρείς φορές περίπου πήγα  κοντά στα ΕΛΤΑ στην Λεωφ. Κωνσταντινουπόλεως, στην πλατεία Ράμνες είναι η οδός Κίμωνος τότε υπήρχε ένα μικρό κουρείο. Πήγαινα στο κουρείο κουρευόμουνα, παρέδιδα το σημείωμα στο κουρέα και έπαιρνα άλλο και το πήγαινα στον προορισμό του. Το ίδιο συνέβη και με τον Γιώργο Μωραϊτη πήγα δύο φορές σε νυκτερινές ώρες σε κάτι απομακρυσμένους δρόμους της Καλλιθέας και συναντούσα ένα σύντροφο μεγάλο σε ηλικία και έδινα το σημείωμα που μου είχαν δόση. Απ’ ότι φαίνεται έχω καλή μνήμη, παρ’ όλα τα χρόνια που έχουν περάσει. Κάποια στιγμή είχε διαγνωσθεί μελάνωμα καρκίνου τετάρτου (4ου) βαθμού, δηλαδή μέσα σε τρείς μήνες με είχαν για νεκρό αλλά φαίνεται ότι έχω ρέντα. Όλα τα γιαλάκια της μικροβιολόγου πήγαν τρείς φορές στη Ν. Υόρκη και γύρισαν, το έμαθαν και κάποιοι γιατροί στο Λονδίνο και τα ζήτησαν κι’ αυτοί, ξύναν όλοι το κεφάλι τους, φαίνεται πως δεν έγινα γνωστός σαν επαναστάτης αλλά έγινα γνωστός σαν ιατρικό φαινόμενο. Φαίνεται έζησα για να γράψω αυτά, διαφορετικά όλο αυτό το χρονικό θα έμεινε άγνωστο.     

Μέσα σ’ όλα αυτά που γράφω, θα ήθελα να σημειώσω και τα εξής, εν είδη αναφοράς. Ο φίλος μου Παναγιώτης Σωτηρόπουλος (Ο αδελφός του Λουκάς Σωτηρόπουλος από την Λειβαδιά με φυλακές και εξορίες. Ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και αφοσιωμένος στην υπόθεση της εργατικής τάξης) για ένα μεγάλο διάστημα δούλευε στην ΘΕΡΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, η έδρα της εταιρείας ήταν στην λεωφόρο Συγγρού, κατεβαίνοντας αριστερά, κάπου στο μέσον μεταξύ Ολυμπίων Στηλών και σταθμού Μετρό ΦΙΞ, ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο Δημοσθένης Παπαχρήστος, ο οποίος είναι ο αδελφός της Ιουλίας Πλουμπίδου, σύζυγος του Νίκου Πλουμπίδη της γνωστής υπόθεσης του ΚΚΕ. Σημειωτέον ότι ο φίλος μου Παναγιώτης δούλευε στον μηχανισμό της ΚΝΕ αλλά και στα παράνομα τυπογραφεία του Ριζοσπάστη στα χρόνια της Χούντας. Οι νοητικοί συσχετισμοί μου ήλθαν αρκετά χρόνια αργότερα. Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος εργαζόταν στη εταιρεία του Δημοσθένη Παπαχρίστου, όταν  ζήτησα δουλειά μεσολάβησε ο Παναγιώτης και προσελήφθηκα στο λαμαρινάδικο, δούλευα στην στράντζα, εκεί κάποια στιγμή ήλθε για δουλειά και ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος (έχει αποβιώσει) που δούλευε τα παράνομα τυπογραφεία του Ριζοσπάστη, το λαμαρινάδικο ήταν σ’ ένα στενό δρόμο της οδού Πειραιώς στο ύψος της Σιβιτανιδείου Σχολής. Κάποια στιγμή με μετακινήσανε και δούλευα στην ιχθυόσκαλα Κερατσινίου κάναμε την κατασκευή τον μεγάλο ψυγείων για τα ψάρια, κολούσαμε τους φελλούς στους τοίχους των ψυγείων, εδώ ήλθε η Ασφάλεια να με συλλάβει αλλά είχα ενημερωθεί κ’ έτσι διέφυγα. Αργότερα έμαθα πως η Ασφάλεια είχε πάει στα κεντρικά γραφεία; Της Θερμομηχανικής στη λεωφ. Συγγρού και με αναζήτησε. Ερώτημα πρώτο πως έμαθε ότι εργαζόμουνα εκεί, ερώτημα δεύτερο εικάζω ότι η διεύθυνση της εταιρείας ειδοποίησε τον Παναγιώτη κ’ έτσι διέφυγα αλλά διεύθυνση της εταιρείας ήταν ο Δημοσθένης Παπαχρίστος, ερώτημα τρίτο ο Δημοσθένης Παπαχρίστος ζήτησε να με δει στο γραφείο του. Η παρουσία μου στο γραφείο του ήταν σύντομη, επειδή εγώ τότε δεν ήξερα τίποτε γι’ αυτόν, τον αντιμετώπισα σαν καπιταλίστα και «τι θέλει αυτός από μένα»!!. Σε συνέχεια μετά από αυτό το περιστατικό η ίδια εταιρεία μ’ έστειλε να εργαστώ σ’ ένα εργοστάσιο που έκανε κλειδαριές πίσω από την γεωπονική σχολή Αθηνών. Απ’ ότι μου είπε ο Παναγιώτης αργότερα, στα γραφεία της εταιρείας εργαζότανε κάποιοι κομμουνιστές, κάποια κυρία από το προσωπικό κάναμε κουβέντα μαζί. Και ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος εργάστηκε για ένα διάστημα σ’ αυτήν την εταιρεία στο λαμαρινάδικο. Εικάζω χωρίς να μπορώ να τεκμηριώνω ότι ο Δημοσθένης Παπαχρίστος μέσω το Παναγιώτη Σωτηρόπουλου βοηθούσε και τον μηχανισμό των τυπογραφείων του ΚΚΕ και τον μηχανισμό της ΚΝΕ στα χρόνια της χούντας χωρίς να φανεί ποτέ πουθενά. Τιμή του Πρέπει και Μεγάλη Τιμή του Πρέπει αυτού του ανθρώπου γιατί δεν ήταν από ανάγκη κομμουνιστής αλλά από επιλογή και το απέδειξε σ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Ας Κάνουμε τώρα ένα μεγάλο χρονικό άλμα, είμαι συμβολαιογράφος στην Αθήνα και κάπου γύρω στα 1995 ήλθε η Ιουλία Πλουμπίδου (αδελφή του Δημοσθένη Παπαχρήστου)και χήρα του εκτελεσμένου αγωνιστή Νίκου Πλουμπίδη,  στο γραφείο μου για να μεταβιβάσει με γονική παροχή ένα διαμέρισμα που είχε κοντά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στον υιό της Δημήτρη. Τυχαία όλα αυτά δεν νομίζω!!

ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟ: Ο σύντροφος και φίλος Παναγιώτης Σωτηρόπουλος σε όλη την διάρκεια της Χούντας, ήταν δραστήριος και ότι του ζητήθηκε το πραγμάτωνε δεν κόλλησε ποτέ σε τίποτε. Δουλεύοντας τόσο στον παράνομο Ριζοσπάστη, όσο και στον μηχανισμό της ΚΝΕ. Δεν έκανε πίσω ποτέ του, δεν δίστασε μπροστά σε κανένα κίνδυνο. Αυτό δεν σήμαινε βέβαια ότι τα έπαιρνε όλα αψήφιστα, ήταν προσεκτικός να μην γίνει ζημιά στην υπόθεση του αγώνα, στην υπόθεση των κομμουνιστών. Και ερχόμαστε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, κάποια στιγμή η ΚΟΒΑ του,  του βάζει καθήκον να μεταδημοτεύση δηλαδή από δημότης Λειβαδιάς που ήταν να γίνει δημότης Αθηναίων για να βγάλει το ΚΚΕ περισσότερους βουλευτές. Ο Παναγιώτης απάντησε εγώ λειβαδιώτης γεννήθηκα, λειβαδιώτης θα πεθάνω κ’ έτσι έγινε ο Παναγιώτης πέθανε λειβαδιώτης. Τιμή του πρέπει και κάθε τιμή του πρέπει, θα τον θυμόμαστε όλοι όσοι τον γνωρίσαμε φίλοι και συνεργάτες στον αγώνα. Για την άρνηση του αυτή ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος διαγράφηκε από το κόμμα που αγαπούσε. Μου τα έλεγε πληγωμένος, χωρίς να μπορώ ν’ απαντήσω. Αξίζει πολύ να σημειωθεί ότι ο Παναγιώτης εργαζότανε ως λογιστής στην εταιρεία ΘΕΡΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ιδιοκτησίας του Δημοσθένη Παπαχρίστου και ο Παναγιώτης ήταν αυτός που σεγοντάριζε και εμένα για τον μηχανισμό της ΚΝΕ αλλά σεγοντάριζε και  τον Νίκο Θεοδωρακόπουλο του μηχανισμού του ΚΚΕ για τα τυπογραφεία.                ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΑΒΒΑ ΚΑΡΑΛΙΔΗ: Λίγο καιρό πριν την δικτατορία των συνταγματαρχών έμενα με τον συμφοιτητή και φίλο μου Παναγιώτη Μάνιο από την Κοζάνη στην οδό Μεϊντάνη σ’ ένα ημιϋπόγειο  διαμέρισμα όπου η μεσοτοιχία της γκαρσονιέρας ήταν το μαγαζί του Σάββα Καραλίδη, αριστεροί φοιτητές ήμασταν και κάναμε κουβέντες με τον Σάββα που ήταν αριστερός, καταγωγή από τον Αλμυρό Μαγνησίας και είχε χάσει έναν αδελφό στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), γίναμε φίλοι και τα λέγαμε. Τον πρόλαβα ακόμη ελεύθερο, κάποια στιγμή γνωρίστηκε με την Ευγενία, παντρευτήκανε και κάνανε ένα κοριτσάκι. Στα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα ήταν ένας από τους αφανείς αγωνιστές. Μία φορά μ’ έσωσε σε διαφυγή που έκανα,  έκρυψε τις τυπογραφικές κάσες που του έδωσα και ήταν μαύρα μεσάνυκτα. Ήταν δύο ή τρείς η ώρα μεταμεσονύκτια, όταν κατέφθασε η μάνα μου από την Θεσσαλονίκη για να μου δώσει τα μαντάτα. Ακόμη τον είχα συνδέσει με τον Γιώργο Μωραϊτη και ο Γιώργος έκλεινε συναντήσεις με ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ σε συνεδρίαση στο σπίτι του Σάββα. Σε όλη την διάρκεια της δικτατορίας στο σπίτι του που ήταν στο Κουκάκι, κοντά στο μαγαζί του στην οδό Μεϊντάνη γινότανε συνεδριάσεις ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Τώρα κάνω ένα μεγάλο χρονικό άλμα κ’ έρχομαι στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Γινότανε μία εκδήλωση του ΠΑΜΕ ή του ΚΚΕ δεν θυμάμαι καλά. Συναντηθήκαμε με τον Σάββα, μετά το τέλειωμα της εκδήλωσης κατηφορίζαμε μαζί προς τις στήλες του Ολυμπίου Διός και με συγκρατημένη φωνή με παράπονο μου λέει «Γιώργο ξέρεις με διαγράψανε από το κόμμα επειδή είχα να πάω στην ΚΟΒΑ δύο χρόνια. Τους είπα ότι και γω και η Ευγενία είχαμε καρκίνο και τρέχαμε στα νοσοκομεία για να σώσουμε τη ζωή μας», έμεινα σιωπηλός, δεν ήξερε ο Σάββας  ότι κ’ εμένα με είχαν διαγράψει από το κόμμα. Ο Σάββας χωρίς τον ελάχιστο δισταγμό στην επαγγελματική καριέρα του και τα ρίσκα που έπαιρνε για την οικογένεια του, έβαλε τον εαυτό του μπροστά στον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον της χούντας, στρατευμένος στο ΚΚΕ, σ’ όλη την διάρκεια της χουντικής επταετίας δεν έκανε βήμα πίσω, δένοντας και την οικογένεια του σ’ αυτή την προσπάθεια. Δεν ξέρω τα μέλη της  ΚΟΒΑ που τον διέγραψαν  από το κόμμα, αν είχανε μια μέρα δράσης  σαν τον Σάββα στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Φαίνεται ότι η κουβέντα της Ρόζας Λούξεμπούγκ δεν ήταν τυχαία, «ότι σε κάθε μεγάλη στροφή της πολιτικής πραγματικότητας, όλο το πολιτικό προσωπικό ενός κόμματος αλλάζει, νέοι άνθρωποι εμφανίζονται και εκπροσωπούν το κόμμα τους», δηλαδή εμάς δεν μας χρειαζότανε πλέον!! Οι κομματικοί γραφειοκράτες ανέμιζαν τις σημαίες τους για τις νίκες τους, κ’ έτσι εμείς  είχαμε την αντίστοιχοι μεταχείριση.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΝΙΚΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: Ο Νίκος ήταν αυτός που οργάνωσε και λειτούργησε τον παράνομο εκτυπωτικό μηχανισμό του ΚΚΕ. Τύπωνε τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ και την ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΑΘΗΝΑ και ότι άλλο του ζητούσε το κόμμα σε όλη την διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Ο μηχανισμός που οργάνωσε και λειτουργούσε ο Νίκος, ήταν αλώβητος σε όλα τα χρόνια της λειτουργίας,  μέχρι την στιγμή που παρέδωσε όλο τον εξοπλισμό στο κόμμα στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου ήταν εξόριστος στην Μακρόνησο κ’ εκεί έκανε και την στρατιωτική του θητεία. Υπήρξε φοιτητής της Νομικής αλλά εξ αιτίας των αντιξοοτήτων και του εμφυλίου πολέμου και της καθημερινότητας της ζωής, δεν μπόρεσε να τελείωση την Νομική. Αρκετές φορές από τις συζητήσεις που κάναμε, μου έλεγε για να τα βγάλει πέρα με την καθημερινότητα, έκανε το ΙΧ αυτοκινητάκι του,  πειρατικό ταξί.  Η Νάσα η γυναίκα του, που την υπεραγαπούσε, άντεχε τα καμώματά του στην κομμουνιστική του στράτευση. Για μας τους έλληνες,  η υπόθεση του κομμουνισμού είναι ο απελευθερωτικός αγώνας του λαού να ξετινάξει τους δυνάστες του, ντόπιους και ξένους. Κι’ αυτό ξεκινάει από τις αρχές του 20ου αιώνα με την ίδρυση του ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας) και την μετεξέλιξη του σε ΚΚΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας) με την ίδρυση της ΚΔ (Κομμουνιστικής Διεθνούς), για τους άλλους λαούς δεν ξέρω τι σημαίνει ο κομμουνισμός, ιδιαίτερα με τα αποτελέσματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά για εμάς σημαίνει απελευθέρωση. Εξ αιτίας της δραστηριότητάς του στα χρόνια της χούντας, μέσα στους φόβους που ζούσανε, η μοναχοκόρη του Στέλλα, ψυχολογικά έγινε παιδί με ειδικές  ψυχικές ανάγκες, τελικά η Στέλλα πλήρωσε πολύ ακριβά το τίμημα που τις ζητήθηκε, σήμερα ζει με μια φούχτα φάρμακα. Κάνουμε χρονικό άλμα και ερχόμαστε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, τον Νίκο που μια ζωή ζούσε στα Κάτω Πατήσια του κάνουνε μετακίνηση σε μία ΚΟΒΑ στον Κολωνό, που ο σύντροφος Νίκος ουδεμία σχέση είχε με τον Κολωνό και από εκεί τον διαγράφουνε από μέλος του κόμματος για την αντικομματική συμπεριφορά, για αντικομματική συμπεριφορά όχι στην ΚΟΒΑ του Κολωνού, αλλά κάπου αλλού, που; Σε ποιο όργανό ανήκε; αυτό ήταν και το όργανό που έπρεπε να κρίνει την αντικομματική συμπεριφορά του Νίκου και όχι σε μία ΚΟΒΑ που ήταν παντελώς άγνωστος, αν αυτό δεν λέγεται μηχανορραφία και μάλιστα του χειρίστου τύπου (θα κυκλοφορήσουμε εν καιρώ τα δύο τομίδια που ο ίδιος τύπωσε με τα ίδια μέσα που τύπωνε και τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, όπου περιγράφει το χρονικό του παράνομου τυπογραφικού μηχανισμού του ΚΚΕ στα χρόνια της χούντας), σε συνέχεια από όσα ο ίδιος με εξιστόρησε, «Γιώργος μου είπαν  ότι θα γινότανε η αποκατάσταση μου στο κόμμα,  με τον όρο να καταστραφούν τα δύο μικρά τομίδια των χρονικών των παράνομων τυπογραφείων του κόμματος που είχα γράψει. Το δέχτηκα έγινε η πολτοποίηση των βιβλίων μου στην έδρα του κόμματος τότε που ήταν στην πλατεία Κάνιγγος, πίσω από το υπουργείο Εμπορίου στην οδό Καποδιστρίου. Τα πήγαμε τα βιβλία στο υπόγειο και σε μία λεκάνη με βραστό νερό πολτοποιήθηκαν και τα έριξαν στον υπόνομο». Επανήλθα στο κόμμα και την Στέλλα την πήραν σαν καθαρίστρια στα κεντρικά γραφεία στον Περισσό. Μετά από κάποιο καιρό την έδιωξαν. Ο Νίκος κράτησε μερικά αντίγραφα στο σπίτι του και λίγο καιρό πριν πεθάνει μου παρέδωσε μερικά, τα οποία θα φέρω στην δημοσιότητα, για τις αδικίες που ενσυνείδητα  και σκόπιμα έγιναν. Οργάνωσε συνολικά οκτώ κρυφά τυπογραφεία σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία, ένα στην Κυψέλη, ένα κοντά στον ηλεκτρικό σταθμό του Αγίου Νικολάου και υπόλοιπα έξη κοντά στον σταθμό Κάτω Πατησίων. Ακόμη χρησιμοποίησε σαν αποθηκευτικό χώρο το υπόγειο για τα υλικά των τυπογραφείων,  ένα παλιό μονόροφο σπίτι των γονιών του, κοντά στην οδό Σβορώνου σε μια πλατεία όπου έχει θέσεις στάθμευσεις ΙΧ αυτοκινήτων. Το περίεργο στην ιστορία  είναι ότι ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ την Πέμπτη 21 ΟΚΤΩΒΡΗ 2004, σελίδα 33, δημοσιεύει ένα μικρό άρθρο «Για τον παράνομο Ριζοσπάστη», όπου κάνει μνεία για την δράση του σ. Ν. Θεοδωρακόπουλου και για το ρεπορτάζ που κάνει για την πρόχειρη έκδοση του βιβλίου του. Ένα χρονικό των τυπογραφείων της αντιδικτατορικής περιόδου. Τώρα γιατί αυτό το βιβλίο το πολτοποίησαν,  διέγραψαν τον Νίκο από το κόμμα και μάλιστα τον μετακίνησαν σε ΚΟΒΑ του Κολωνού που ήταν εντελώς άγνωστος και κει τον διέγραψαν και απέλυσαν την κόρη του την Στέλλα που ήταν καθαρίστρια στον Περισσό. Τις απαντήσεις τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να τις δώσω. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να δώσω στην δημοσιότητα την διαμαρτυρία του. 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΔΑΜΙΔΗ και γράφοντος του παρόντος: Μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ, υπεύθυνος του μηχανισμού μέχρι την διαφυγή του στο Εξωτερικό. Σπουδαστής της Διεθνιστικής Λενινιστικής Σχολής (Μόσχα), με καθηγητές τους Σταύρο Ζορμπαλά (πατέρας της τραγουδίστριας Μαργαρίτας Ζορμπαλά), Μιχάλη Μάλλιο και άλλους σοβιετικούς και σύνεδρος του 9ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (Ανατολικός Τομέας του Βερολίνου, πρωτεύουσα της DDR). Ας κρατήσουμε κρυφούς τους τρόπους διαφυγής και επιστροφής στη χώρα, μην σκεφθείτε βέβαια ότι υπάρχει τίποτε το αξιοπερίεργο, όλα τα πράγματα της ζωής των ανθρώπων είναι πολύ πεζά. Όλους εμάς που είχαμε δραστήρια συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα, κάποιος κόσμος μας έβλεπε και καταλάβαινε τι περίπου συμβαίνει αλλά κάνανε πως δεν καταλαβαίνανε, κι’ αυτή ήταν η σιωπηλή υποστήριξη που είχαμε από τον κόσμο.  Ας μην ξεχνούμε ότι όπως η αντεπανάσταση με πολλαπλούς τρόπους πραγματώνει τις επιθέσεις της στην επανάσταση, έτσι και η επανάσταση πρέπει να κάνει τις δικές της δουλειές όποιας μορφής και περιεχομένου κι’ αν είναι. Το μόνο που μπορώ να πω,  είναι να διαβαίνεις παράνομα τα σύνορα μιας χώρας είναι ειδικότητα κάποιων διεθνιστών συντρόφων.  Επέστρεψα παράνομα στην Ελλάδα στην διάρκεια της δικτατορίας του Ιωαννίδη, μη γνωρίζοντας ότι ήμουνα ψηλά στην λίστα τον καταζητούμενων με τον Α.Ν. 509/1947 (φαίνεται κάποιος ή κάποιοι μ’ έδωσαν στην Ασφάλεια) και όχι μόνον αυτό δεν μου είπαν ότι την γιάφκα της οδού Μινιάκ 22 την είχαν πιάσει, αυτό που τελικά μ’ έσωσε ήταν μετά την παράνομη είσοδο μου στην πατρίδα μου μετά από ελάχιστους μήνες λόγω του Κυπριακού και την τουρκική κατοχή, η Χούντα μπήκε στο περιθώριο και φέρανε τον Καραμανλή από το Παρίσι, στην ουσία η χούντα δεν ανατράπηκε λόγω των γεγονότων του Πολυτεχνείου αλλά λόγω της αλλαγής των πολιτικών σχεδιασμών των ξένων και των ντόπιων συνεργατών τους. Στο φάκελο μου στην Ασφάλεια ήμουν  καταχωρημένος ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (έτσι λένε τα γραπτά τους, επισυνάπτω φωτοτυπία εγγράφου της Ασφάλειας). Τους αρχικούς μήνες της μεταπολίτευσης ήμουν μέλος του Γραφείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τους αρχικούς μήνες της μεταπολίτευσης είχαμε την ΚΝΕ  με την δημόσια πολιτική της παρουσία και την παράνομη ΚΝΕ,  γιατί ήταν νωρίς ακόμη να γνωρίζουμε τους σχεδιασμούς των αμερικάνων ιμπεριαλιστών στη χώρα μας και τις ραδιουργίες των ντόπιων συνεργατών της αμερικάνικης κυβέρνησης. Διάφορες δημοσιεύσεις για τον Αδαμίδη: α) στο βιβλίο του Γιώργου Μωραϊτη «ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΕΡΠΥΣΤΡΙΕΣ», πρωτοδημοσιεύθηκε στο εξωτερικό, το κείμενο βγήκε παράνομα εκτός Ελλάδος τον πρώτο καιρό της δικτατορίας από την συμφοιτήτρια μας  Μελίνα, που πήγαινε εκείνο τον καιρό για μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιταλία. β) στα δύο τομίδια του ΝΙΚΟΥ ΕΥΓ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, που κάνει ρεπορτάζ για τα μυστικά τυπογραφεία του ΚΚΕ στην διάρκεια της χούντας, τα οποία θα έλθουν στην δημοσιότητα. γ) στη βιογραφία του Χαρίλαου Φλωράκη γραμμένη από τον Χρήστο Θεοχαράτο, στον Β’ τόμο σελ. 83, 18ος στη σειρά των καταζητουμένων αλλά πρώτος στην  κλίμακα της νεολαίας, καταζητούμενος με τον Α.Ν. 509/1947. δ) στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ, τότε που έκανε ένα ρεπορτάζ για το νεολαιϊστικο αντιδικτατορικό κίνημα, ήλθαν στο γραφείο μου δύο από την εφημερίδα, ο ένας κρατούσε και μηχανή λήψης, για πρώτη φορά μίλησα δημόσια για ένα δίωρο περίπου, για να τιμήσω τους νεολαίους που ήμασταν μαζί στον αντιδικατατορικό αγώνα, η εφημερίδα δεν είπε τίποτα γι’ αυτά που μίλησα, το μόνο που κάνανε να δημοσιεύσουν την φωτογραφία μου και μια μικρή λεζάντα από κάτω. . ε) στην εφημερίδα ΟΔΗΓΗΤΗΣ ήλθαν κάποια στιγμή στο γραφείο μου πριν αρκετά χρόνια από την σημερινή μου κατάθεση, τους έδωσα μια μικρή συνέντευξη και τους παρέδωσα ένα μικρό λαστιχένιο κύλινδρο που χρησιμοποιούσαμε στις εκτυπώσεις της ΚΝΕ, και μία ξύλινη κυρτωμένη σφραγίδα που επικωλλούσαμε επάνω σκαλισμένο σε λινόλεουμ συνθήματα ή αντιδικτατορικά σχέδια, όπως φαίνεται στην σελίδα 17 στον ΟΔΗΓΗΤΗ με αρ. φύλλου 901  (το  κείμενο της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στον ΟΔΗΓΗΤΗ τον Δεκέμβρη 2003 αρ. φύλλου 901, σελίδες 16 και 17 και αναδημοσιεύεται σε σμίκρυνση στο παρόν βιβλίο). στ) στην έκδοση της ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΣ ΤΗΣ ΚΝΕ «ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ» από το εκδοτικό της ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΠΟΧΗΣ 2018. Σελίδες 47 και 62 ο Γ.Α. είναι ο γράφων.  ζ) Σε μελέτη του  Π. Μπενά «Ο ΕΝΟΠΛΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟ» Ιούλιος 1993. η) Στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Τρίτη 5 Γενάρη 1993, άρθρο μου με τίτλο «Τρίτος Κόσμος και νεοαποικιοκράτες». θ) ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Τρίτη 26 Φλεβάρη 2008, σελίδα 10, παρέμβαση για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια και φωτογράφιση με τον κόκκινο ίλαρχο Μιχάλη Βαρδάνη (τον κομμουνιστή ίλαρχο) από την Νάξο, γνωστός από τα πολύ άσχημα βασανιστήρια που υπέστη από τους φασίστες συναδέλφους του, και ίσως κι’ άλλες δημοσιεύσεις που με το πέρασμα του χρόνου ξεχάστηκαν.        ι) Εμφάνιση στο κανάλι 902 του ΚΚΕ περίπου 8 φορές, σε ζητήματα διεθνών σχέσεων και Τρίτου Κόσμου (άλλοι με θέλανε να εμφανίζομαι και άλλοι όχι, τελικά κέρδισαν αυτοί που δεν με θέλανε κ’ έτσι κόπηκε η περαιτέρω εμφάνιση μου).

