Είναι δυνατή μία μονομερής προσφυγή στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα
για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών;
Η συζήτηση για τις γερμανικές οφειλές διεξάγεται επί δεκαετίες μέσα σε ένα διπλό σφάλμα. Από τη μία πλευρά, το ζήτημα υποβιβάζεται σε πεδίο ιστορικής μνήμης ή ηθικής αποκατάστασης, λες και πρόκειται για υπόθεση συμβολική και όχι για ανοιχτή διακρατική και νομική διαφορά. Από την άλλη, καλλιεργείται κατά καιρούς η εντύπωση ότι αρκεί μια πολιτική δήλωση ή μια απλή προσφυγή στη Χάγη για να κινητοποιηθεί αυτομάτως ένας διεθνής μηχανισμός δικαίωσης. Και οι δύο προσεγγίσεις συσκοτίζουν την πραγματική δομή του προβλήματος.
Οι γερμανικές οφειλές συνιστούν σύνθετο πλέγμα κρατικών και ατομικών αξιώσεων. Η δικαστική ικανοποίησή τους εξαρτάται όχι μόνον από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και από την ύπαρξη ειδικής δικαιοδοτικής βάσης.
Ενώ πρόκειται για μία ενιαία και αδιαίρετη διεκδίκηση – αξίωση, περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τέσσερις διακριτούς πυλώνες: τις πολεμικές επανορθώσεις για τις υλικές καταστροφές, το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, τις αξιώσεις των θυμάτων και των απογόνων τους για εγκλήματα θηριωδίας και την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν την περίοδο της ναζιστικής- φασιστικής Κατοχής. Σύμφωνα με την από την 27-7-2016 ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ – που υιοθέτησε και η Ολομέλεια της Βουλής στις 17-4-2019 – οι ελληνικές κυβερνήσεις δικαιούνται και υποχρεούνται να διεκδικήσουν τις παραπάνω αξιώσεις σε διπλωματικό, πολιτικό και νομικό επίπεδο. Βέβαια, αυτό δεν αποκλείει τη διεκδίκησή τους από ενώσεις φυσικών προσώπων – θυμάτων της Κατοχής, με την προσφυγή τους στη Δικαιοσύνη.
Υπό τα σημερινά δεδομένα, η μονομερής ελληνική προσφυγή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης δεν εμφανίζεται ως ρεαλιστική δικαιοδοτική οδός, καθώς επήλθε μια κρίσιμη μεταβολή με την τροποποιημένη γερμανική δήλωση του Οκτωβρίου 2025 στο πλαίσιο του άρθρου 36 παράγραφος 2 του Καταστατικού του Δικαστηρίου. Η ΟΔΓ διατήρησε και ενίσχυσε χρονικούς, ουσιαστικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς, που καθιστούν πρακτικά αδύνατη μια μονομερή προσφυγή.
Ο αποκλεισμός της γενικής οδού της Χάγης δεν εξαντλεί, ωστόσο, το ερώτημα της διεθνούς δικαιοδοτικής επιδίωξης των ελληνικών αξιώσεων. Αντίθετα επιβάλλεται η ενεργοποίηση ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας στο σημαντικότερο forum: το Διαιτητικό Δικαστήριο του Κόμπλεντς, που προβλέπει η Συνθήκη του Λονδίνου του 1953. Μλαλιστα, στις 3/10/2010 η ενιαία πλέον ΟΔΓ ολοκλήρωσε την εξόφληση των χρηματικών υποχρεώσεων της, στις προθεσμίες που όρισε η παραπάνω Συνθήκη. Επομένως, δεν υφίσταται πλέον καμιά υποχρέωση να αναβληθεί η διεκδίκηση των γερμανικών πολεμικών οφειλών. Αντίθετα, κατέστη ληξιπρόθεσμη η υποχρέωση εξέτασης των απαιτήσεων για επανορθώσεις στο πλαίσιο της τελικής – καθολικής ρύθμισής τους. Το ζήτημα αυτό είναι θεμελιώδες, διότι ακριβώς σε αυτό το μορατόριουμ στηριζόταν γερμανική επιχειρηματολογία περί μη δικαστικής ωριμότητας των αξιώσεων.
Παράλληλα, σε ό,τι αφορά τις ατομικές αξιώσεις των θυμάτων της Κατοχής, το κεντρικό εμπόδιο παραμένει η κρατική ‘ετεροδικία‘. Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου του 2012 στην υπόθεση των δικαιοδοτικών ασυλιών επιβεβαίωσε την προτεραιότητα της ασυλίας έναντι της δικαστικής επιδίωξης αξιώσεων αποζημίωσης. Στο εσωτερικό δίκαιο, η απόφαση 6/2002 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου περιόρισε αποφασιστικά τη δυνατότητα των ελληνικών δικαστηρίων να υπερβούν τη γερμανική ασυλία. Ενώ το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατάλοιπο της μεταξικής δικτατορίας, που παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα των θυμάτων, εξαρτά από την υπογραφή του εκάστοτε υπουργού Δικαιοσύνης την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά αλλοδαπού κράτους για καταβολή αποζημιώσεων, το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η αμετάκλητη δικαστική νίκη των απογόνων του μαρτυρικού Διστόμου παρέμεινε χωρίς εκτέλεση για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα. Πρόκειται για κραυγαλέο κρατικό φραγμό, ώστε να μετατραπεί η δικαστική κρίση σε αποτελεσματική διαδικασία επανόρθωσης.
Γι’ αυτό ακριβώς η απόφαση του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου, που δικαιώνει για μια ακόμη φορά τους Διστομίτες, αποκτά μια ιδιαίτερη ιστορική και νομική βαρύτητα. Αν και δεν επιλύει το ζήτημα των γερμανικών οφειλών, ούτε αναιρεί το διεθνές καθεστώς της κρατικής ασυλίας, επιβεβαιώνει, όμως, ότι οι αξιώσεις των θυμάτων του Διστόμου, θεμελιωμένες στην 137/1997 αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, δεν αναιρούνται από τον νόμο Ντράγκι του 2022, που αφορούσε στην αποζημίωση κυρίως Ιταλών θυμάτων της ναζιστικής κατοχής. Με άλλα λόγια, οι ελληνικές αξιώσεις δεν θεωρούνται νομικά αποσβεσμένες.
Η τραγική ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι, 85 χρόνια μετά την κατάληψη της χώρας από τις ορδές του Γ΄ Ράιχ, μια αμετάκλητη δικαστική απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί στη χώρα που την εξέδωσε, αλλά εκτελείται σε μία άλλη χώρα, στην Ιταλία, που τα στρατεύματά της διέπραξαν εγκλήματα πολέμου, όπως η σφαγή των κατοίκων του Δομένικου, που οι απόγονοί τους έχουν προσφύγει στον Άρειο Πάγο, μετά την απόρριψη της αγωγής τους κατά του ιταλικού κράτους και από το Εφετείο Λάρισας, λόγω ‘ετεροδικίας‘!
Οι συντάκτες της ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ
– Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, Χάρης Τζαμακλής, πρ. βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ
-
Δημήτρης Κούρτης, Επίκουρος καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, εμπειρογνώμονας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών
760 ΛΕΞΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.