Όπου στην πλάτη μου έχω τρείς διαφυγές, μία εικονική εκτέλεση μετά ξυλοδαρμού στην Μπουμπουλίνα  από τον Κραβαρίτη και την ομάδα του (το σπουδαστικό της Ασφάλειας, ο υπαστυνόμος Καλύβας μπροστά στο δάρσιμο μου και την εικονική μου εκτέλεση, ο οποίος παρίστανε τον καλό!! τρομάρα τους) και δύο  προειδοποιήσεις δολοφονίας μου, μια από Ισλαμιστές (οι ισλαμιστές σε δολοφονούν μετά από την τρίτη προειδοποίηση, ήταν προειδοποίηση που πήρα μετά την επιστροφή μου από την έρημο του Σουδάν, όταν έδειξα το σημείωμα σε άραβες συντρόφους, δεν μου μετέφρασαν τι έλεγε το σημείωμα, απλά μου είπαν πρέπει να προσέχουμε) και μία μετά την  δολοφονία του φίλου μου Υπουργού  Εργασίας της Λαϊκής Δημοκρατίας  του Κογκό-Κινσάσα (εποχή Λωράν Καμπίλα)  Φλωραντέν Μποχάμπουα, με το επαναστατικό ψευδώνυμο Σογκαμπέλε, μετά την δολοφονία του δεν ξαναεπέστραψα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό.    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Με συντομία όλα,  το πρώτο ή το δεύτερο καλοκαίρι μετά τον Απρίλη του 67, στην πλάζ της Βουλιαγμένης τελείως τυχαία συνάντησα τον Παναγιώτη Ελευθεριάδη (έχει αποβιώσει), γνωριζόμασταν από τη νεολαία Λαμπράκη,  ο οποίος μου ζήτησε αν μπορώ να βοηθήσω στα μαθήματα μια κοπελλιά, κόρη ενός συντρόφου, εγώ του απάντησα δεν έχω χρόνο γιατί βοηθώ ένα άλλο μαθητή τον Νίκο (ήταν στο περιφερειακό του Λυκαβητού, στην οδό Νικοτσάρα αν θυμάμαι καλά,  γυιός ενός εξορίστου αν θυμάμαι καλά το επώνυμο μετά πενήντα χρόνια «Κιουταχέας», η μητέρα (εργαζότανε σε νοσοκομείο) του Νίκου ήλθε μια φορά στο Μινιόν που εργαζόμουν, μου μίλησε για τον γυιό της και την πιο μικρή της κόρη και ο άνδρας της  ήταν στην εξορία, έδειξα ενδιαφέρον και πήγαινα στο σπίτι τους για κάποιο καιρό και βοηθούσα τον Νίκο στα μαθήματά του, μέχρι που γύρισε ο μπαμπάς τους από την εξορία) κ’ έτσι έστειλα στη θέση μου τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο για την οικογένεια που μου ζήτησε ο Παναγιώτης Ελευθεριάδης. Η Στέλλα ήταν η κόρη του Νίκου του Θεοδωρακόπουλου που εγώ δεν τον ήξερα καθόλου.  Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος εργαζότανε ως λογιστής στην ΘΕΡΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ εταιρεία ιδιοκτησίας Δημοσθένη Παπαχρίστου (Δημοσθένης Παπαχρίστος είναι αδελφός της Ιουλίας Παπαχρίστου σύζυγος Νικολάου Πλουμπίδη εκτελεσμένου ηγέτη του ΚΚΕ της γνωστής υπόθεσης), ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος βοηθούσε με αποτελεσματικότητα τον τεχνικό μηχανισμό της ΚΝΕ αλλά μέσω του Παναγιώτη Ελευθεριάδη βρέθηκε τυχαία στο χώρο,  ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος βοηθούσε στα σχολικά μαθήματα την Στέλλα κόρη του Νίκου Θεοδωρακόπουλου, που ίσως τον πρώτο καιρό αγνοούσε ότι ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος λειτουργούσε τα παράνομα τυπογραφεία του ΚΚΕ στη δικτατορία. Αργότερα ο Νίκος ζήτησε από τον Παναγιώτη έναν τεχνίτη τυπογράφο και ο Παναγιώτης του σύστησε τον Θωμά, επαγγελματία τυπογράφο,   ο οποίος από ένα χρονικό σημείο και πέρα δούλευε μαζί με τον Νίκο στα τυπογραφεία του ΚΚΕ. Έχω την αίσθηση ή άκουσα κάποια στιγμή ότι ο Θωμάς δούλευε αρχικά για το ΚΚΕ Εσ. και έπεται η συνέχεια. Δεν ξέρω μέσα σ’ όλο αυτό το πλέγμα το Ειδικό Τμήμα της οργανωμένης επανάστασης είχε την ικανότητα να κάνει τους αναγκαίους ελέγχους,  για να ξέρει τι του γίνεται; Πάντως εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο από αυτό που μ’ επέτρεπαν οι κανόνες ως ελεγχόμενος κομμουνιστής. Ο Δημοσθένης Παπαχρίστος του οικογενειακού περιβάλλοντος του Νίκου Πλουμπίδη, υπάρχει αποδεικτικό υλικό ότι βοήθησε τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο αρκετές φορές. Α)η Η Ασφάλεια πήγε στο γραφείο  του Δ. Παπαχρίστου και αναζήτησε εμένα (τώρα από πού έμαθε ότι εργαζόμουνα εκεί, δεν είναι δυνατό να ξέρω), αυτό που έχει σημασία ότι ειδοποιήθηκε ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ο οποίος την ώρα που ξεκινούσε το πούλμαν της εταιρείας που κουβαλούσε τους εργάτες στην ψαραγορά στο Κερατσίνι από την Ομόνοια κ’ εγώ ετοιμαζόμουνα να μπω στο πούλμαν, κατέφθασε ο Παναγιώτης τρέχοντας μ’ ενημέρωσε και δεόντως την κοπάνησα. Μέσα στα γραφεία της εταιρείας δούλευε ως λογίστρια μια κομμουνίστρια από την Μυτιλήνη, αν θυμάμαι καλά λεγότανε Πρωτογερέλλη, που θέλησε να με γνωρίσει. Ακόμη ένας νέος άνθρωπος που εργαζότανε στην ΘΕΡΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, κάτοικος των δυτικών προαστείων μας βοήθησε κρύβοντας στην σοφίτα μιας διορόφου κατοκίας αρκετά υλικά της ΚΝΕ, με το πέρασμα του χρόνου δεν τα είχαμε χρησιμοποιήσει. Στην διάρκεια της μεταπολίτευσης τα κατέστρεψε, μιας και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί. Αρκετοί ήταν αυτοί που μας βοηθούσαν, χωρίς να ήταν ενταγμένοι  οργανωτικά στις γραμμές. Ακόμη ήταν πολλοί περισσότεροι αυτοί που μας βοήθησαν είτε κάνοντας πως δεν έβλεπαν τις δραστηριότητες μας (ενώ καταλάβαιναν πολύ καλά τι κάναμε, δεν είμασταν ντέ και καλά φαντάσματα!!) είτε κρατώντας ουδετερόφιλοι προσέγγιση απέναντι μας, απλά δεν μιλούσαν και δείχνοντας συμπάθεια γι’ αυτά που κάναμε. Έτσι ο Δημοσθένης Παπαχρίστος βοήθησε δεν ξέρω πόσες φορές και το περιεχόμενο της βοήθειας τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, ο οποίος βοηθούσε τόσο  τον Νίκο Θεοδωρακόπουλο που είχε τα παράνομα τυπογραφεία όσο κ’ εμένα που ήμουνα μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ κ’ είχα την ευθύνη για μια σειρά δραστηριότητες, τόσο για ανθρώπους όσο και για τον τεχνικό μηχανισμό, μέχρι τον χρόνο της διαφυγής μου στο εξωτερικό.       . Στην ουσία ο κύκλος των γνωριμιών ήταν α) γνωριζόμουνα με τον Παναγιώτη Ελευθεριάδη (κάτοικος Πατησιών) συναντηθήκαμε κάποια στιγμή τυχαία, έδωσα τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο στον Παναγιώτη Ελευθεριάδη και αυτός τον συνέδεσε με τον Νίκο Θεοδωρακόπουλο για να βοηθάει την κόρη του στα μαθήματα του σχολείου της. Ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος στην διάρκεια της δικτατορίας έχει την ευθύνη των τυπογραφείων του ΚΚΕ, που τα περισσότερα ήταν στην περιοχή στα Κάτω Πατήσια. Κάποια χρονική στιγμή χάθηκε η επαφή του κόμματος με τον μηχανισμό των τυπογραφείων. Εδώ μεσολάβησε ο Δημοσθένης Παπαχρίστου (αδελφός της γυναίκας του Νίκου Πλουμπίδη) για να αποκατασταθεί η επικοινωνία μεταξύ κόμματος και τυπογραφείων, απλά φρόντισε στο εργοστάσιο που είχε (έκανε αεραγωγούς για τα ψυγεία της ψαραγοράς του Κερατσινίου) που δούλευα εγώ στις στράντζες να έλθει και να δουλέψει σαν εργάτης ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος (σ’ αυτό το χρονικό σημείο γνώρισα τον Νίκο). Ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος με γνώρισε με τον Νίκο και βέβαια εγγυήθηκε για τον έναν απέναντι στον άλλο για τις πολιτικές μας ιδιότητες. Επικοινώνησα με τον σύντροφο πάνω από μένα και μετά λίγο καιρό η επαφή αποκαταστάθηκε μεταξύ κόμματος και τυπογραφείων. Άλλη μία φορά που ο Δημοσθένης Παπαχρίστου βοήθησε (όπως αναφέρω πιο πάνω) να αποφύγω την σύλληψη από την Ασφάλεια, όταν εγκαίρως ενημερώθηκα και όταν η Ασφάλεια κύκλωσε την ψαραγορά Κερατσινίου βρήκε μόνο τα εργατικά μου ρούχα. Καταλαβαίνω ότι το όλο ιστορικό της ιδιόμορφης βιογραφίας μου της περιόδου αυτής είναι λόγο άτσαλη αλλά τα γράφω μετά από πενήντα (50) χρόνια και ίσως να μην τα έγραφα ποτέ μου ‘αν ο θάνατος μ’ έβρισκε απλά από κάποιες πολύ  σοβαρές συνέπειες που είχα με την υγεία μου, που άγγιξα το κατώφλι του θανάτου, απλά ξέφυγα εξ αιτίας κάποιων γιατρών συντρόφων που κινηθήκανε πολύ γρήγορα για να με σώσουν, διαφορετικά αν περίμενα τη σειρά μου θα ήμουνα ήδη νεκρός. Ανάμεσα στους ασύληπτους  του αντιδικτατορικού αγώνα ήτανε κ’ ένα ζευγάρι στην Θεσσαλονίκη μιας κάποιας ηλικίας τότε ήτανε το ταχυδρομείο του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη (κοντά στο συντριβάνι) εκεί πήγαινα τα γράμματα από την Αθήνα προς την Θεσσαλονίκη και η αντίστοιχη επιστροφή. Σαλονικιός ήμουνα, οι  κινήσεις μου ήταν εύκολες και ο τρόπος την ομιλίας μου και τις εν γένει συμπεριφοράς μου ήταν σαλονικιότικος, έτσι δεν υπήρχε τίποτε περίεργο στην ατομική μου συμπεριφορά κ’ έτσι περνούσα απαρατήρητος. Εξ άλλου στο σπίτι των γονιών μου πήγαινα κ’ έτσι δεν ήμουνα αναγκασμένος να ζητώ ξένα σπίτια για να διανυκτερεύσω ή να πάω στο ξενοδοχείο που η επισήμανση θα γινότανε αυθορεί. Καμία σύλληψη δεν έγινε από την ομάδα μας, που ήτανε υπεύθυνη για τον τεχνικό μηχανισμό (τυπογραφεία κ.ά.) της ΚΝΕ, η μοναδική σύλληψη που έγινε ήταν του Νίκου Καπλάνη, φοιτητή τότε της οδοντιατρικής Θεσσαλονίκης, κάτοικος όμως Αθηνών, συναντιόμασταν ορισμένες φορές πάνω στην γέφυρα του σιδηροδρομικού σταθμού Λαρίσης, έπαιρνε υλικά για την Θεσσαλονίκη. Όταν γύρισα από το εξωτερικό, έμαθα ότι τον έπιασε η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και είχε βασανιστεί πολύ άσχημα αλλά δεν ήτανε σε θέση να πεί οτιδήποτε για τον μηχανισμό της ΚΝΕ, γιατί απλούστατα τα αγνοούσε όλα, ήταν μία τακτική που όλοι της στενής ομάδας υλοποιούσαμε,  στις όποιες συναλλαγές είχαμε με άλλους συντρόφους, επιτρέπαμε να έχουν γνωστικό αντικείμενο μόνο γι’ αυτό το οποίο ενεργούσαν, απολύτως τίποτε περισσότερο. Και να έσπαγε κάποιος από τα βάρβαρα βασανιστήρια, ήταν ανίκανος να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία. Ασύληπτοι δεν ήταν μόνο αυτούς που αναφέρω αλλά κι’ άλλοι που η σχέση τους με τον μηχανισμό ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας, δηλαδή ότι απαιτούσαν οι συνθήκες τόπου και χρόνου.

Ανάμεσα στους ασύληπτους  ήτανε και ο Αντώνης Καλαμπόγιας, που στην διάρκεια της δικτατορίας ήλθε από το εξωτερικό στην Ελλάδα,  σαν παράνομος αγωνιστής, ήλθε κ’ έφυγε περισσότερο από μία φορές. Ήταν κι’ άλλοι οι παράνομοι αγωνιστές που παρ’ όλο που είχανε συγκεκριμένη δράση δεν συνελήφθησαν ποτέ.  Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην διάρκεια της χουντικής επταετίας, πέρασαν από την κομματική σχολή της Μόσχας ή αλλιώς όπως είναι ο επίσημος τίτλος του «Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών» κατά μέσο όρο περίπου εκατό με εκατόν είκοσι (100-120) έλληνες επαναστάτες. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης τριάντα (30) περίπου από αυτούς ή διαγράφησαν ή έφυγαν από μόνοι τους και για ένα χρονικό διάστημα συναντιόντουσαν πότε πότε σε μια ταβέρνα και τα κουβεντιάζανε μέχρι που η μπάλα της ζωής,  τους τράβηξε στην  καθημερινότητά τους.  Πάντα κάτι μου έρχεται στο νου από τα περιστατικά του αντιδικτατορικού αγώνα, που ίσως σ’ ένα μεταγενέστερο κείμενο θα περιγράψω, για την τώρα να σας πώ ένα περιστατικό που συνέβη με τους συντρόφους Δημήτρη Γκαστή και Δήμου Τσακνιά, μου το διηγήθηκε ο Δημήτρης. Οι δυό τους κάνανε κάποιες εκτυπώσεις με μορφή πολυγράφου, αλλά ο πολύγραφος είχε απλά το σχήμα όπως ένα κοινό τάβλι, κι’ έτσι λειτουργούσε, κάποια στιγμή υποψιαστήκανε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά τριγύρω τους και αποφάσισαν να εξαφανίσουν το τάβλι, πήρανε το τάβλι παραμάσχαλα κατεβήκανε στο Φάληρο νοίκιασαν βάρκα ξανοίχτηκαν από την παραλία, βάλανε πέτρες στο τάβλι και το άφησαν να βουλιάξει. Καλά του λέω του Δημήτρη, το τάβλι είναι από ξύλα και κοντραπλακιέ σας ήτανε δύσκολο να το σπάσεται και να πετάξετε τα ξύλα στα σκουπίδια όποιας γειτονιάς, ποιος θάπερνε χαμπάρι. Έλα ντε μου λέει ο Δημήτρης δεν το σκεφτήκαμε. Αυτό το λέω για να καταλάβετε πόσο αθώοι ήμασταν!! Και σε πόσο κίνδυνο έβαλαν τον εαυτό τους να κάνουν βόλτα με το τάβλι που κουβαλούσαν, να νοικιάσουνε βάρκα ν’ ανοιχτούν στην θάλασσα για να βουλιάξουν το τάβλι,!! Και όμως έτσι γινότανε ο αντιδικτατορικός αγώνας με απλούς καθημερινούς ανθρώπους.   Η αθωότητα σ’ όλο το μεγαλείο της.!! Αξίζει να σημειώσω ότι σε όλη την διάρκεια της χρονικής περιόδου στο εξωτερικό, ήμουνα μαζί με τον σύντροφο Γιώργο Παπαπέτρου, ηγετικό στέλεχος της ΑΝΤΙΕΦΕΕ και του Κ.Σ. της ΚΝΕ. Μέναμε όπου και να βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο από την μία πλευρά εγώ και από την άλλη ο Γιώργος και συνέπεσε και οι δυό μας να είμαστε θράκες.  Οι κυνηγοί μας, ήταν εγκληματικά στοιχεία, μαζί με το πρεσάρισμα του μυαλού τους που είχανε υποστεί και μας βλέπανε, δεν ξέρω πώς;;. Οι διαδρομές που ακολουθούσαμε στις διαφυγές μας στο εξωτερικό ήτανε πολυποίκιλες, ειδικά για τις εργασίες του 9ου Συνεδρίου. Σύντροφοι από την Θεσσαλονίκη, περάσανε με τα πόδια τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και από τη  άλλη πλευρά τους παρέλαβαν αυτοί που τους περίμεναν. Κάποιοι βγήκαν νόμιμα για ταξίδι στο Παρίσι και σε συνέχεια βρέθηκαν στο Βερολίνο πρωτεύουσα της DDR. Κάποιοι σύντροφοι, ηγετικά στελέχη, διέφυγαν από θαλάσσια περιοχή του κεντρικού Αιγαίου, βρέθηκαν να ταξιδεύουν με εμπορικό πλοίο για την Μαύρη θάλασσα κλπ. Οι διαφυγές συντρόφων από καθημερινούς συντρόφους, αυτοί όμως που κάνανε την οργάνωση των διαφυγών, ήτανε επαγγελματίες του είδους (ξέρετε και οι επαναστάτες έχουν διάφορες ειδικεύσεις).  Η δική μου διαδρομή ήταν Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Βελιγράδι – Βιέννη – Βουδαπέστη – Σόφια – Μόσχα – Ανατολικό Βερολίνο – διαδρομή μέχρι την Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η επιστροφή μου ήταν λίγους μήνες πριν ξεσπάσουν τα γεγονότα της Κύπρου την περίοδο της δικτατορίας του Ιωαννίδη, απλά τα γεγονότα της Κύπρου και το κάθισμα της Χούντας μ΄ έσωσε από σύλληψη, μια και κάποιος ή κάποιοι είχαν μιλήσει για μένα και ήμουνα καταζητούμενος, υψηλά στη λίστα της Ασφάλειας, 18ος στη σειρά μετά τον Χαρίλαο Φώράκη. Υπήρχε και υπάρχει κάποιο είδος βιασύνης από μέρους μου για να τελειώσω, έστω και βιαστικά, χωρίς λογοτεχνικές ρεβεράντζες, γιατί το φάσμα του επιγενομένου θανάτου μου, υπήρξε πολύ έντονο και κάπου ήθελα να εκπληρώσω κι’ αυτό το χρέος μου σε κάποιους συντρόφους που τους προσβάλανε «χωρίς λόγο»!! ή αν υπήρχε λόγος μόνο αυτοί ξέρουν (οι μηχανορραφίες υπάρχουν σ’ όλα τα κόμματα, για οποιουσδήποτε λόγους, που τους ξέρουν μόνο αυτοί που τους σχεδιάζουν).                   Πάντα μου έρχονται στο μυαλό μου εικόνες εκείνης της περιόδου, γι’ αυτό και το κείμενο μου είναι λίγο άναρχο, ίσως κι’ από την βιασύνη μου να τελειώσω πριν κλείσει ο φυσικός μου κύκλος και διαλυθώ στα εξ ων συνετέθη. Μιας από τις ενέργειες συντρόφων της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ήτανε τελείως άγνωστοι από αυτούς που προήλθαν από την νεολαία της ΕΔΑ και την νεολαία Λαμπράκη (άγνωστοι στον Βασίλη Δεμουρτζίδη γραμματέας της ΚΝΕ στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια της δικτατορίας, τον Γρηγόρη Κοκοζίδη και τους συντρόφους και τους φίλους τους) ήταν αυτοί που κρέμασαν μεγάλο αντιδικτατορικό πανώ στην Διαγώνιο, σε πολυκατοικία επί της οδού Τσιμισκή στην διάρκεια που ζούσα στο εξωτερικό και το κουβεντιάσαμε όταν γύρισα. Πάντα ένοιωθα περίεργα να φεύγεις παράνομα από τον τόπο που γεννήθηκες και μεγάλωσες και παράνομα να επιστρέφεις. Ασύληπτοι αγωνιστές δεν είναι μόνον αυτοί που αναφέρονται σ’ αυτό το κείμενο. Είναι και σύντροφοι για κάποιους λόγους δεν θέλανε να γίνει γνωστοί η πολιτική τους δράσης είτε γιατί ήταν υπάλληλοι του κρατικού μηχανισμού είτε γιατί ήταν στελέχη εταιρειών ή και επιχειρηματίες. Κάτι που ίσως δεν έγινε πολύ γνωστό είναι σε συντρόφισσες που συνελήφθησαν υπέστησαν και σεξουαλικά βασανιστήρια είτε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ ή και αλλού με σοβαρές συνέπειες ακόμη και μέχρι εγκυμοσύνη, αυτή ήταν η ΕΛΛΑΔΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ!!!, σ’ όλο της το μεγαλείο, ελλειπέστατο το ενδιαφέρον της δικαιοσύνης του καθεστώτος. Αξίζει να σημειώσω ότι έκανα ένσταση για την διαγραφή μου από το κόμμα, δεν πήρε ποτέ απάντηση ούτε θετική ούτε αρνητική, δεν κάνανε τον κόπο να πουν, «ότι η ένσταση σου απερρίφθη» κ’ έτσι πέρασαν οι δεκαετίες. Ο κόσμος όλα τα μαθαίνει κ’ έχει τις κρίσεις του. Οι διδαχές του πατέρα μου μέφεραν στους απελευθερωτικούς αγώνες της υποσαχάριας Αφρικής και όχι μόνο,  με λόγο κ’ έργο, έχω γράψει και δημοσιεύσει  αρκετά. Η κουβέντα μου περιστρέφεται μόνο στα δικά μου όρια. Μπορεί να επανέλθω σε επόμενη έκδοση με συμπληρωματικά στοιχεία ή και μαζί με άλλους συντρόφους εκείνης της περιόδους, απλά για να καταγράψουμε πλευρές του κομμουνιστικού κινήματος, που έχουν πλέον κάποια ιστορική σημασία.

              Αθήνα Μάϊος 2020 – Φεβρουάριος 2021     

Είναι το χρονικό διάστημα που γράφτηκε αυτό το κείμενο και δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι είμαι συγγραφέας. Το έγραφα κατά αραιά χρονικά διαστήματα. 

                            Γιώργος Αθ. Αδαμίδης

 

 

 

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ  ΚΝΕ  ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ.

                                   Γιώργος Αδαμίδης

—————————–

– Ο σύντροφος Γρηγόρης Κοκοζίδης καταπιάστηκε να γράψει

την πορεία  της  αντιδικτατορικής  ΚΝΕ Θεσσαλονίκης και

μου ζήτησε να ψάξω την μνήμη μου και  να  ανασύρω  στην

επιφάνεια,  ότι  είναι μπορετό μετά από τόσα χρόνια, σέ

ότι έχει σχέση με  την  πολιτική  δραστηριότητα μου στο

Θεσσαλονικιώτικο χώρο την περίοδο αυτή, μιας και  είμαι

γέννημα της πόλης αυτής και για μένα μητέρα πατρίδα.

–  Θέλοντας από την αρχή να ξεκαθαρίσω  το  ζήτημα,  σε

τούτην την καταγραφή θα μιλήσω με τα  ονόματα αυτών που

είναι πασίγνωστα  και  με  τα  ονόματα αυτών που θα μου

δώσουν ή μου έδωσαν την άδεια  να  μιλήσω  για τ’ όνομά

τους,  για  όλους  τους άλλους θα  μιλήσω  με  εικονικά

ονόματα.  Οι  λόγοι είναι πολλοί είτε λόγοι  σεμνότητας

που πρέπει κανείς  να  το  σεβαστεί, είτε γιατί αρκετοί

νεολαίοι της  περιόδου  του  αντιδικτατορικού αγώνα δεν

εντοπίστηκαν ποτέ  και  δεν  έδειξαν  ποτέ  ότι  είτανε

δραστήρια στελέχη του αντιδικτατορικού αγώνα και σήμερα

αρκετοί από  αυτούς είναι επιχειρηματίες ή υπηρετούν σε

διάφορες  πόλεις  της  χώρας  σαν δημόσιοι υπάλληλοι κ’

έτσι  τα  μυστικά  του   αγώνα   κρατιούνται   και   θα

κρατιούνται.   Το  αστικό  καθεστώς   κάθε   φορά   που

ταλαντεύεται προβάλλει το  φασιστικό του πρόσωπο και οι

επαναστάτες  θα  πρέπει  να  έχουν  την  ετοιμότητα  να

λειτουργούν πάντα.

–  21 Απρίλης 1967 μέχρι το καλοκαίρι της 23ης  Ιουλίου

1974 που η  αστική  τάξη  της  χώρας μας και τα κόμματά

της, έβαλαν την Χούντα να καθίσει στ’ αυγά της και  όχι

ν’  ανατραπεί  από  μια  λαϊκή εξέγερση, γιατί αυτό  θα

μπορούσε  να  έχει  ανεξέλεγκτες  συνέπειες γι’  αυτήν.

Πολλές φορές η κομμουνιστική  αριστερά  καθισμένη  στις

δάφνες  της  ότι  ο διαλεκτικός και  ιστορικός  υλισμός

είναι η αλάνθαστη μέθοδος ανάλυσης των γεγονότων βασικά

του παρόντος  και δευτερευόντος του παρελθόντος και του

μέλλοντος,  θεωρούν  ότι  οι αστοί πολιτικοί  στρατηγοί

είναι υποδεέστεροι,  των  Μάρξ,  Έγκελς, Λένιν και πάει

λέγοντας, αλλά μάλλον  κάνουμε  λάθος  άν νομίζουμε ότι

μπορούμε να σταθούμε  στο  ύψος των μεγάλων επαναστατών

ηγετών της εργατικής τάξης και  πολύ  περισσότερο  όταν

δεν μας παίρνουνε  οι  καιροί!!  Αν σκεφτείς βέβαια και

κανείς   ότι   η   Ελλάδα   είναι   με   μέσο   επίπεδο

καπιταλιστικής  ανάπτυξης  (Το βιβλίο του καθηγητή  μου Μιχάλη  Μάλιου  είναι  αρκετά ενδιαφέρον για την  εποχή

του),  τότε  όλα   κινούνται   με  μέσο  επίπεδο,  αυτό

προσδιορίζει και το επαναστατικό κίνημα της χώρας.

Μετά τον Φλεβάρη  του 1968 και την διάσπαση του ΚΚΕ, σ’

αυτούς που ήταν με την 12η  Ολομέλεια του ΚΚΕ, όπου μας

αποκαλούσαν   «Κολλιγιαννικούς»  ή  «ΚΚΕ   Εξωτερικού»,

χαρακτηρισμός αρκετά προβοκατόρικος γι’ αυτούς  που τον

εμπνεύστηκαν  και  στο  «ΚΚΕ Εσωτερικού» γι’ αυτούς που

έτσι  αυτοτιτλοφορούτανε  για να  δείξουνε  ότι  «εμείς

είμαστε το ΚΚΕ στην Ελλάδα», ξέσπασε διαμάχη μεταξύ των

κομμουνιστών  της  χώρας με σοβαρές συνέπειες τόσο  για

τον  αντιδικτατορικό  αγώνα,  όσο  και  τις  εσωτερικές

διαμάχες   μεταξύ  των  κομμουνιστών  με  κωμικοτραγικά

περιστατικά, που δεν είξερες αν πρέπει  να  γελάς  ή να

κλαίς.  Η ιστορία είτε έτσι  είτε  αλλοιώς  ξετυλίχτηκε

μπροστά μας.

Μία  από  τις πρώτες ενέργειες που έκανα με  συντρόφους

από τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, όταν όλοι ακόμα τα

είχαμε χαμένα, έπεσε στα χέρια μου  το  εγχειρίδιο  του

Τσε Γκεβάρα «Ο ανταρτοπόλεμος».  Είτανε  στα  αγγλικά ή

στα γαλλικά δεν θυμάμαι, το παρέδωσα σε μία  φίλη (έχει

πεθάνει  εδώ  και  μερικά χρόνια), που είτανε πριν  την

δικτατορία στο Κεντρικό  Συμβούλιο  της  ΕΦΕΕ,  μας  το

μετέφρασε, έβγαλα  πέντε αντίγραφα στην γραφομηχανή και

το  μοίρασα.  Σε  συνέχεια  οι  φίλοι  έβγαλαν   κάποια

φωτοαντίγραφα και  μοιράστηκε  παραπέρα. Είτανε η πρώτη

κυκλοφορία   του   βιβλίου   αυτού  στην   Ελλάδα   και

κυκλοφόρησε με την λογική ότι τώρα  έχουμε  στρατιωτική

δικτατορία,  δεν  ξέρει κανείς που μπορεί να  οδηγήσει,

καλό είναι νάχουμε κάποιες γνώσεις.  Έτσι κι’ έγινε. Οι

χειρόγραφες  προκηρύξεις με σύντομα  μηνύματα  (ΚΑΤΩ  Η

ΧΟΥΝΤΑ, ΕΞΩ  ΟΙ  ΑΜΕΡΙΚΆΝΟΙ  κ.ά.)  κάνανε την εμφάνιση

τους  από  τον  πρώτο καιρό της δικτατορίας στην Αθήνα,

στη   Θεσσαλονίκη,   στα  Γιάννενα,  στην  Πάτρα,   στο

Ηράκλειο, στην Καβάλα κ.ά. Κάποιες είτανε γραμμένες και

σε  γραφομηχανές αλλά όταν τις ρίχναμε στα  πεζοδρόμια,

επειδή  είτανε  μικρά τα γράμματα,  δεν  πολυφαινότανε.

Αυτό  που  είχε  όμως  σημασία  είτανε  η  διάθεση  των

ανθρώπων   που   ενεργούσαν   έτσι.   Πολλές  από   τις

δραστηριότητες  της  ΚΝΕ Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκαν και

στον  τότε  ημερήσιο  τύπο της Θεσσαλονίκης με διώξεις,

στρατοδικεία,  βασανιστήρια, εξορίες και φυλακές.  Αλλά

και μετά τη δικτατορία με τις δίκες των  βασανιστών της

Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, όπου ο Βασίλης Δερμουτζίδης και

ο  Γρηγόρης  Κοκοζίδης  μαζί  με άλλους συντρόφους, σαν

μηνυτές και  μάρτυρες  είτανε  από  αυτούς  που παίξανε

πρωτεύοντα ρόλο.

Στρατεύθηκα  μαζί με την 12η  Ολομέλεια  του  ΚΚΕ,  όχι

γιατί  πράγματι  είξερα  από   ουσιαστικούς  πολιτικούς

προβληματισμούς αλλά  για  δύο  λόγους,  ο πρώτος λόγος

είτανε η αγάπη για την Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και

τη χώρα που οικοδομούσε αυτά τα ιδανικά, την  Σοβιετική

Ένωση  και  δεύτερος  λόγος  γιατί  βρέθηκα  στο  άμεσο

περιβάλλον του ΚΚΕ, φυλάγοντας τότε στο σπίτι που έμενα

έναν παράνομο αγωνιστή τον δημοσιογράφο  και  συγγραφέα

Γιώργο Μωραϊτη και από δώ η συνέχεια μου με την ΚΝΕ από

την ίδρυση της και όλη η κατοπινή μου  δράση  μέχρι και

μερικούς  μήνες  μετά  την μεταπολίτευση στον μηχανισμό

της ΚΝΕ και μετέπειτα σε πλήρη δημοσιότητα.

Πάντα είμουνα διαρκώς ανήσυχος και μιας και ο σύντροφος

Λένιν είχε πεί «ότι οι κομμουνιστές είναι πάντα στα πιο

δύσκολα πόστα της επανάστασης» (η  μετάφραση δική μου),

έτσι  και γω θεωρούσα υποχρέωση μου, χωρίς  να  μου  το

επιβάλλει κανένας, ότι έπρεπε να είμαι εκεί όπου είτανε

περισσότερο  δύσκολο για την επανάσταση και νομίζω είτε

ότι  πρωτόβουλα  αναλάμβανα  είτε όταν λειτουργούσα  με

εντολές, τα  έβγαζα  πέρα  χωρίς  να  χρεωθώ  προσωπικά

καμμία ζημιά για το κίνημα και τα οράματα που είχαμε.

Το γενικότερο  πλαίσιο που γεννήθηκα είτανε ο χώρος των

προσφύγων  της  Θεσσαλονίκης.  Μεγάλωσα  ανάμεσα  στους

τσαγκαράδες της Θεσσαλονίκης,  ένας  από  αυτούς είτανε

και   ο   πατέρας   μου  ο  κυρ’   Θανάσης   όπως   τον

προσφωνούσανε. Την δευτέρα δημοτικού  είχε  τελειώσει ο

πατέρας  μου,  είξερε  πολύ   καλά  να  γράφει  και  να

διαβάζει,  τακτικός αναγνώστης της τότε  ΑΥΓΗΣ,  είτανε

πολιτικοποιημένος, είχε πολιτικούς στοχασμούς, όπως και

όλη  η  προσφυγιά  της  Θεσσαλονίκης,  ανοργάνωτος  στο

κίνημα (στη φυλακές και στις εξορίες δεν πηγαίνανε μόνο

οι  οργανωμένοι  στο  κομμουνιστικό κίνημα), έμεινε και

στη φυλακή  αρκετούς  μήνες  τότε  που  εκτελούσαν τους

αγωνιστές της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης (οι οποίοι για τον χώρο

της Θεσσαλονίκης άφησαν  πίσω  τους  ηρωϊκό  όνομα). Αν

θέλετε να μιλήσουμε για πειθαρχία στο κίνημα στο σύνολο

των  τότε  αριστερών,  όχι  για  κομματικούς  αλλά  για

εξωκομματικούς,  θα  την   ζήλευαν   πολλοί   από  τους

σημερινούς κομματικούς.

Δεν  θα  σταθώ εδώ στους πρόσφυγες του  22  που  βιαίως

βρέθηκαν  στην  Ελλάδα  και είτανε αυτοί που κάνανε  το

κομμουνιστικό κίνημα  της  χώρας μαζικό και ζωντανό και

είχανε  για   μια   μεγάλη   περιόδο   την  ηγεσία  του

κομμουνιστικού  κινήματος της χώρας.  Ίωνες  ή  Γιουνάν

στην κυριολεξία μας ονομάζουν οι λαοί της Μικράς Ασίας,

η σημερινή  Τουρκία, Γιουνάν μας προσφωνούν σε όλες τις

χώρες του Μεγάλου  Αραβικού  Έθνους,  ξεκινώντας από το

Μαρόκο  μέχρι  την  Μέση Ανατολή,  αυτοί  οι  πρόσφυγες

ξεσίκωσαν το  επαναστατικό  κίνημα  στη  χώρα, έστω και

ηττημένοι δεν τόβαλαν ποτέ κάτω, χωρίς να υπάρξουν ποτέ

κομπορύμονες,  δεν  είτανε ποτέ έτσι η ψυχολογία  τους.

Δεν είναι καθόλου τυχαία τα γεγονότα  τον Μάϊο του 1936

της Θεσσαλονίκης, όπου και  ο  στρατός  από  το Γ’ Σώμα

Στρατού που είχε και έχει την έδρα του στη Θεσσαλονίκη,

πήρε το μέρος της εξεγερμένης εργατικής τάξης της πόλης.

– Μετά τον Φεβρουάριο του 1968  και  στρατευμένος  στην

ΚΝΕ από την ίδρυση της, με πρώτο Γραμματέα της  ΚΝΕ ένα

βορειολλαδίτη  τον Μήτσο Τσάρα  από  τον  Πολύγηρο  της

Χαλκιδικής, ράφτης στο επάγγελμα, ξεκίνησε η προσπάθεια

του αντιδικτατορικού αγώνα, όχι ότι και προηγούμενα δεν γινότανε ενέργειες της νεολαίας κατά του καθεστώτος της

Χούντας,   αλλά   στα    πλαίσια    του   νεολαιϊστικου

κομμουνιστικού  κινήματος  έπαιρνε για πρώτη φορά σάρκα

και οστά.

Πήγαινα πάντα στη Θεσσαλονίκη για να δώ τους δικούς μου

και το σόϊ  μου.  Πρωτοοργανώθηκα  στην Νεολαία της ΕΔΑ

στη Θεσσαλονίκη, λίγο μετά τις βουλευτικές  εκλογές του

1961,  δείνοντας  μου  σύνδεση με την νεολαία  Βαγγέλης

Σφυριδάκης, γείτονας και  μικροπωλητής ξηρών καρπών στη

γειτονιά  του   πατρικού  μου  σπιτιού  την  οδό  Αγίας

Θεοδώρας,  στο  κέντρο   της  πόλης.  Η  δολοφονία  του

Αρι

στερού   νεολαίου   Στέφανου   Βελδεμίρη   με   είχε

συγκλονήσει, είμασταν και  μακρυνοί συγγενείς, η μητέρα

μου και η μητέρα  του  Στέφανου είτανε τρίτες ξαδέλφες.

Τα προσφυγικά σόϊα είναι μεγάλα  και  διατηρούσαν ακόμα

τους  δεσμούς  τους.  Η  μαθήτευσή μου στις γραμμές της

νεολαίας της ΕΔΑ είτανε πολύ καλή, δεν είξερα ακόμη ότι

είτανε μία καλή εκπαίδευση γι’ αυτά που θα ακολουθούσαν

στα χρόνια της αμερικανοκίνητης φασιστικής δικτατορίας.

Τα χρόνια  εκείνα  ακόμη  πλανιότανε  το  μεταεμφυλιακό

κλίμα της χώρας.  Οι  συναντήσεις  μας και οι πολιτικές

δραστηριότητες γινότανε  μέσα  σ’  ένα κλίμα παρανομίας

και ημιπαρανομίας και η Θεσσαλονίκη το ζούσε πιο έντονα

από άλλες πόλεις της  χώρας.  Δεν  είναι  τυχαίο  ότι η

Θεσσαλονίκη  πολλές  επιλέχθηκε   σαν  τόπος  πολιτικών

δολοφονιών. Τον Γιάννη Ζεύγο τον δολοφόνησαν  στην  οδό

Αγίας  Σοφίας,  τον  φιλελεύθερο αμερικανό δημοσιογράφο

Πόλκ, στην  Θεσσαλονίκη τον δολοφόνησαν και πάσχησαν οι

αμερικάνικες   μυστικές  υπηρεσίες  με   τους   έλληνες

συνεργάτες τους να χρεώσουν την δολοφονία που  οι ίδιοι

είχανε  κάνει,  να  την  χρεώσουν   στήν   αριστερά  (η

μετέπειτα εξέλιξη και έρευνα των γεγονότων έδειξε  τους

πραγματικά  υπαίτιους),  τον   Στέφανο   Βελδεμίρη  τον

δολοφόνησαν τη  στιγμή  που πετούσε προκηρύξεις από ένα

αυτοκίνητο  και  ο  χωροφύλακας που τον δολοφόνησε είπε

ότι τον πέρασε για  λαθρέμπορο. H δολοφονία του Γρηγόρη

Λαμπράκη στην διασταύρωση της οδού Ερμού και Βενιζέλου,

εκεί που σήμερα είναι το  μνημείο,  είμουνα  παρόν στην

συγκέντρωση  που  είχε  γίνει  στην   αίθουσα  των  115

συνδικαλιστικών  εργατικών  σωματείων,   την  μέρα  που

δολοφόνησαν  τον  βουλευτή  Γρηγόρη Λαμπράκη, αν  έχετε

δείτε την ταινία  του  Κωστα Γαβρά το «Ζ», είμουνα μέσα

στην αίθουσα που μας πετροβολούσαν οι παρακρατικοί. Όλο

το παρακράτος της Θεσσαλονίκης παρόν με πρωτοστατούντες

τους  αρχηγούς  της  Χωροφυλακής  και   της   Ασφάλειας

Θεσσαλονίκης.  Παρούσα  είτανε  και η Νεολαία  της  ΕΔΑ

Θεσαλονίκης, μαζί με τους μεγάλους που  έδεινε την μάχη

για  την  δημοκρατία  στην  Ελλάδα,  γιατί  περί  αυτού

επρόκειτο,  είτανε  πολύ ισχυρό το  δέσιμο  μεταξύ  των

νεολαίων της ΕΔΑ, γιατί διαρκώς αντιμετώπιζαν κινδύνους

και  απειλές  από τους χωροφύλακες και την Ασφάλεια. Οι

ιστορίες  περί «κομμουνιστικού κινδύνου» είτανε παρόλες

για να  κυνηγούνε  ποιό  εύκολα  τους  αριστερούς.  Την

δολοφονία του Λαμπράκη  δεν  την είδαμε οι περισσότεροι

νεολαίοι, φρόντισαν οι πρωταίτιοι γύρω από τον Λαμπράκη

να βρίσκονται λίγοι άνθρωποι, έτσι  ώστε  δολοφονία  να

γίνει  στα  σίγουρα. Ο δολοφονημένος  από  την  Χούντα,

βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργο Τσαρουχά,  που  τον δολοφόνησαν

στα  τότε  πρώτα διόδια βγαίνοντας από την  Θεσσαλονίκη

για πάει στην Αθήνα, το  στέλεχος  της Νεολαίας της ΕΔΑ

και μετέπειτα στέλεχος της «Νεολαίας  Λαμπράκη»  Γιάννη

Χαλκίδη,  χώρια  η τρομοκρατία και τα βασανιστήρια  των

ανθρώπων της Αριστεράς  είτε  είτανε  στελέχη  και μέλη

πολιτικών   κομμάτων,    πολιτικών    οργανώσεων    και

συνδικαλιστών είτε και  ανθρώπων που χωρίς να ανείκουνε

πολιτικοοργανωτικά κάπου απλά  και  μόνο  επειδή είτανε

οπαδοί  ή  φίλοι  είχανε της ίδιες συνέπειες  από  τους

ασφαλίτες.    Η   τρομοκρατία   και   η   κάθε   είδους

τραμπουκισμοί εις βάρος των αγωνιστών της αριστεράς από

τους  ασφαλίτες  της  Γενικής  Ασφάλειας  και της  τότε

Εθνικής   Ασφάλειας!!,   είναι   απερίγραπτοι.   Κανείς

ασφαλίτης  δεν είτανε θεσσαλονικιός, όλοι  τους  είτανε

πελλοπονήσιοι και μερικοί κρητικοί  και  ηπειρώτες.  Σε

ξένο τόπο είτανε  και  ξένους  ανθρώπους  φοβίζανε  και

κάνανε  ότι  τραμπουκισμούς  θέλανε.  Τώρα  για  ποιούς

είτανε   Ασφάλεια,   πάντως  όχι  για  τον  κόσμο   των

εργαζομένων, της εργατιάς  της Θεσσαλονίκης με σκληρούς

ταξικούς αγώνες. Πολλοί  είτανε οι νεολαίοι της ΕΔΑ στη

Θεσσαλονίκη, που  πήρανε το βάφτισμα των συγκρούσεων σ’

αυτό το μεταεμφυλιακό κλίμα της πόλης. Μεταξύ αυτών που

μπορώ  να  θυμάμε  είτανε  ο  Βασίλης  Δεμουρτζίδης,  ο

Γρηγόρης Κοκοζίδης, η Καίτη Τσαρουχά, κόρη του βουλευτή

Γιώργη   Τσαρουχά,  που  είτανε   και   η   πρώτη   μου

καθοδηγήτρια,  ο  Χρόνης  Μίσιος, η Καίτη Παπατσαρούχα,

Μιχάλης  Σεπετίδης (ο πρώτος  γραμματέας  της  Νεολαίας

Λαμπράκη  Θεσσαλονίκης,  πρώτος   με   την  έννοια  την

χρονολογική), ο  Γιάννης  Κατσαρός, ο Τάσος Καζλάρης, ο

Κυριάκος  Υψηλάντης,  ο  Γρηγόρης  Πανδής,  ο  Περικλής

Τερζής,  ο Ρούλης Νάσκος, ο Χάρις Κουτσουράς, ο  Δράγας

Αδάμ, ο Γρηγόρης Πανδής, ο Γιάννης Ορμανίδης είτανε από

τους μαχητές με  σκληρή  αντοχή, είτανε κι’ άλλα παιδιά

που είτε γιατί πέρασε πολύς καιρός από τότε δεν θυμάμε,

είτε  γιατί  δεν  έτυχε  να  τους συναντήσω για να τους

ρωτήσω, «αν θέλανε να  κάνω  γνωστό  τ’ όνομά τους, γι’ αυτό σιωπώ.

Ο χώρος της πόλης πολύ γνωστός  για  μένα, είτανε λίγος

καιρός που είχα  αφήσει  την  Θεσσαλονίκη  και κατέβηκα

στην Αθήνα  για  να  σπουδάσω «πολιτικές επιστήμες» στο

τότε Πάντειος Ανωτάτη  Σχολή  Πολιτικών  Επιστημών» που

έχει  μετονομαστεί  σήμερα  σε   «Πάντειο  Πανεπιστήμιο

Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών». Βρέθηκα στην Αθήνα

στα τέλη Αυγούστου του 1965.

Μετά  τον  Φλεβάρη του 1968 έκανα ένα ταξίδι στην  πόλη

μου  και  αναζητούσα να πιάσω επαφή με τους φίλους  μου

από τη «Νεολαία  Λαμπράκη»,  τόσο αυτοί που προερχότανε

από  τη νεολαία της ΕΔΑ, όσο  και  τους  νεώτερους  της

ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ  που  οι περισσότεροι βρισκότανε στις

φυλακές  και τις εξορίες της δικτατορίας ή είτανε στενά

παρακολουθούμενοι   από   τους    ασφαλίτες    και    η

παρακολούθηση των ασφαλιτών στη  Θεσσαλονίκη είτανε μια

εύκολη υπόθεση και η πόλη σχετικά μικρή και ο χώρος των

οργανωμένων  αριστερών  όχι πολύ μεγάλος,  όλοι  σχεδόν

γνωστοί.  Ελάχιστοι  διαφεύγανε  και κάποιοι  από  τους

παρακολουθούμενους    αγωνιστές    αγωνιζόντουσαν    να

ξεγελάσουν    τους   παρακολουθητές   τους,   για    να

πραγματώσουν τον αντιφασιστικό και αντιδικτατορικό τους

αγώνα. Ομάδες αγωνιστών  κινιότανε ευκολότερα στις κατά

παράδοση  προσφυγικές  ή  εργατικές γειτονιές της πόλης

όπως στην  Άνω  Πόλη,  στις  Συκιές,  στη Νεάπολη, στις

Σαράντα Εκκλησιές, στην Καλαμαριά, στην Τριανδρία, στην

Τούμπα και άλλες, αποτελούσανε τα  μετερίζια του αγώνα.

– Η Καίτη Τσαρουχά είχε ένα μαγαζί γεωπονικών προϊόντων

με  την  επωνυμία  «ΦΥΤΟΤΕΧΝΙΚΗ»  στην  γωνία των  οδών

Δωδεκανήσου και  Βαλαωρίτου,  απέναντι από το κατάστημα

και κάπως γωνιακά  είτανε  το  ΣΤ’ Αστυνομικό Τμήμα και

προς  την κατεύθυνση της πλατείας Βαρδαρίου στο άνοιγμα

μιας μικρής πλατείας περίπου σε απόσταση 100 μέτρων από

το μαγαζί της Καίτης είτανε  το  καινούργιο  κτίριο της

Γενικής Ασφάλειας, η οποία είχε μεταφερθεί εκεί από την

Πρίγκηπος Νικολάου, πίσω από την  εκκλησία  Αγιά  Σοφιά

(στον αυλόγυρο της μεγάλωσα  τα  παιδικά  μου  χρόνια),

καθώς και της Εθνικής Ασφάλειας. Μιλήσαμε με  την Καίτη

με  ρώτησε  και  την  ρώτησα  για  την   πολιτική   μας

στράτευση, τις είπα ότι είμαι με την  12η Ολομέλεια και

μου είπε ότι είναι με το ΚΚΕ Εσ., αυτό δεν την εμπόδισε

καθόλου να με φέρει σε επαφή με  τον  Γρηγόρη  Κοκοζίδη

που  είμασταν του ιδίου πολιτικού  χώρου  (δηλαδή  τότε

είμασταν  με  την  12η  Ολομέλεια  του  ΚΚΕ), τον  είχε

υπάλληλο  στο  μαγαζί  της ή μάλλον έκανε τον υπάλληλο,

προσπαθώντας και  Γρηγόρης  να δέσει νεολαιϊστικο κόσμο

για  την  οργάνωση   του  αντιδικτατορικού  αγώνα.  Τον

Γρηγόρη  τον  είξερα  από παλιά, τον έβλεπα σε δημόσιες

εκδηλώσεις  κυρίως  του  αγροτικού κινήματος του  νομού

Θεσσαλονίκης,  είτανε  πασίγνωστος  και   αναγνωρίσιμος

ηγέτης  του  αγροτικού  συνεταιριστικού  κινήματος.   Ο

Γρηγόρης δεν με γνώριζε καλά  και  την  πρώτη  φορά που

συναντήθηκα   μαζί  του  μέσα  στο  μαγαζί  της  Καίτης

Τσαρουχά  με  έδιωξε,  δείγμα της εποχής ότι η  δημόσια

δράση της αριστεράς είχε περάσει  άλλη  μία  φορά  στην

παρανομία.

Την  δεύτερη   φορά  που  ανέβηκα  στην  Θεσσαλονίκη  ο

Γρηγόρης πήρε τις  διαβεβαιώσεις  από την Καίτη κ’ έτσι

ξεκίνησε η συνεργασία μας με την ΚΝΕ Θεσσαλονίκης, μέσα

από  πολλαπλές διαφυγές  από  τις  παρακολουθήσεις  των

ασφαλιτών.  Σε  μία  από  τις  συναντήσεις  μας με  τον

Γρηγόρη,  έμενε  τότε στην  δυτική  πλευρά  της  πόλης,

βγαίνοντας από  την  πολυκατοικία  ένας μπασκίνας (έτσι

λέμε τους  χωροφύλακες  οι βορειοελλαδίτες) με πολιτικά

άρχισε να με παρακολουθεί, χωρίς  βέβαια  να  ξέρει  σε

ποιό  διαμέρισμα  της  πολυκατοικίας  είμουνα,   χώθηκα

ανάμεσα σε δύο αυτοκίνητα,  έσκυψα  και  σκυφτός έτρεξα

αρκετά, κάποια στιγμή σηκώθηκα και άρχισα να  τρέχω  με

πολύ  μεγάλη  ταχύτητα  (έτσι  δεν  του  έδωσα  καθόλου

περιθώριο, να τρέξει ξοπίσω μου ο μπασκίνας, φωνάζοντας

κλέφτης!  κλέφτης!   πιάστε   τον),  τους  ολυμπιονίκες

δρομείς ταχύτητας  θα  τους  είχα αφήσει πολύ πίσω μου,

θυμάμαι ακόμα λίγο πιο κάτω είτανε  μια μικρή εκκλησία,

πέρασα δίπλα της σαν σφεντόνα. Την ίδια  μέρα  όπως μου

διηγήθηκε κάποια άλλη φορά ο Γρηγόρης, πήγανε  και  τον

πήρανε  από  το  σπίτι  και τον ρωτούσανε, ποιός είτανε

αυτός  που  μας  ξέφυγε και ο Γρηγόρης κατάλαβε ότι μια

και δεν με  είχανε  πιάσει,  έκανε το παγώνι, «δεν ξέρω

δεν είτανε κανείς στο σπίτι μου». Ο  καθένας  πρέπει να

αποδείξει  και στον εαυτό του και στους συντρόφους πόσο

καλός  επαναστάτης  είναι.  Το  μεγάλο μέρος του  αγώνα

είναι Η ΠΡΑΞΗ, θεωρητικά μπορείς να λες όσα θες, κόσμος

όμως σε κρίνει από την πρακτική πλευρά  σου στον αγώνα.

Υπήρξανε  και  άλλα  επεισόδια  αλλά  τότε δεν κρατούσε

κανένας  μας  ημερολόγιο  και  τις διευθύνσεις  και  τα

τηλέφωνα  έπρεπε να τα απομνημονεύουμε, να μήν  υπάρχει

τίποτα   γραπτό  επάνω  μας.  Ο  Γρηγόρης   πασίγνωστος

συνδικαλιστής  του  αγροτικού  κινήματος   και  συνεπής

κομμουνιστής, όχι μόνο για  τον  νομό Θεσσαλονίκης αλλά

γιά όλη  τη  βόρειο  Ελλάδα  και  συχνά κατεβάσματα στο

θεσσαλικό κάμπο, είτανε μια από της  κεντρικές φιγούρες

του κινήματος, μαζί με τον Βασίλη Δεμουρτζίδη  για  την

βόρεια Ελλάδα.  Ο  Βασίλης  Δεμουρτζίδης και ο Γρηγόρης

Κοκοζίδης είτανε από αυτούς  που  σηκώσανε μεγάλο βάρος

στον  αντιδικτατορικό αγώνα της Θεσσαλονίκης.  Όχι  ότι

δεν  υπήρχανε  κι ‘ άλλοι, υπήρχανε αλλά εγώ γράφω  γι’

αυτούς που είτανε ορατοί σ’ εμένα και είχανε την τρίτου

καλή  μαρτυρία, εξ άλλου με τον  Γρηγόρη  κουβεντιάζαμε

γιά  τους  γνωστούς μας από τη νεολαία της ΕΔΑ  και  τη

Νεολαία  Λαμπράκη.  Υπήρχανε  και νεολαίοι,  οι  οποίοι

είχανε  έντονη αντιδικτατορική  δράση,  οι  οποίοι  δεν

συνελήφθησαν ποτέ και μείνανε  πάντα  αφανείς.  Από  τη

θέση  που  είχα  σαν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της

Κ.Ν.Ε.    κάποιες   φορές   πρωτόβουλα   ανέβαινα   στη

Θεσσαλονίκη,  άλλες  φορές  με εντολές για να  μεταφέρω

σημειώματα,   εφημερίδες   (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ  και   ΟΔΗΓΗΤΗ),

προκηρύξεις και άλλες  μπροσούρες,  που  τα έπαιρνα από

κάποιο  χώρο  στην  περιοχή του ηλεκρικού σταθμού  Κάτω

Πατησίων  και  ορισμένες φορές έστειλα στη  Θεσσαλονίκη

(όσο είμουνα ακόμα στην Ελλάδα), τον σ. Νίκο Καπλάνη, η

καταγωγή  του  από  τα  μέρη  της   Πάτρας,  αλλά  είχε

σπουδάσει στην  Οδοντιατρική  Σχολή  του  Πανεπιστημίου

Θεσσαλονίκης  και είτανε κατάλληλος  να  πηγαινοέρχεται

στη  Θεσσαλονίκη  για  να κρατάει κάποιες συνδέσεις και

για την καλύτερη οργάνωση της  δουλειάς. Τρείς τέσσερις

ακόμη  φορές  μετέφερα  μηνύματα  στη  Θεσσαλονίκη  για

λογαριασμό  του  κόμματος,  κατά  κανόνα μου είχανε την

συσκευασία έτοιμη μέσα σ’ ένα κουτί που η εξωτερική του

εμφάνιση,  είτανε  κουτί  που   το  περιεχόμενο  δήλωνε

«σαπουνόσκονι»,  πήγαινα σε μια πολυκατοικία  στην  οδό

Καμβουνίων,  κοντά  στην   Πλατεία   Συντριβανίου   και

παρέδιδα ότι είχα να  παραδώσω σ’ ένα ζευγάρι γερόντων,

εκείνη τουλάχιστον την εποχή είτανε ηλικίας πάνω από 75

χρονών, οι οποίοι με υποδεχότανε  πάντα με χαρά. Με τον

Νίκο  Καλπάνη  συναντιόμασταν στην αερογέφυρα που είναι

στον Σταθμό Λαρίσης όχι μόνο για δουλειές που αφορούσαν

την Θεσσαλονίκη αλλά και  για  δραστηριότητες  και στην

Αθήνα και στην Πάτρα. Ο μηχανισμός της νεολαίας δούλευε

καλά  παρ’ όλες τις οικονομικές  δυσκολίες,  η  δουλειά

περπατούσε. Η  κεντρική  ομάδα  του  μηχανισμού  είτανε

πάντα περίπου  γύρω  στα  15  άτομα  και  παίρναμε κατά

περίπτωση συνεργάτες  από  άλλους  τομείς για μία ή για

μερικές δραστηριότητες και επέστρεφε πάλι στη βάση του.- Μάθαινα για  συλλήψεις  και  αποτρόπαιους βασανισμούς

συντρόφων, την κακοποίηση της Αφρούλας και την εικονική

της εκτέλεση πίσω από τις  φυλακές του Γεντί Κουλέ, την

δολοφονία  του   Γιάννη   Χαλκίδη.   Ήταν  η  μάχη  της

Θεσσαλονίκης  εναντίον   της   στρατιωτικής  φασιστικής

δικτατορίας.  Έστω  κι’  αν  είτανε γυμνά τα χέρια μας,

δείναμε  την  πολιτική μας μάχη ενάντια  στους  βιαστές

ενός λαού. Τα διάφορα  κοκόρια της δικτατορίας φωνάζανε

για τον λεγόμενο «κομμουνιστικό κίνδυνο», έτσι λέγανε!!

για να  σκεπάσουνε  τις  ντροπές τους (ποιές ντροπές!!)

γι’  αυτό   που   φάνηκε   σαν   ουσία  και  αιτία  του

στρατιωτικού  πραξικοπήματος  είτανε το  ξεπούλημα  της

Κύπρου, από τους έλληνες πράκτορες των αμερικάνων.

– Στις  μεγάλες  πολιτικές  στροφές  της  ιστορίας έχει

επισημανθεί τόσο  από  τον  Φρειδερίκο  Ένγκελς και την

Ρόζα Λούξεμπουργκ άλλα και από  πολλούς  άλλους «ότι το

πολιτικό προσωπικό  και  των  αστικών  κομμάτων και των

εργατικών και των επαναστατικών κομμάτων αλλάζει». Νέοι

άνθρωποι μπαίνουν στο προσκήνιο των πολιτικών πραγμάτων

κάθε χώρας, όχι μόνο  από ηλικιακή άποψη που αυτό είναι

και λογικό αλλά κυρίως από  ανθρώπους  άλλων  πολιτικών

προβληματισμών.  Οι  ειρηνικές περίοδοι εναλλάσονται με

έντονες  συγκρούσεις  και  πολλές φορές  αιματηρές.  Τα

αστικά καθεστώτα όπου  γης  και  γι’  αυτό η Ελλάδα δεν

αποτελεί εξαίρεση, υπερασπίζονται τα προνόμια τους είτε

κοινοβουλευτικά   είτε   δημιουργόντας    κάθε   είδους

πραξικοπήματα  είτε από μόνη της  η  αστική  τάξη  κάθε

χώρας  αλλά  κατά  κανόνα με την προτροπή  των  μεγάλων

ιμπεριαλιστικών  δυνάμεων,   όπως  π.χ.  στη  Χιλή  του

Αλλιέντε,  στην Ελλάδα το πραξικόπημα του 1967 και  και

το   πραξικόπημα   εναντίον   της   Κύπρου,   όπου   οι

πραξικοπηματίες   καθοδηγήθηκαν   από   τις    κρατικές

υπηρεσίες των ΗΠΑ (CIA, DIA και πάει λέγοντας) και  τις

Μεγάλης  Βρεταννίας.  Αν  ανατρέξουμε στην ιστορία  των

πραξηκοπημάτων  εναντίον  των  λαών  που  κατέληγαν  σε

αιματηρές  σφαγές  (π.χ.  Ινδονησία,  Χιλή, Γουατεμάλα,

κ.λ.π.)  από πίσω βρισκότανε η αμερικάνικη κυβέρνηση, η

αγγλική  κυβέρνηση,  η  γαλλική  κυβέρνηση (κυρίως στις

χώρες  της Αφρικής, στην εποχή μας)  αλλά  και  μεγάλοι

στρατιωτικοί  ιμπεριαλιστικοί  μηχανισμοί ανά τον κόσμο

(ΝΑΤΟ, ΣΕΑΤΟ, ΣΕΝΤΟ κλπ.) εναντίον των  λαών  του Ιράκ,

του Αφγανιστάν  και  με  στρατιωτικές απειλές, εναντίον

της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας, του Ιράν, της Συρίας

και  βάλανε  και  την  Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες στον

άξονα  των ΚΑΚΩΝ ΧΩΡΏΝ!!!  (κάποιοι  τελικά  πρέπει  να

δώσουν μιά εξήγηση, τι σημαίνει «κακή χώρα»!!!).

Με την μεταπολίτευση σ’  όλα  τα  πολιτικά  κόμματα της

χώρας, εμφανίσθηκαν άλλοι άνθρωποι.  Οι  πολιτικοί  της

προδικτατορικής περιόδους σχεδόν χάθηκαν,  τη θέση τους

πήρανε  άλλοι  άνθρωποι,  ένα  μικρό  μέρος  αυτών  της

χρονικής  περιόδου  της   δικτατορίας   αλλά   με   την

μεταπολίτευση    εμφανισθήκανε    και    άνθρωποι   που

προηγούμενα  είτανε   άγνωστοι.   Έτσι   σχεδόν   πάντα

συμβαίνει είτε το σηματοδότησαν οι ιστορικοί αυτών  των

περιόδων   και   αστοί  και  μαρξιστές  είτε  οι  καλοί

ακτιβίστες  της  επανάστασης.  Στις ειρηνικές περιόδους

πολιτικής ζωής, οι επαναστάτες  αρχίζουν  και  γίνονται

μαλθακοί,  χάνουν  την μαχητικότητα  των  περιόδων  των

εντάσεων και των έντονων  αντιπαραθέσεων και τείνουν να

γραφειοκρατικοποιηθούν μέχρι  να  γίνουν  ολοκληρωμένοι

γραφειοκράτες. Κανείς δεν  γεννιέται  γραφειοκράτης,  ο

γραφειοκράτης γίνεται στη διάρκεια του χρόνου, μέσα από

μια διαδικασία  διευκολύνσεων  κάθε είδους που έχει από

την θέση που κατέχει και πολύ περισσότερο αυτοί που μια

ζωή, ζούσανε σε  συνθήκες  νομιμότητας, όπως οι έλληνες

του εξωτερικού,  είτε  στις  χώρες  του  πρώην υπαρκτού

σοσιαλισμού είτε στην Δυτική Ευρώπη, σίγουρα  τά  όποια

αντανακλαστικά  τους  δεν  είτανε   κατάλληλα  για  την

Ελλάδα. Δεν είναι  καθόλου  τυχαίο, οι προϋποθέσεις για

να  γίνει κανείς μέλος  του  «μπολσεβίκικου  κόμματος»,

«Για να γίνεις μέλος  του  μπολσεβίκικου  κόμματος,  θα

πρέπει  να  έχεις  δέκα (10)  χρόνια  στην  βιομηχανική

παραγωγή  και τα τελευταία  τρία  χρόνια  (πριν  γίνεις

μέλος του επαναστατικού  κόμματος)  να  δουλεύεις  στην

βιομηχανία», κι’ αυτή την προϋπόθεση  την έβαζε ο Λένιν

σε καιρούς  πολύ  δύσκολους, που είχανε πολύ μεγαλύτερη

ανάγκη να στρατευτεί κόσμος στο επαναστατικό κόμμα.  Αν

πράγματι θέλουμε να  έχουμε  ένα  εργατικό επαναστατικό

κόμμα, η  συντριπτική  πλειοψηφία  θα  πρέπει  να είναι

εργάτες και κυρίως  εργάτες  βιομηχανικών  μονάδων,  σε

διαφορετική  περίπτωση  οικοδομούμε  αριστερό  κόμμα με

κλασσικά μικροαστικά  χαρακτηριστικά. Δεν είναι καθόλου

αρκετό, απλά και μόνο να  υιοθετούμε  την  επαναστατική

θεωρία της εργατικής τάξης, η υιοθέτηση της θεωρίας των

προλεταρίων  για την  επανάσταση,  δεν  μας  κάνει  και

επαναστάτες, οι επαναστάτες προϋποθέτουν και πολλά άλλα

χαρακτηριστικά.

–  Την μεταπολίτευση βρέθηκα να υπηρετώ  για  τρία  (3)

χρόνια στη  Δυτική  Μακεδονία,  κ’ έτσι είχα ενημέρωσει

για τα συμβαίνοντα στην  Βόρεια  Ελλάδα και κυρίως στην

Θεσσαλονίκη που είναι και η μεγάλη μου αγάπη.  Σημειώνω

σ’ αυτή την παράγραφο  περισσότερο σε ότι έχει σχέση με

την  δράση του κομμουνιστικού κινήματος στη  δικτατορία

από  συμβαίνοντα  ή  από  υποθέσεις  που  είλθανε  στην

επιφάνεια  με  την  μεταπολίτευση  και  που ερμηνευτικά

προσδιορίσανε   την   δράση   των    κομμουνιστών    σε

προηγούμενους   χρόνους   δηλαδή   στην   διάρκεια  της

αμερικανοκίνητης    δικτατορίας.    Η    υπόθεση    που

αποκαλύφθηκε για τον γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης

Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ) του Κ.Κ.Ε. τον Ηλία Σταμπουλίδη, που

αποκαλύφθηκε  ότι  όλη την προηγούμενη  περίοδο  είτανε

έμμισθος πράκτορας της  Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών

(ΚΥΠ),  από πότε ποιός  ξέρει,  αυτό  που  είτανε  όμως

γνωστό  ότι  ο Ηλίας  Σταμπουλίδης  στην  διάρκεια  της

στρατιωτικής  του  θητείας,   υπηρέτησε   στις   Ομάδες

Ασφαλείας   Στρατού  (ΟΑΣ).  Ζούσε  στην  τότε   Δυτική

Γερμανία,  είχε  κερδίσει  την εμπιστοσύνη του κόμματος

και όσοι  τουλάχιστον  ερχότανε  στην  Ελλάδα  από  την

Δυτική  Ευρώπη  στη  Θεσσαλονίκη για παράνομη  πολιτική

δράση,  η Ασφάλεια τους συνελάμβανε πριν  καλά  –  καλά

πατήσουν το πόδι τους στην πόλη,  οι  δε  σύντροφοι της

Θεσσαλονίκης αγνοούσανε και την ταυτότητα και το ερχομό

των συντρόφων που  ερχότανε να βοηθήσουνε (δηλαδή τι να

βοηθήσουνε,  αφού  είτανε χτυπημένοι  από  το  ξεκίνημά

τους). Ο Ηλίας Σταμπουλίδης  έφυγε  τρέχοντας  από  την

Ελλάδα  μετά  την αποκάλυψη του, η δε σύζυγός  του  που

είτανε γερμανίδα κομμουνίστρια πέθανε μέσα σ’ ένα χρόνο

από  καρκίνο,  μετά  το φανέρωμα της δράσης του συζύγου

της. Αυτά τα  σημειώνω περισσότερο από τη μία για γνώση

και  εμπειρία  και  για  να  δείξω  ότι  στη  σύγκρουση

επανάστασης και αντεπανάστασης περιθώρια  για  επιείκια

δεν υπάρχει καμμία. Η επιείκια σε τέτοια ζητήματα είναι

τουλάχιστον  ήττα  της   επανάστασης  με  πολύ  σοβαρές

συνέπειες,  αλλά  πάνω  από  όλα  κανείς δεν μπορεί  να

παίζει  με  την  επανάσταση,  γιατί τα παιχνίδια με την

επανάσταση οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα και

τις  συνέπειες της (π.χ. Ινδονησία, Χιλή, Σουδάν,  στην

Ινδονησία   οι  σφαγμένοι   κομμουνιστές   ανήλθαν 

WordPress theme: Kippis 1.15